Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Συνέντευξη σε Χρήστο Κολοβό


Πληθωρικός, χειμαρρώδης, ασυμβίβαστος, παθιασμένος με τη δουλειά του, δεμένος με τις υπογεγραμμένες, ο Χρήστος Ηλ. Κολοβός, που από την άλλη άκρη του κόσμου δε διστάζει να σου κάνει καντάδα στο skype, σήμερα δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας. Ας ακούσουμε λοιπόν τον Διευθυντή Ορχήστρας - Βιολονίστα - Ερευνητή και κυρίως καλό μας φίλο, Χρήστο Κολοβό, σε μια συνέντευξη χωρίς φόβο και πάθος.


Ερωτήσεις:


  1. Αγαπητέ μου Χρήστο, κατάγεσαι από μουσική οικογένεια: μητέρα, πατέρας, αδελφή, όλοι μουσικοί. Θα σταθώ μόνο ονομαστικά στη γιαγιά σου: την πειραιώτισσα υψίφωνο Λούλα Μαύτα-Καλογερά (1900-1994). Πόσο σε επηρέασε το περιβάλλον σου για να ακολουθήσεις την μουσική σου πορεία και πόσο εύκολο είναι για ένα νέο να ακολουθήσει τον δρόμο αυτό;

Απάντηση: Φυσικά και το περιβάλλον μου με επηρέασε κυριολεκτικά από την κοιλιά της μάνας μου. Πριν σας πω όμως μια μικρή ιστορία για να καταλάβετε τι εννοώ, θα ήθελα να σας θυμίσω πως η γιαγιά μου η Λούλα, μαζί με τη φίλη της από τη Βιέννη επίσης υψίφωνο Αλεξάνδρα Τριάντη, ήταν συνιδρύτρια του Συλλόγου «Οι φίλοι της Μουσικής» στον οποίον και οφείλουμε το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Επρόκειτο δηλαδή για ένα νεανικό όνειρο ζωής, ρομαντικό θα έλεγα,  που σκοπό είχε να αποκτήσει και η Αθήνα μια σωστή και αντάξια του ονόματός της αίθουσα συναυλιών ανάλογη εκείνης της Βιέννης. Της γνωστής μας Χρυσοποίκιλτης Αίθουσας των Φίλων της Μουσικής με τις γνωστές μας χρυσές Καρυάτιδες, έργο που χρηματοδότησε ο Έλληνας μαικήνας του Αυστριακού Κράτους, Νικόλαος Δούμπας με καταγωγή εκ πατρός από τη Βλάστη Κοζάνης, στον οποίον εκτός όλων των άλλων χρωστάμε ως ανθρωπότητα πολλά από τα χειρόγραφα του Σούμπερτ, του Μπραμς και του Γιόχαν Στράους, μιας που ήτανε πολύ στενοί φίλοι και του είχαν δωρίσει κάποια ή σαν συλλέκτης είχε αγοράσει πολλά από αυτά. Και τώρα λοιπόν, η ιστοριούλα που σας έλεγα προηγουμένως.
  Όταν η μάνα μου ήταν έγκυος έβαζαν με τον πατέρα μου και έναν φίλο τους, τον Δημήτρη το Γιάννου, κορυφαίο βιολίστα της ΕΛΣ και αργότερα καθηγητή μουσικολογίας του ΑΠΘ, έναν δίσκο στο πικ-απ με τον εκπληκτικό Ρώσο τρομπεττίστα Τιμοφέϋ Ντοκσίτσερ να παίζει Μπαχ για να δουν πώς αντιδρώ και εγώ κόντευα να τρυπήσω την κοιλιά της μάνας μου από τις κλωτσιές. Όταν έκαναν πρόβες οι ίδιοι οι γονείς μου στα έργα του Κυδωνιάτη που έπαιζαν ή σε Μπετόβεν και Σοπέν η μάνα μου και στην όπερα ο πατέρας μου, εγώ ήμουν ηρεμότατος. Σκεφτείτε δε πόση μουσική άκουσα από όταν γεννήθηκα στο σπίτι μας, αλλά και για να γελάσετε έχουμε μια φωτογραφία από το μαιευτήριο με εμένα ψηλά το χέρι σαν να διευθύνω και τότε με πήγε η μαμή στη μάνα μου και της είπε «αυτός θα γίνει μαέστρος. Όλο ψηλά έχει το χέρι του σαν να διευθύνει». Δεν έπεσε έξω τελικά.
  Όσο για το αν είναι εύκολο, δεν είναι καθόλου εύκολο να πεις ότι εγώ θα σπουδάσω μουσική  και θα γίνω καλλιτέχνης, γιατί η... πείνα παραμονεύει, τα κυκλώματα, οι στεναχώριες, οι προδοσίες, η αναγκαία μοναξιά της μελέτης, της συγκέντρωσης, της ηρεμίας, της σκέψης. Ποιος θα αντέξει να μείνει δίπλα σου που να τα καταλαβαίνει αυτά, να τα νοιώθει και να μην λέει ότι εργαζόμαστε και κάνουμε χόμπυ και γιατί δε βρίσκουμε μια δουλειά για να ζήσουμε κιόλας; (όταν φυσικά δεν έχουμε κάποια μόνιμη δουλειά)



  1. Έχεις συνδέσει την επιστημονική-ερευνητική σου πορεία με την μελέτη του αρχείου του αείμνηστου Κωνσταντίνου Κυδωνιάτη (1908-1996), που η προσφορά του στην ελληνική μουσική, έστω και ως απλή μνημόνευση, δεν μπορεί να περιληφθεί στις λίγες γραμμές αυτής της συνέντευξης. Πόσο σημαντική θεωρείς την αναδίφηση αυτών των ξεχασμένων θησαυρών από τα ιδιωτικά ή τα παραμελημένα κρατικά αρχεία, και με ποιο τρόπο πιστεύεις ότι μπορεί να προχωρήσει η έκδοση και δισκογράφησή τους;
Απάντηση: Αν το ΠΑΣΟΚ υπήρξε μια ιστορική αναγκαιότητα –καλύτερα ένα ιστορικό κακό θα έλεγα εγώ- για τον τόπο, όπως λένε πολλοί αναλυτές (Αμερικάνοι γαρ στο προσκήνιο, ο ατλαντιστής Ανδρέας, μεταπολίτευση, «σαν του κισσού το πλάνο ψήλωμα» να πιστέψει ο χιλιοβασανισμένος Λαός στον Ανδρέα Παπανδρέου κ.λπ.), ο Κυδωνιάτης για μένα υπήρξε μια συναισθηματική αναγκαιότητα. Όχι εσκεμμένη, μα έτυχε και... πέτυχε τελικά που λένε, αφού η σχέση μας όπως σας είπα είναι από τα γεννοφάσκια μου, μιας που εκτός των... πειραμάτων που μου έκαναν, είχε γράψει και αρκετά έργα για τους γονείς μου Ηλία Κολοβό (κλαρινέττο) και Μάρω Μαύτα-Κολοβού (πιάνο) και τον νονό μου Χρήστο Αργυρόπουλο (όμποε) και τον έτερο κουμπάρο τους Μίλτο Οικονόμου (φαγκόττο), αφού όλοι τους υπήρξαν αγαπημένοι του μαθητές.
  Η αναδίφηση αυτή λοιπόν όχι μόνον του Κυδωνιάτη, αλλά και άλλων «πρώτης τάξεως», όπως θα έλεγε κι εκείνος συνθετών και σολίστ, είναι απολύτως αναγκαία για να μορφωθούμε μελετώντας τα, δίνοντάς τα στο κοινό και κατόπιν αφήνοντάς τα στον δικαιοκρίτη χρόνο μέσω εκδόσεων τύποις ή δισκογραφικά. Οι άνθρωποι αυτοί έδωσαν τη ζωή τους, δίχως καμία απολαβή οικονομική συνήθως ή κάποια υποτυπώδη, μόνο και μόνο διότι ήθελαν να προσφέρουν κάτι στον τόπο τους και στην κοινωνία. Ήταν μια στάση ζωής, ένα ιδανικό, ήταν μια απόφαση ζωής, η άνοδος και η πτώση στο τέλος από την κορυφή του Γολγοθά της Τέχνης τους.
  Τα κρατικά αρχεία που αναφέρετε, ποια είναι για να έχουμε καλό ρώτημα; Ούτε στο ένα χέρι δεν μετριούνται και εάν τα βρούμε προς αρίθμηση, ας μην μιλήσουμε για την οργάνωση, τη βοήθεια στους μελετητές, την κατάσταση φύλαξης των ντοκουμέντων κ.ο.κ. Αντί να είναι τα πρώτα αυτά που θα παίζουν τον ρόλο του θεματοφύλακα και της δικής μας τέχνης, στα οποία θα έχει πρόσβαση όλος ο Λαός, θα εκμεταλλεύονται τα έργα για τη μόρφωση του Λαού, των παιδιών στα σχολειά τους, του κόσμου σε κάθε γειτονιά και πάει λέγοντας. «Βγάλτε τα πιάνα στο Λαό να μάθει ο κόσμος τον Τσαϊκόφσκυ και τον Μπετόβεν» είπε ο Λένιν και το έκανε πράξη. Εδώ μεσουρανούν κάποιοι... μίμοι –Μήτσοι, Λάκηδες, δεν έχει σημασία πώς λέγονται-- στους οποίους δειπνούν ο «αριστερός» πρωθυπουργός μας με τον Πρόεδρο της Γαλλίας και τη συνοδεία τους λ.χ., ενώ παλιά όταν είχε κλείσει η Λυρική για λίγους μήνες επί Παπάγου, ξανάνοιξε με την έλευση του Στρατάρχη Τίτου επειδή ήθελε να δει όπερα! Δυστυχώς πρωτίστως κρίση και ένδοια αξιών έχουμε και ιδανικών, και όχι οικονομική.
  Όσο για την έκδοση και δισκογράφηση των έργων αυτών, ολοφάνερο είναι πως μόνον με κρατική μέριμνα μπορεί να γίνει μια καλή δουλειά ώστε πρόσβαση μετά να έχει όλος ο Λαός, από τα σχολειά μας αρχής γενομένης μέχρι ο κόσμος όλος σε όλη την επαρχία. Όταν όμως αυτό είναι ανέφικτο, διότι οι κρατούντες στερούνται τέτοιων ευαισθησιών και μιας πολιτισμικής πολιτικής, και δη αυτοί οι ψευτοκουλτουριάρηδες που θεωρούν μίασμα την αριστεία –άκουσον, άκουσον—ο κλήρος πέφτει όχι στον γενναίο, μα στον ιδιώτη επιχειρηματία που εάν και εφ’ όσον πεισθεί, τότε κάνει το καλό και απαιτεί ο καθένας μετά κάθε είδους αντάλλαγμα.

 3. Σε ομιλία σου για το Συγκρότημα Μουσικής Δωματίου «Νικόλαος Μάντζαρος», στην Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» (28/4/2010), είχες πει ότι: «δίπλα στην προτομή του ιδρυτού της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών Φιλοκτήτη Οικονομίδη στο προαύλιο του Ωδείου Αθηνών, θα πρέπει να σταθούν ακόμη δύο. Εκείνη του ακάματου Βύρωνος Φιδετζή για το ιεραποστολικό έργο που προσφέρει μια ζωή τώρα δίχως σταματημό στην Ελληνική μας Μουσική και η άλλη του Τάκη Καλογερόπουλου για την μοναδική του προσφορά σ' ολάκερο το Έθνος, αντάξια θα λέγαμε ενός Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου». Γνωρίζοντας, και αναγνωρίζοντας, την άοκνη προσφορά του πρώτου, από προσωπική πείρα, στην ανάδειξη του έργου του Παύλου Καρρέρ, μέσα από το αρχείο του Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων, θα ήθελα πολύ σύντομα να αιτιολογήσεις για τους αναγνώστες μας αυτή σου την τοποθέτηση, αναφερόμενος επιγραμματικά και στους δύο.

Απάντηση: Τόσο ο Φιδετζής όσο και ο μακαρίτης ο Καλογερόπουλος –αν και δεν ξέρω τι έκαμαν στα μικράτα τους για το ζήτημα—αλλά αφ’ ης στιγμής επέστρεψαν από τη Βιέννη όπου μετεκπαιδεύθησαν μουσικά, αφιερώθηκαν με όλο τους το είναι, έδωσαν όλη τους την ψυχή, τη ζωή τους ολάκερη και ο Φιδετζής συνεχίζει ακόμα, στην σκαπάνη, τη μελέτη και την ανάδειξη της νεοελληνικής μας έντεχνης μουσικής με κάθε τρόπο, κάθε μέσο, κάθε κόστος. Τι να πρωτοπώ για τους αγώνες τους για την ελληνική μας μουσική; Να μιλήσω για τις Ελληνικές Μουσικές Γιορτές που ίδρυσε ο Φιδετζής, όταν ήταν διευθυντής της ΚΟΑ και από όταν έληξε η θητεία του η ΚΟΑ απόταξε το θεσμό ως άλλον σατανάν και τώρα ο Φιδετζής συνεχίζει ολομόναχος με αρκετούς ευτυχώς φίλους, συνεργάτες, οπαδούς θα έλεγα, τη διοργάνωση και πραγματοποίηση των Γιορτών ή για την νέα ενορχήστρωση από μέρους του (η πρωτότυπη έχει χαθεί) της όπερας του Καρρέρ «Μάρκος Μπότσαρης», ενός μουσικού θαύματος, αξίας ενός «Ριγολέττου» θα λέγαμε ή για την ενορχήστρωση την οποία τελειώνει της πρώτης όπερας σε ελληνικό λιμπρέττο του Σπυρίδωνος Ξύνδα «Υποψήφιος Βουλευτής».
 Όσο για τον Καλογερόπουλο θα αναφερθώ στο μεγαλύτερο και σπουδαιότερο έργο της ζωής του· στο επτάτομο Λεξικό του της Ελληνικής Μουσικής, από τον Ορφέα έως σήμερα, των εκδόσεων Γιαλλελή. Ένα έργο μοναδικό στα ελληνικά χρονικά, το οποίο περικλείει στις πάνω από 4.000 σελίδες του, άνω των 10.000 λημμάτων που αφορούν στην ελληνική μας μουσική, δίχως κανέναν ποιοτικό περιορισμό. Κατά την άποψή μου, αυτό το κάνει μοναδικό, μιας που ο καθένας που έχει προσφέρει κάτι, έχει δικαίωμα στην ιστορία. Είτε είναι μουσικός, χορευτής, τραγουδιστής κλασικός, λαϊκός, ροκ ή ραπ, είτε είναι κάποιος αυτοδίδακτος από κάποιο ορεινό χωριό της Γορτυνίας, είτε ιεροψάλτης κ.ο.κ. Ένα έργο στο οποίο ο μέντοράς μου ο Καλογερόπουλος δόθηκε καθ’ολοκληρίαν επί πολλά έτη, μέχρις στιγμής που κόντεψε να πεθάνει από αμέλεια και άρνηση επισκέψεως του νοσοκομείου. Έφυγε όμως από αυτοκινητιστικό... Σημειωτέον δε, χωρίς καμιά κρατική οικονομική βοήθεια, τη στιγμή που στο εξωτερικό για τέτοια έργα δουλεύουν στρατιές επιστημόνων και ο Ένας, επιβλέπει και έχει το γενικό πρόσταγμα θα λέγαμε. Εδώ ο Καλογερόπουλος τα έκανε όλα μόνος του, με ελάχιστους πιστούς βοηθούς-συνεργάτες, μεταξύ αυτών και εμένα τον ίδιο που δίπλα του 10 χρόνια έμαθα πάρα πολλά για την έρευνα, τη μουσική, τις συμπεριφορές των ανθρώπων, τη ζωή.

4. Το 7τομο Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής του Τάκη Καλογερόπουλου, «Από τον Ορφέα έως Σήμερα», εκδ. Γιαλλελής, αποτελεί εκδοτικό σταθμό για την ιστορία της Ελληνικής Μουσικής. Πόσο αναγκαίο είναι να διακινηθεί μια τέτοια έκδοση σε ωδεία,  μουσικά σχολεία και Πανεπιστημιακά Ιδρύματα και τι θα πρότεινες για να γίνει προσιτή μια τέτοια έκδοση; 


Απάντηση: Όπως τα σχολειά και τα ιδρύματα που αναφέρετε έχουν στη βιβλιοθήκη τους –παρ’όλο που δεν ξέρω εάν έχουν πρόσβαση οι μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας- το λεξικό του Μπαμπινιώτη ή τη γραμματική της αρχαίας του Τζαρτζάνου, έτσι πρέπει να υπάρχει και το Λεξικό της Ελληνικής μας Μουσικής, όχι μόνον λόγω περιεχομένου μα και σαν παράδειγμα ενός τεράστιου σε όγκο έργου, εργασίας και αποτέλεσμα ενός και μόνου ανδρός (φυσικά με τους σε μονοψήφιο αριθμό στενούς συνεργάτες του συγγραφέα). Όπως το λεξικό της ελληνικής του Μπαμπινιώτη. Δύο τιτάνια έργα, αποκυήματα ενός αντίστοιχα άνδρα. Όχι όμως να υπάρχουν κοινή τη θέα για στόλισμα ενός ραφιού μιας λευκής βιβλιοθήκης, αλλά να χρησιμοποιούνται συνεχώς από όλους στα μαθήματα, στις εκδηλώσεις, στις εργασίες, στις ομιλίες κ.λπ.
  Εάν λοιπόν ο τελευταίος τόμος εξεδόθη στα 2002 αν θυμάμαι καλά, τώρα 15 χρόνια μετά είναι καιρός να γίνει μια επανέκδοση αρχικά θα πρότεινα, με διόρθωση των όποιων λαθών της αρχικής εκδόσεως και συμπλήρωση ίσως κάποιων αναγκαίων στοιχείων που ελάνθαναν τότε ή κάποιες χρονολογίες θανάτων φερ’ ειπείν και μαζί με μια σε λίγα αντίτυπα τύποις έκδοση να κυκλοφορήσει και σε CD-ROM και σαν εφαρμογή στα προηγμένα μας κινητά τηλέφωνα. Καθ’ ον χρόνον λοιπόν αυτό θα ξαναγίνεται κτήμα όλων μας, να συσταθεί μια επιστημονική ομάδα με κάποιον επιμελητή και α.α. του Καλογερόπουλου πια και να εργασθεί για μια Β΄ έκδοση σε ένα βάθος 5-10 χρόνων από σήμερα λ.χ. με προσθήκη νέων ανθρώπων, νέων στοιχείων, ό,τι επίσης άφησε εκτός της Α΄ έκδοσης ο Καλογερόπουλος και να κυκλοφορήσει ίσως μόνον ηλεκτρονικά πια ή σε έναν συλλεκτικό αριθμό αντιτύπων επί χάρτου και μετά μόνον ηλεκτρονικά. Ετούτη τη φορά όμως για την σύσταση των επιστημόνων θα χρειαστεί και κάποιο κονδύλι για την καλύτερη επίτευξη του εγχειρήματος.

  1. Η Επτανησιακή Μουσική Σχολή, όπως και η αντίστοιχη Επτανησιακή Σχολή στη Ζωγραφική, και η Επτανησιακή Σχολή στην Λογοτεχνία, λαμβάνουν δυτικές επιρροές σε σημείο του να δέχονται επικριτική αντιμετώπιση από τους ελλαδίτες μελετητές. Πόσο υπεύθυνη πιστεύεις ότι είναι η προκατάληψη αυτή, στη μελέτη και ανάδειξη της σπουδαίας ελληνικής- ελληνικότατης θα έλεγα-  Επτανησιακής Σχολής;

Απάντηση: Ο Καλογερόπουλος θα έγραφε στον όχι άκυρο ισχυρισμό σας πως «τους χαλάνε τη σούπα» οι Επτανήσιοι. Λοιπόν κατά τη γνώμη μου αυτά δεν στέκουν. Ό,τι και να πουν οι «ελλαδίτες» η εθνική μας μουσική σχολή ξεκινά καλώς ή κακώς από τον Πατριάρχη της τον κληρονομικώ δικαιώματι Ιππότη Νικόλαο Χαλικιόπουλο-Μάντζαρο με τους δεκάδες μαθητές του και μη για να φτάσει 100 χρόνια μετά στον Καλομοίρη και τους συν αυτώ. Και με συγχωρείτε δηλαδή, δεν καταλαβαίνω γιατί ο Καλομοίρης και άλλοι, όχι όλοι ευτυχώς, σβήνουν έτσι μονοκοντυλιά τους επτανησίους επειδή «ιταλίζουν» όπως έλεγαν. Ο Καλομοίρης και οι γερμανοτραφείς, δηλ. τι κάνουν; «Γερμανίζουν»; Όλοι επηρεάζονται από τους τόπους που σπουδάζουν, την εποχή τους, τις επιρροές των δασκάλων τους κ.λπ. Και πώς μπορούμε να λέμε ότι δεν είναι ελληνική μουσική η επτανησιακή σχολή, όταν γράφονται έργα σε ελληνικό λιμπρέττο σαν τον «Υποψήφιο Βουλευτή» του Ξύνδα, ή με ελληνικά θέματα σαν τον «Μάρκο Μπότσαρη» ή τη «Δέσπω» και τον «Μαραθώνα-Σαλαμίνα» του Καρρέρ; Τι κάνει ένα έργο ελληνικό δηλαδή; Το τριημιτόνιο της ανατολής και ο γερμανικός συντηρητισμός των Καλομοιρικών και του τότε διευθυντού του Ωδείου Αθηνών Γεωργίου Νάζου  που διέγραψαν τους νεκρούς επτανησίους και πολέμησαν τους ζωντανούς; Ή η «μαλλιαρή» εν είδει προόδου της δημοτικής; Δεν το πιστεύω αυτό. 

  1. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1912 στην Πλούμιτσα Κροκεών της Σπάρτης. Κροκεάτης κι εσύ, κατά καιρούς προσπάθησες να καταθέσεις την επιστήμη και την τέχνη σου για να τιμήσεις τον μεγάλο Ποιητή. Η Ζάκυνθος αντίστοιχα υπήρξε το λίκνο του εθνικού μας Ποιητή. Πόσο εύκολο είναι πιστεύεις σήμερα να τιμηθεί η Ποίηση και οι εκπρόσωποί της, σε μια εποχή που κατακλυζόμαστε από τη φτηνιάρικη υποκουλτούρα των ΜΜΕ, που θεοποιούν ατάλαντους «Κακοφωνίξ», μέσα από την παλίρροια του διαδικτύου;

Απάντηση: Όσο υπάρχουν άνθρωποι, δηλ. όντα που «άνω θρώσκουν την ώπα», δηλ. κοιτούν ψηλά με τα μάτια, θα υπάρχει και ποίηση. Καλή ή κακή δεν έχει σημασία. Άλλωστε σκοπός της ποίησης δεν είναι να την καταλαβαίνουμε, μα να συναισθανόμαστε, δηλ. να νοιώθουμε, να αφουγκραζόμεθα. Άρα να ξυπνάμε και να γληγορούμε. Συνεπώς πάντα θα τιμάται και η τέχνη του ποιείν και οι τεχνίτες της.
  Όσο για την φτηνιάρικη υποκουλτούρα που λέτε, αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι πολύ καλά σχεδιασμένη πολιτικά για να μην σκεφτόμαστε πια, να μην έχουμε κρίση, να μην διεκδικούμε, να μην αγωνιζόμεθα.
  Για το διαδίκτυο τώρα, όπως γνωρίζετε, υπάρχουν εκατομμύρια τρόποι να χρησιμοποιηθεί σωστά εκπαιδευτικά τόσο στα σχολειά μας όσο και οίκαδε. Όλα τα παιδιά έχουν ένα «έξυπνο κινητό». Στο σχολείο βάσει νόμου απαγορεύονται τα κινητά. Αλλά όλοι έχουν. Μα είναι τόσο δύσκολο να σκεφτούμε πώς θα μπορούσαμε με εντολή των διδασκόντων και κατόπιν επιλογής τους να χρησιμοποιούνται στην τάξη ως εργαλεία για να επισκεφτούν λ.χ. τη βιβλιοθήκη του Βατικανού ή της Αλεξανδρείας, ή το μουσείο του Ρέμπραντ και του Λούβρου την ώρα των καλλιτεχνικών και το αρχείο Κ.Π. Καβάφη εν ώρα Λογοτεχνίας; Ξέρετε πως και η ατομική βόμβα όταν φτιάχτηκε πήγε την επιστήμη πολύ μπροστά. Δεν φταίει ο επιστήμων εάν κάποιοι την χρησιμοποίησαν για να αφανίσουν ολόκληρες πόλεις. Για τα ΜΜΕ όμως που λέτε, θα σας πω μια φράση της Αλέκας Παπαρήγα. «Όταν κλείνει μια τηλεόραση, ανοίγει ένα βιβλίο».


  1. Έχεις διευθύνει σημαντικές ορχήστρες του εξωτερικού, όπως την Ορχήστρα Νέων της Ρωσίας "Λ. Νικολάγιεφ", στο πλαίσιο του εορτασμού των 200 χρόνων από τη γέννηση του ποιητή του Καυκάσου, Μιχαήλ Λιέρμοντοφ, στη Μόσχα, στο Moscow International House of Music (11.11.2014), την ορχήστρα "Μάλερ" της Βιέννης, στο MuTh, έδρα της διάσημης παιδικής χορωδίας αγοριών της Βιέννης, μετά τον διεθνή διαγωνισμό που κέρδισες ανάμεσα σε 72 μαέστρους από όλον τον κόσμο, διοργανωμένο από την ως άνω Ορχήστρα, στη Βιέννη (31.7.2014) και αρκετές άλλες που λόγω οικονομίας χώρου δεν είναι εύκολο να αναφέρω. Τί σκέφτεσαι κάθε φορά που στέκεσαι στο podium αναφορικά με την υποστήριξη της Πολιτείας αντίστοιχων δικών μας ορχηστρών και μουσικών σχημάτων;
Απάντηση: Εάν τα σκεφτόμουν αυτά όταν βρίσκομαι στο πόντιουμ, δε θα μπορούσα να κάνω τη δουλειά μου. Πριν όμως και μετά που τα σκέφτομαι, μου έρχεται να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε τον πολιτισμό ως είδος πολυτελείας και να μας λένε και εμείς να το δεχόμαστε αβλεπί, ότι «εδώ δεν έχουμε να φάμε, τον πολιτισμό θα κοιτάξουμε;». Μα εδώ είναι το σφάλμα. Ότι ο πολιτισμός είναι το ΑΠΑΝ, η αρχή και το τέλος όλων. Χωρίς το «ψωμί» του Τολστόι, πώς θα αγωνιστείς για να αποκτήσεις ή να βελτιώσεις το ψωμί προς βρώσιν; Δηλ. δίχως τον πολιτισμό, τα βιβλία, τη μουσική, την Γκουέρνικα, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, την Κοιμωμένη του Χαλεπά και όσα συνθέτουν την ύπαρξή μας, πώς θα πάμε μπροστά;
  Για δε τις Ορχήστρες μας ειδικά που αναφέρετε, ξέρετε πόσα κοστίζει ένα πολύ καλό όργανο ενός μουσικού σε μια ορχήστρα της Αυστρίας ή της Γερμανίας; Δεκάδες χιλιάδων ευρώ (και τα δικά μας δηλ. όχι λιγότερα). Τα αγοράζει τις περισσότερες φορές το κράτος ή μεγάλοι οργανισμοί για να υπάρχει η καλύτερη ποιότητα και ομοιογένεια και οι μουσικοί απρόσκοπτα να εργάζονται. Εδώ κοιτάνε οι κρατούντες πώς θα κόψουν το επίδομα οργάνου, το οποίο δεν φτάνει ούτε να αλλάξουμε χορδές και τρίχες στα δοξάρια μας οι έγχορδοι, τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι οτιδήποτε χρησιμοποιούν στον χώρο της εργασίας τους αγοράζεται από το Κράτος. Το γραφείο, η καρέκλα, το μολύβι, η γόμα, το χαρτί κ.λπ., ενώ εμείς οι μουσικοί ξοδεύουμε περιουσίες για το εργαλείο της δουλειάς μας και η προπαγάνδα από τα ΜΜΕ που λέτε πιο πάνω και τους κρατούντες, λέει «σιγά μωρέ, τί κάνουν; Μουσική παίζουν, το χόμπυ τους κάνουν». Και εάν κλείσει μια ορχήστρα μας, κανείς δεν θα διαμαρτυρηθεί, γιατί δεν είμαστε δυστυχώς απαραίτητοι στην κοινωνία. Μην κοιτάτε τι έγινε με τις Ορχήστρες και τη Χορωδία της ΕΡΤ. Αυτό έγινε γιατί υπήρχε το μικρόφωνο και η κάμερα, που έχουν όλη τη δύναμη της εποχής. Όμως όταν έκλεισε πριν κάτι χρόνια το Κρατικό Μπαλέττο της Φρανγκφούρτης, ο Λαός βγήκε στους δρόμους επί μέρες και τελικά ξαναλειτούργησε. Εδώ θα μας αναζητήσει κανείς ή αυτόματα θα πάμε στα αζήτητα;


  1. Χρήστο μου, είμαι περίεργη να ακούσω τα μελλοντικά σου σχέδια.

Απάντηση: Εκτός από κάποιες δημοσιεύσεις ερεύνης που έχω στα σκαριά, όπως μια πρώτη βιογράφιση του πρώην γενικού διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και μόνιμου αρχιμουσικού της Θεοδώρου Βαβαγιάννη (1905-1988) που ετοιμάζεται να εκδοθεί από τον «Μουσικό Ελληνομνήμονα» του Εργαστηρίου Ελληνικής Μουσικής του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου και κάποια κείμενα για τα 20 χρόνια από το θάνατο του Κωνσταντίνου Κυδωνιάτη και για τα 70χρονα του Τάκη Καλογερόπουλου, στις 12 Μαΐου θα έχω τη χαρά να ντεμπουττάρω ως διευθυντής ορχήστρας στην Ελλάδα, επικεφαλής του «Συνόλου Φεστιβάλ Ιονίων» -ενός ευέλικτου συνόλου που δραστηριοποιείται τα τελευταία χρόνια στην ερμηνεία της σύγχρονης μουσικής και αποτελείται από εξαίρετους νέους μουσικούς, όπως την μέτζο Αγγελική Καθαρίου, τον πιανίστα Στέφανο Νάσο, την τσελλίστρια Μαρίνα Κολοβού κ.ά.— σε μια συναυλία στο Ωδείο Αθηνών διευθύνοντας έργα νέων Ελλήνων συνθετών στο πλαίσιο των εφετινών 12ων Ελληνικών Μουσικών Γιορτών που διοργανώνονται από τον εμπνευστή και ζωοδότη τους, τον αρχιμουσικό Βύρωνα Φιδετζή και ως κεντρικό άξονα έχουν την όπερα, επ’ ευκαιρία του νέου ξεκινήματος της Εθνικής μας Λυρικής Σκηνής στο νέο κτήριό της στον Ιππόδρομο, το οποίο χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Έτσι η Λυρική μας αφήνει μετά από κάμποσες δεκαετίες τα... προσωρινά «Ολύμπια» για μια μετεγκατάσταση και μια εκτόξευση καλλιτεχνική και εύχομαι και σε εργασιακό επίπεδο το ίδιο, παρ’όλη την οικονομική κρίση, να μην φτάσουμε να εργαζόμαστε σε ένα υπερσύγχρονο κτήριο με απολαβές χειρότερες της πρώτης γερμανικής Κατοχής. Με μια διαφορά όμως· ότι τότε οι Γερμανοί θέσπισαν διά νόμου την αλλαγή της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών, σε Κρατική, ενώ οι απόγονοί τους προ τριετίας (2013) έκλεισαν και τις δυο Ορχήστρες και τη Χορωδία της ΕΡΤ. Γερμανοί και τότε, Γερμανοί και τώρα. Διαφορετικές πολιτισμικές αξίες όμως.


Σε ευχαριστώ!


Ευχαριστώ κι εγώ!
Η Συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τέχνης Λόγια", Νο 17 / 5173 / 23.03.2016, που διανέμεται 
με την εφημερίδα "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ".
   


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου