Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

«Mεγαλοπαρασκευιάτικες φαντασιώσεις»


Το παρόν γράφτηκε για το φύλλο που δημοσιεύεται τη Μεγάλη Παρασκευή από την τοπική εφημερίδα της Ζακύνθου "ΕΡΜΗΣ".

Διονύση Κωνσταντόπουλου, "Εικαστική πρόταση για την Πλατεία Σολωμού", κολάζ, 2015.



«Ο ανθρώπινος εγκέφαλος εξελίχτηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να αναζητεί να επιβάλει τάξη, να καθιερώσει μια λογική δομή στο χάος…. Κι αυτό ο άνθρωπος το επιτυγχάνει μέσω της λειτουργίας της φαντασίωσης. Και η φαντασίωση κάνει τη δουλειά της καλά! Λειτουργεί στην υπηρεσία της ζωής. Επιτρέπει στον άνθρωπο να δημιουργεί, ακόμη κι αν μοχθεί, μέσα σε μια αυταπάτη. Του επιτρέπει να δημιουργεί αυταπάτες».

Κωνσταντίνος Ι. Αρβανιτάκης, «Ψυχαναλυτικοί στοχασμοί για τον Σολωμό. Η ποιητική διαδικασία και τα πάθη της», εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014



Με αυτές τις αυταπάτες λοιπόν θεώρησα ότι έπρεπε να προσεγγίσω το θέμα μου, στο πασχαλινό αυτό δημοσίευμα., αφού η Τέχνη και η Αισθητική, λειτουργεί παραμυθητικά στο επίπεδο της δημιουργίας για να μπορούμε εμείς σήμερα να λέμε: «και του χρόνου» και «καλό Πάσχα», ενώ η στέρηση από αυτές μπορεί να μας οδηγήσει σε δρόμους επικίνδυνους.
Θα μπορούσα βέβαια και να ξεκινήσω λέγοντας ότι «το Πάθος είναι εσωτερική υπόθεση», όπως και σε παλιότερο δημοσίευμα στον ΕΡΜΗ είχα κάνει.[1], ξεγλιστρώντας εύκολα και εστιάζοντας στο με πόσους διαφορετικούς τρόπους οι εικαστικοί καλλιτέχνες αποτύπωσαν με τον χρωστήρα τους τα Άγια Πάθη και τη σπουδαιότητα για όλους εμάς αυτής της έκφρασης.
Θα ενέμενα λοιπόν στην θέση ότι αυτό που χαρακτηρίζουμε ως «Ζακυνθινό Μεγαλοβδόμαδο» είναι μοναδικό στο είδος του. Με διάθεση δηλαδή τοπικιστική, θα ξαναζούσα μέσα από το ιδιάζον ζακυνθινό εκκλησιαστικό μέλος, τον επτανησιακό νατουραλισμό της ζωγραφικής μας, τις φωτισμένες εκκλησίες μας και τα ιδιαίτερα ήθη και έθιμα των ημερών.
Δυστυχώς όμως σήμερα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.
Και ο λόγος, το ακυρωμένο αντέτι στην ιστορική Πλατεία του Ποιητή, που ανατρέπει το σκηνικό, αφού μόνο χώματα, οικοδομικά υλικά και ξεριζωμένα δέντρα μας περιμένουν.
Έτσι, σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή, που το πένθος ξεχειλίζει από παντού, τίποτα δεν μπορεί να μας προσφέρει ένα μερίδιο καθησυχασμού και μια εύθραυστη αίσθηση ασφάλειας, μια αίσθηση δηλαδή ότι έχουμε τον έλεγχο των πραγμάτων για να φτιάξουμε μια φαντασίωση, για να δημιουργήσουμε την απαραίτητη αυταπάτη.
Και ο λόγος γιατί η Πλατεία μας είναι ΚΛΕΙΣΤΗ μπροστά από το ΚΛΕΙΣΤΟ μας Μουσείο.
Όσο και αν μέχρι σήμερα, παραβλέπαμε το γεγονός ότι, είναι μείζον ζήτημα ότι το Μουσείο, που δημιουργήθηκε για να στεγάσει, όσους από τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς δεν μπόρεσαν να πάρουν το δρόμο της επιστροφής για τους ναούς, μετά την ανοικοδόμηση από την καταστροφή του 1953, παρέμενε κλειστό, σήμερα ανακαλύπτουμε ότι είναι και παραείναι.
