Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2019

«Η γοητεία της συμπτωματικής εικόνας»: Για την πρώτη έκθεση φωτογραφίας του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου «ΑΛΗΘΩΣ». 9-15 Αυγούστου 2019


Στην εποχή που η ευκολία της αποτύπωσης της φωτοστιγμής μάς έχει όλους μετατρέψει σε επίδοξους φωτογράφους, καθώς με περισσή ευκολία δεν αφήνουμε στιγμή να περάσει αφυλάκιστη στα pixel της οθόνης των smart phone μας, η Έκθεση Φωτογραφίας της νεοσύστατης Βιβλιοθήκης της Ενορίας Βανάτου, ως διεύρυνση της δράσης του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου «ΑΛΗΘΩΣ» και σε εικαστικό επίπεδο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ανώφελη.
Κι όμως.
Αυτή ακριβώς η ευκολία της φωτογραφικής αποτύπωσης είναι που κάνει ξεχωριστή την απόφαση για την παρουσίαση της δουλειάς των Λουκία Καποδίστρια και Καλλιόπη Ζιάκα και νοηματοδοτεί την έναρξη των δράσεων του «ΑΛΗΘΩΣ», ανοίγοντας τις θύρες του στην παραμυθητική σφαίρα της  Τέχνης.
Και ο λόγος δεν έγκειται απλά στην γοητεία της συμπτωματικής εικόνας που αποτυπώνεται με το φακό τους από μια γωνία απροσδόκητη.
Έγκειται κυρίως στην ενεργοποίηση του βλέμματος του θεατή  να αναζητήσει τον κρυμμένο κώδικα μέσα σε κάθε μία,  να προσπαθήσει να τον αποκωδικοποιήσει και να εμβαθύνει μέσα του.
Κοινή συνισταμένη: η επιλογή θεμάτων από τα ταξίδια τους σε διαφορετικές χώρες –πόλεις.
Ωστόσο και οι δύο δεν επιλέγουν την τουριστική προσέγγιση της θέασης του τόπου που επισκέπτονται.
Φωτογραφίζουν την ατμόσφαιρά του, το πνεύμα του και προσπαθούν να μας διηγηθούν ιστορίες, που είτε βρίσκονται μπροστά στα μάτια τους είτε ενεργοποιούν τη φαντασία τους. Επιλέγοντας όμως να αποτυπώσουν τις συγκεκριμένες εικόνες, επιλέγουν παράλληλα να αποτυπώσουν και αυτό που είναι απόν.
Είναι αυτό που «βλέπει» ο κάθε ταξιδιώτης όταν επισκέπτεται την Ανδαλουσία, τη Βιέννη, την Αθήνα ή τη Ζάκυνθο. Δεν κατέχει όμως τα εκφραστικά μέσα να το αποτυπώσει.
Τα έργα των Λουκία Καποδίστρια και Καλλιόπης Ζιάκα το επιτυγχάνουν.
Έτσι η συναισθηματική τοπιογραφία των εικόνων τους μας κάνει να χαιρόμαστε για «το  προχώρεμα του κορμιού επάνω απ’ την ανάγλυφη τούτη ταινία που είναι το έδαφος», όπως λέει ο Δημήτρης Πικιώνης, και «το πνεύμα μας ευφραίνεται από τους άπειρους συνδυασμούς των τριών διαστάσεων του Χώρου, που μας συντυχαίνουν και αλλάζουν στο κάθε βήμα ένα γύρω μας, και που το πέρασμα ακόμα ενός σύννεφου ψηλά εις τον ουρανό είναι ικανό να τους μεταβάλλει».
Και ακολουθώντας τις συμπτωματικές εικόνες της Καλλιόπης και της Λουκίας, «προσπερνούμε δίπλα σε τούτο το βράχο, τον κορμό του δέντρου ή κάτω από τούτο το θύσανο της φυλλωσιάς του. Ανεβαίνουμε, κατεβαίνουμε μαζί με το έδαφος, απάνω εις τα κυρτώματά του, τους γήλοφους, τα όρη ή βαθιά μέσα στις κοιλάδες. Χαιρόμαστε την επίπεδη έκταση της πεδιάδος, μετρούμε τη γη με τον κόπο του κορμιού μας...»[i]

Οι φωτογραφικές ιστορίες της Καλλιόπης και της Λουκίας  κατευθύνουν την όρασή μας έτσι ώστε να δούμε τα καθημερινά πράγματα που μας περιβάλλουν, μέσα από τον δικό τους καλλιτεχνικά δομημένο τρόπο.
Μέσα από την μαθητεία τους στον φωτογραφικό τομέα του Πολιτιστικού Ομίλου Φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών (Π.Ο.Φ.Π.Α.), καταθέτουν την αγάπη για τον περιβάλλοντα χώρο τον οποίο ενοικούν ή προσωρινά επισκέπτονται και μας διηγούνται τις ιστορίες τους, που εκτυλίσσονται μέσα σε μνημεία, σε μουσεία, σε λεωφορεία, σε αμμουδιές, σε χωράφια, στην τσιμεντένια πόλη.
Και είναι ιστορίες ανθρώπων, ζώων, αγαλμάτων, σκιών και συμβόλων.
Η συνέκθεσή τους στην νεοσύστατη Βιβλιοθήκη της Ενορίας Βανάτου, εκτός από τη δροσιά της νεανικής ματιάς, που εμβαπτίζει το νέο αυτό χώρο σε κολυμπήθρα καλλιτεχνικής έκφρασης ταλαντούχων νέων παιδιών, μας γεμίζει αισιοδοξία για την πορεία του εγχειρήματος, και ανοίγει το δρόμο και για άλλες πολλά υποσχόμενες συνεκθέσεις τους στον χώρο της Τέχνης της Φωτογραφίας.


[i] Δημήτρη Πικιώνη, Κείμενα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1987, Συναισθηματική Τοπιογραφία, σ.73

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

«Περί ονοματοθεσίας του νέου Θεάτρου & η “Ερωφίλη” του Κωνσταντή».

Με παρότρυνση φίλων μου ζητήθηκε να τοποθετηθώ δημόσια για το όνομα του πολύπαθου νέου Θεάτρου μας, το οποίο πριν προλάβει να σεσταριστεί όπως πρέπει εσωτερικά φροντίσαμε να το στολίσουμε επαρκώς με σκουπιδοσακούλες, που ταιριάζουν άλλωστε και με το περιβάλλον ντεκόρ του νησιού.
          Προβληματίστηκα λοιπόν αρκετά και συντάσσομαι κατ’ αρχήν με την άποψη της θεατρολόγου κ. Πηνελόπης Αβούρη, ότι το όνομα «Γρηγόριος Ξενόπουλος», και εύκολη και γρήγορη λύση είναι, και στερείται σκέψης και οράματος (ΕΡΜΗΣ,  26-7-2019, αρ. φύλ. 5563).
          Στο ίδιο άρθρο, η αναφορά πλήθους ονομάτων άξιων τέκνων της ζακυνθινής γης, που έγραψαν, διασκεύασαν, μετέφρασαν, δραματοποίησαν και ζωντάνεψαν θέατρο, με έβαλε σε ακόμη περισσότερες σκέψεις ως προς την επιλογή του πιο κατάλληλου ονόματος για το νέο στολίδι της παραλιακής οδού. Ενδεικτικά το άρθρο αναφέρει τους Άγγελο Αντωνέλλο, Δημήτριο Γουζέλη, Φραγκίσκο Δομενεγίνη, Σωκράτη Ζερβό, Παύλο Καρρέρ, Ελισάβετ Μουτσά Μαρτινέγκου, Αντώνιο Μάτεση, Διονύσιο Μονδίνο, Ουρανία Μυράκη, Λεωνίδα Παπαγεωργόπουλο, Γεώργιο Σφήκα, Διονύσιο Ταβουλάρη και Ιωάννη Τσακασιάνο.

          Σ’ αυτούς θα πρόσθετα τον Σαβόγια Ρούσμελη ή Σουρμελή με την «Κωμωδία των Ψευτογιατρών», τον Πίο Μαρτζώκη με το Ζακυνθινό Κωμειδύλλιο «Το τύμπανον και η σάλπιγξ» και φυσικά τον κόντε των ζακυνθινών γραμμάτων Διονύση Ρώμα με τα τέσσερα γνωστότατα έργα του «Ζακυνθινή Σερενάτα» (1938/1957), «Τρεις Κόσμοι» (1951), «Το Ζαμπελάκι» (1958) και «Ο Καζανόβας στην Κέρκυρα» (1978).

Επικεντρώνοντας στη θεατρική προσφορά του τελευταίου θα σημειώναμε πως πέρα από τα έργα που έγραψε και μετέφρασε, στήριξε τη θεατρική παραγωγή και από άλλα πόστα: έγινε γραμματέας στο «Άρμα Θέσπιδος», υπεύθυνος θεατρικών εκπομπών του Κρατικού Ραδιοσταθμού Αθηνών (1938-1940), βοηθός Διευθυντή Διοικητικού του Εθνικού Θεάτρου (1944), Αναπληρωτής Διευθυντής Προσωπικού και Εθιμοτυπίας του Εθνικού Θεάτρου (1946), Διευθυντής του θεατρικού τμήματος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (1950), Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (1950-1957), της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (1950-1953) και Διευθυντής Εκπομπών και Προγράμματος Ε.Ι.Ρ. (1954-1958), όπου πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στην εκ μέρους του μέριμνα για την ίδρυση του  Τρίτου Προγράμματος το 1954.[1]
Και όμως σήμερα το Αρχοντικό Ρώμα ρημάζει εγκαταλειμμένο από την αδιαφορία της Πολιτείας να ενισχύσει τους ιδιοκτήτες του να διατηρηθεί ανοιχτό για το κοινό…
Από τα παραπάνω ίσως προκύπτει το συμπέρασμα ότι κλείνω υπέρ του  ονόματος του Δ. Ρώμα για προμετωπίδα στο νέο μας Θέατρο.
Η παράσταση όμως «Ερωφίλης απόσταγμα», βασισμένη πάνω στην ομώνυμη τραγωδία του Γεωργίου Χορτάτση, που γράφτηκε περίπου το 1595 και εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία το 1637, την οποία σκηνοθέτησε ο Κωνσταντής Μουζάκης, και είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε από Δευτέρα έως Τετάρτη, 29-31 Ιουλίου 2019, όσοι ανεβήκαμε στο Ενετικό Φρούριο, που δεσπόζει πάνω από την πόλη μας, άλλαξε τελείως τη σκέψη μου.
Η άψογη διδασκαλία, οι εξαιρετικές ερμηνείες, η πρωτότυπη μουσική, η εμπνευσμένη κινησιολογία, τα ταιριαστά κοστούμια, το επιστημονικό και επιτέλους χωρίς διαφημίσεις πρόγραμμα, και γενικά η άριστη συνεργασία επί σκηνής όλων των συντελεστών της παράστασης, με γέμισε χαρά για το νέο αίμα, κι έδωσε και την ποθητή απάντηση στο ερώτημα που όλες αυτές τις μέρες με προβλημάτιζε.
Γιατί το Θέατρο στη Ζάκυνθο είναι ζωντανό.
Είναι ζωντανό μέσα από παραστάσεις όπως αυτή του Κωνσταντή Μουζάκη, είναι ζωντανό στις «ομιλίες», τις υπαίθριες λαϊκές απαγγελίες των ανθρώπων του λαού, είναι ζωντανό στους ιππικούς αγώνες της Γκιόστρας.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η καταλληλότερη ονομασία για το νέο Θέατρο, που δεν είναι το «Απόλλων», του οποίου  η ανέγερση έγινε το 1836 σε σχέδια Camilieri, ούτε το φημισμένο «Φώσκολος» το 1872 σε σχέδια Ερνέστου Τσίλλερ, είναι «Νέο Θέατρο της Ζακύνθου».
Και σ’ αυτό το «Νέο Θέατρο» πρέπει να βρουν στέγη η Ομάδα Τέχνης ΖύμΩση, το Θέατρο τση Ζάκυνθος, η Θεατρική Σκηνή Ζακύνθου, η Θεατρική Ομάδα Ανέμη, όλοι οι δραστήριοι σύλλογοι του νησιού, που ασχολούνται με το Λαϊκό Θέατρο και όχι μόνο, οι υπέροχες θεατρικές παραστάσεις των σχολείων στα πλαίσια του μαθήματος της θεατρικής αγωγής, η Φιέρα και τόσοι άλλοι που ξεχνάω…
Και μέσα σ’ αυτό να γίνονται τιμητικά αφιερώματα σε όλα τα σπουδαία ονόματα που λάμπρυναν το επτανησιακό θέατρο. Με κατάλληλα εκπαιδευτικά προγράμματα σχεδιασμένα από ανθρώπους που γνωρίζουν  την ιστορία μας και το θεατρικό μας αναλόγιο, με ανοιχτές για το κοινό διαλέξεις, με ανακοινώσεις εργασιών νέων ερευνητών, με βιβλιοπαρουσιάσεις σχετικών πονημάτων.

Το παρελθόν μας είναι πλουσιότατο, το παρόν μας σφύζει από δημιουργικότητα και ταλέντο, ας σταματήσουμε λοιπόν να ερίζουμε για το ένα όνομα.
Άλλωστε όπως είπε και ο Χορός στην Γ΄ Πράξη –Σκηνή Ε΄ στην «Ερωφίλη»:

Του πλούτου αχορταγιά, τση δόξας πείνα,
του χρυσαφιού ακριβιά καταραμένη,
πόσα για σας κορμιά νεκρ’ απομείνα,
πόσοι άδικοι πόλεμοι σηκωμένοι,
πόσες συχνές μαλιές συναφορμά σας
γρικούνται ολημερνίς στην οικουμένη!

Ας αφήσουμε λοιπόν τις «μαλιές» και ας υποδεχτούμε το «Νέο Θέατρο της Ζακύνθου».
Είναι για όλους!





[1] Δ. Ν. Μουσμούτης, Ο Ρώμας και το Θέατρο, «Πλατύφορος»: Εταιρεία μελέτης έρευνας προαγωγής πολιτισμού, Αθήνα, 2002, σελ. 23