Και όχι μόνο γιατί η έλλειψη ενδιαφέροντος για να γίνει και πάλι επισκέψιμο το Μουσείο Ζακύνθου με τους μεταβυζαντινούς του θησαυρούς, αποτελεί προσβολή για τους ανθρώπους, που μέσα από τα ερείπια μάζεψαν τις ιερές εικόνες.
Αλλά επειδή, και κυρίως, με τις πόρτες του μουσείου κλειστές, δεν μπορούμε «κοιτώντας τες ζωγραφισμένες εικόνες», όπου «λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι», να χτίσουμε τη φαντασίωση που μας επιτρέπει να δημιουργούμε και να φτιάχνουμε «αγκαλιές ειρηνοφόρες ομπροστά στους Αγίους».
Και έτσι με μάτια καθαρά να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις για το σημαντικό και το ασήμαντο στη ζωή μας.
Σε παλαιότερο πάλι δημοσίευμα στον τοπικό τύπο[2], είχα προβληματιστεί αναφορικά με την αισθητική της πόλης μας μετά τους σεισμούς του ΄53.
Τότε λοιπόν θεωρώντας ότι η Αισθητική πραγματεύεται το ωραίο, είχα διακρίνει τρεις άξονες προσέγγισης.
Ο 1ος άξονας ήταν η αισθητική της προσεισμικής Ζακύνθου, που καθορίστηκε από τις δυτικές επιδράσεις των τελευταίων τετρακοσίων χρόνων (Αναγέννηση, Μπαρόκ, Νεοκλασικισμός), και με απόλυτο σεβασμό στο μέτρο, έδωσε τη δική της εκδοχή στο ζακυνθινό σκηνικό. Χαρακτηριστικό της ήταν ότι, η πόλη της Ζακύνθου, δεν εξαναγκάστηκε σε παραξενιές του εκλεκτικισμού, παρ’ ότι τις επιβλήθηκαν μορφές δανεισμένες από ανατολικά και δυτικά! Έπλασε το δικό της μοναδικό μορφικό περιβάλλον, που μπορεί να ξεθεμελιώθηκε το 1953, ζει όμως σαν μια άλλη Ατλαντίδα και φωτίζει τις αυταπάτες μας….
Ο 2ος άξονας ήταν η αισθητική της μετασεισμικής Ζακύνθου, η οποία δέσμια της ανάγκης για ταχεία αποκατάσταση από τον μεγάλο σεισμό, κλήθηκε να επουλώσει τις πληγές, άλλοτε μελετώντας πιστά το πνεύμα που αναδύθηκε απ’ τον ισοπεδωμένο τόπο κι άλλοτε αυθαιρετώντας και παραλλάσσοντας το ρυθμό με δική της τεχνική. 
Ο 3ος άξονας ήταν η αισθητική της σύγχρονης Ζακύνθου. Το παλαιότερο δημοσίευμα έκλεινε με την προτροπή ν’ αφήσουμε τους νεώτερους να είναι αισιόδοξοι και ν’ αντικρίζουν τον 21ο αιώνα με την πεποίθηση ότι, το μορφικό περιβάλλον πλάθει τους ιστορικούς μύθους του, κι εμείς ζούμε σ’ ένα τέτοιο, συνταιριάζοντας το παρελθόν με το μέτρο των αναγκών μας.
Τώρα όμως ήρθε η ώρα να αναιρέσουμε την προτροπή μας στον 3ο αυτό άξονα.
Γιατί για πρώτη φορά συνειδητοποιούμε ότι με το Μουσείο μας και την Πλατεία μας κλειστά και την ακυρωμένη ευλογία του Εσταυρωμένου σε αυτήν, δεν είμαστε σε θέση να βιώσουμε την φαντασίωση που απαιτείται για να επιβάλουμε την  τάξη, καθιερώνοντας μια λογική δομή στο χάος μας.
Είναι λοιπόν επιτακτικό, όσοι έχουν την ευθύνη, να σπεύσουν να το πράξουν, γιατί χωρίς την Τέχνη, χωρίς την Αισθητική, δεν μπορούμε να βιώσουμε το Θείο Δράμα σε όλο του το μεγαλείο, δεν μπορούμε δηλαδή να οδηγηθούμε στην Ανάσταση, ή διαφορετικά δεν μπορούμε να κατασκευάσουμε την φαντασίωση της…








[1] ΕΡΜΗΣ, 17/4/09
[2]  ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΘΟΣ,  Αφιέρωμα για την Αισθητική, 2003.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου