Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

"Η Ζάκυνθος του Γεράσιμου Πιτζαμάνου".

Αναζητώντας τη Ζάκυνθο στο Λεύκωμα: «Ιππότης Γεράσιμος Πιτζαμάνος (1787-1825), Η Συλλογή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τόμος Α΄-Β΄, Αθήνα 2013», έκδοση Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος»

Μια εξαιρετική έκδοση αποτελεί το δίτομο λεύκωμα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος (ΙΕΕΕ), που αναφέρεται στη Συλλογή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου για το ζωγράφο, αρχιτέκτονα, Φιλικό, καθηγητή της Ιονίου Ακαδημίας και κάτοχο υψηλών αξιωμάτων στο εξωτερικό, Ιππότη Γεράσιμο Πιτζαμάνο (1787-1825), σε κείμενα – επιμέλεια της επιμελήτριας της Εταιρείας, κ. Αναστασίας Ρ. Κούλη, που ευγενικά προσφέρθηκε στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων.
Όπως γράφει στο πρόλογο του Α΄ τόμου ο κ. Διονύσιος-Άγγελος Μινώτος, Πρόεδρος του Δ.Σ. της ΙΕΕΕ: «Η δημοσιοποίηση της Συλλογής του Γεράσιμου Πιτζαμάνου, διασφαλίζει τη μακροζωία και την παράδοσή της στις επόμενες γενιές, αναθερμαίνοντας τη συλλογική μνήμη, ώστε το πολιτισμικό αγαθό να υπηρετεί το κοινωνικό. Παρέχει επίσης στο ευρύ κοινό τη δυνατότητα για μια πλατιά και ευπρόσδεκτη προσέγγιση της προσωπικότητας και του σπουδαίου έργου του Γεράσιμου Πιτζαμάνου στο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο της Επτανήσου την τελευταία δεκαπενταετία του 18ουαι. και την πρώτη εικοσιπενταετία του 19ου αι.
    Ο αναγνώστης ενημερώνεται με λεπτομέρεια για την καταγωγή του, τις πολυδιάστατες σπουδές του στη Ρώμη και το Παρίσι, την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του, ως καθηγητή αρχιτεκτονικής στην Ιόνιο Ακαδημία, την πλούσια παραγωγή εικαστικών έργων, καθώς και τα δύο σημαντικά σωζόμενα συγγράμματά του, το περιηγητικό κείμενο για την Κωνσταντινούπολη και το δοκίμιο “Saggio d’ architectura Civile con alcume cogniozioni comuni a tutte le Belle Arti” (Δοκίμιο Πολιτικής Αρχιτεκτονικής με μερικές γνώσεις κοινές για όλες τις Ωραίες Τέχνες)».


         Η δική μας ωστόσο αναφορά στην μνημειώδη αυτή έκδοση, που και από τις διαστάσεις ακόμη (37,5χ30 εκ) κάθε τόμου, καθηλώνει τον αναγνώστη της, γίνεται, γιατί θέλουμε να δώσουμε έμφαση στα σημεία εκείνα που εντοπίσαμε αναφορές στη Ζάκυνθο, τόσο στον  Α΄ τόμο, που περιλαμβάνει τη βιογραφία και ανάλυση του έργου του, όσο και στον Β΄ τόμο, που παρουσιάζει τα εικαστικά του Έργα.

Από τον Α΄ τόμο λοιπόν θησαυρίζουμε ότι ήταν Κεφαλλονίτης, γόνος επιφανούς οικογένειας καταγεγραμμένης στο Libro dOro. Πρόγονοί του είχαν ανώτατα αξιώματα, όπως ο Αλοΐσιος Πιτζαμάνος, Προβλεπτής Ζακύνθου, και ορισμένοι είχαν λάβει μέρος στο πλευρό των Ενετών κατά τους Ενετοτουρκικούς πολέμους.

        Σε ηλικία 17 χρονών, το 1804, κατατάχτηκε στο σώμα μηχανικού του στρατού με τη βοήθεια του Ρώσου ανώτερου αξιωματικού στην Κεφαλονιά, Stetter. Οι βιογράφοι του παραδίδουν την πληροφορία πως, ένας «στρατηγός», εντυπωσιασμένος από μία προσωπογραφία καλλιτεχνημένη από το νεαρό Πιτζαμάνο, δέχτηκε να τον κατατάξει στο συγκεκριμένο σώμα στρατού, που ταίριαζε στις κλίσεις του και είχε έδρα τη Ζάκυνθο.

          Στη Ζάκυνθο ο Πιτζαμάνος θα μείνει από το 1804-1807. Εκεί θα βρει την ευκαιρία να μαθητεύσει κοντά στον Νικόλαο Καντούνη (1767-1834), ωσότου μετατεθεί στην Κέρκυρα από τον συνταγματάρχη Stefanov. Εκεί πήρε το βαθμό του λοχαγού, εργαζόμενος ως σχεδιαστής σε οχυρωματικά και χαρτογραφικά αντικείμενα για τρία περίπου χρόνια.

          Το «Λεύκωμα», που περιλαμβάνει τα εικαστικά του έργα και δημοσιεύεται στη μνημειώδη αυτή έκδοση, τον ακολουθεί σε όλη του τη διαδρομή, μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, σε ηλικία μόλις 38 ετών, στις 4/16 Δεκεμβρίου 1825. Η σορός του πιθανότατα μεταφέρθηκε από τα αδέρφια του στο Αργοστόλι και ενταφιάστηκε στην οικογενειακή εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, που σήμερα δυστυχώς δε σώζεται.
          Το υλικό που φυλάσσεται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρείας της Ελλάδος, πρόκειται για ένα σημαντικό μέρος του εναπομείναντος έργου και αρχείου του, που εμπιστεύτηκε το 1896 ο Σπυρίδων Πιτζαμάνος, ανηψιός του Γεράσιμου, στην ΙΕΕΕ. Στην ΙΕΕΕ φυλάσσεται επίσης και το περιηγητικό κείμενο για την Κωνσταντινούπολη, που έφερε λίγα χρόνια αργότερα στην Εταιρεία, ο κεφαλλονίτης ιστοριοδίφης Ηλ. Τσιτσέλης.
          Αυτό το υλικό δημοσιεύεται στην προαναφερόμενη έκδοση και αποτελεί το μόνο γνωστό σώμα έργων του Πιτζαμάνου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αφού  στο πέρασμα των δύο αιώνων από το θάνατό του, τα υπόλοιπα έργα του χάθηκαν, διασπαρμένα στις χώρες που έζησε και ό,τι απέμεινε στα Επτάνησα, φαίνεται να καταστράφηκε από τον σεισμό του 1953.
     Το σωζόμενο εικαστικό υλικό στην ΙΕΕΕ, περιλαμβάνει ελαιογραφικές προσωπογραφίες, τον μόνο γνωστό υδατογραφικό του χάρτη και κυρίως το μοναδικό σωζόμενο «Λεύκωμα» με τα ποικίλης τεχνικής και θεματολογίας έργα, που τοποθετούνται χρονικά από την περίοδο των σπουδών του στη Ρώμη ως και την περίοδο εργασίας του στα Επτάνησα. Περιέχει χαρακτικά, σχέδια και σπουδές αρχιτεκτονικών και άλλων έργων και κυρίως, το μεγάλο σύνολο των υδατογραφικών αποτυπώσεων ενδυμασιών και τοπίων, από τα ταξίδια του στα Επτάνησα, τον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο, την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη.
          Ο Πιτζαμάνος, αριθμεί ο ίδιος τα φύλλα του «Λευκώματος», είτε πρόκειται για αμφίγραπτα, είτε μίας όψης, σημειώνοντας τον αριθμό στη σελίδα που φέρει το πιο ολοκληρωμένο έργο.

Στο παρόν άρθρο θα σταχυολογήσουμε:
Α. Τη σειρά με τις τοπικές ενδυμασίες που προέρχονται από τη Ζάκυνθο.
Β. Την πανοραμική αποτύπωση της Ζακύνθου στις σειρές των απόψεων των ακτογραμμών που σχεδιάζει στα όρια των φύλλων του.
Γ.Το επίγραμμα στον τάφο του Ζακυνθίου Διονυσίου Βρυσίδη.
Δ. Ένα χάρτη της νήσου και
Ε. δύο πορτραίτα του, για να συστήσουμε τη μορφή αυτού του πρόωρα χαμένου καλλιτέχνη, στο ευρύ κοινό.

Α. Οι φορεσιές της Ζακύνθου, όπως και οι φορεσιές κάθε τόπου, αποτελούν ένα σύνθετο απόσταγμα της ιδιαιτερότητάς του, που καθορίζεται τόσο από τις ιστορικές περιπέτειες, όσο και από την ιδιοσυγκρασία των κατοίκων του. Όπως είναι γνωστό, τα στοιχεία και τα ονόματα της ελληνικής λαϊκής φορεσιάς διατηρήθηκαν μέσα από διάφορες προφορικές μαρτυρίες απλών ανθρώπων, που μάζεψαν κάποιες σπουδαίες γυναίκες, όπως η ενδυματολόγος Ιωάννα Παπαντωνίου, η Αγγελική Χατζημιχάλη, η Πόπη Zώρα. Δεν είναι πάλι τυχαίο το γεγονός ότι οι αξεπέραστες αυτές εργασίες πάνω στον τομέα της ελληνικής λαϊκής φορεσιάς δεν συμπεριέλαβαν τη Ζάκυνθο μέσα στο τομέα της έρευνάς τους. Η Ζάκυνθος είχε την ατυχία να γκρεμιστεί και να καεί με τον σεισμό του 1953, έτσι τα λιγοστά απομεινάρια των ενδυμασιών κάηκαν μαζί με τα άλλα οικογενειακά κειμήλια που φυλάσσονταν στις κασέλες[1].
Εξαίρεση στον τομέα άντλησης πληροφοριών για τις τοπικές ενδυμασίες της Ζακύνθου, αποτελούν: Α) η διδακτορική διατριβή της Μαρίνας Βρέλλη-Ζάχου, «Η ενδυμασία στη Ζάκυνθο μετά την ένωση (1864-1910), Συμβολή στη μελέτη της ιστορικότητας και της κοινωνιολογίας του ενδύματος»,[2] και το βιβλίο της Μαριάννας Κούτση-Μαρούδα, «Ενδυματολογικά Ζακύνθου».[3] Αξίζει να μνημονευτεί επίσης η εργασία του Ντίνου Κονόμου στα Επτανησιακά Φύλλα του 1954 «Ζακυνθινά κοστούμια των διαφόρων τάξεων επί Βενετοκρατίας»[4], και του ιδίου «Παλιές ζακυνθινές φορεσιές» στο βιβλίο του «Τση Ζάκυθος»[5] και Β) τα έργα τέχνης από τα οποία αντλούμε πληροφορίες σχετικές.

Στην εργασία μας με τίτλο «Οι Ζακυνθινές τοπικές ενδυμασίες», στο «Ζάκυνθος – Puglia: Μουσική, Ήθη, Έθιμα» [6]προσπαθήσαμε να ανασυνθέσουμε τις πληροφορίες που δίνουν οι εικόνες της εποχής, στηριζόμενοι: Α. στις ζακυνθινές ενδυμασίες του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, Β. στους πίνακες των λιτανειών και Γ. στις προσωπογραφίες και τους πίνακες ηθογραφικής ζωγραφικής της εποχής.
Δεν είναι του παρόντος να αναφερθούμε αναλυτικά στο περιεχόμενο της προαναφερθείσας εργασίας γιατί θα πλατειάσουμε επικίνδυνα.
Με αυτό το πρίσμα της σπανιότητας των πληροφοριών για τις Ζακυνθινές ενδυμασίες, λοιπόν, προσεγγίσαμε το υλικό που μας προσφέρει η θαυμάσια έκδοση της ΙΕΕΕ.
         Έτσι από τον Β΄ τόμο θησαυρίσαμε τα εξής έργα του Γεράσιμου Πιτζαμάνου, που φιλοτέχνησε στο διάστημα της εκεί παραμονής του στο νησί, δηλαδή από το 1804-1807 και πρόκειται για έργα προγενέστερα των ενδυμασιών που φιλοτέχνησε ο ζακυνθινός ζωγράφος Διονύσιος Καλυβωκάς (1806-1877) για τον κώδικα του Διονυσίου Βαρβιάνη[7] και τα οποία αντέγραψε ο Χρήστος Ρουσέας (1896-1978) και σήμερα βρίσκονται στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, προερχόμενα από τη δωρεά Κολυβά. [8] :

          1.«Ο παπά-Κατοστάρας, από τη Ζάκυνθο» (εικόνα 101)[9]: «Στην  προσωπογραφία αυτή του Ζακυνθινού ιερέα, ο Πιτζαμάνος δεν άφησε να ξεχάσουμε το όνομα ή το παρατσούκλι «Παπα-Κατοστάρας». Όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Ζώης στο Λεξικό  του: «κατοστάρα» είναι το νόμισμα που ισοδυναμεί με 3 φράγκα[10]. Ίσως ο ζωγράφος κάνει μνεία στην φιλαργυρία του εικονιζόμενου προσώπου, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζεται με εξαιρετική σωματικότητα, όσο κι ελεύθερη στάση με τα χέρια στη μέση. Ίσως πάλι όπως σημειώνει η επιμελήτρια της έκδοσης: «Με το έργο αυτό ο Πιτζαμάνος δίνει την προσωπογραφία ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, αλλά είναι και σχόλιο για το δυναμισμό που απαιτούσε η αποστολή ενός κληρικού στην κοινωνία ιδιαίτερα εκείνης της εποχής. Ο παπα-Κατοστάρας με το διεισδυτικό βλέμμα και το αδιόρατο μειδίαμα, μοιάζει να μας επιτηρεί αφ’ υψηλού, όπως ένας δάσκαλος τα παιδιά, ένας ρόλος που και κυριολεκτικά αναλάμβαναν τότε και ιερείς».

          2. «Πολίτες της Ζακύνθου» (εικόνα 102)[11]: «Με αυτόν τον  τίτλο ο Πιτζαμάνος», σημειώνει η επιμελήτρια της έκδοσης, «άμεσα παραπέμπει στην ταξική διαστρωμάτωση της επτανησιακής κοινωνίας. Τέσσερις άνθρωποι με ποικίλους ενδυματολογικούς συνδυασμούς αποτελούν μία παρέα που στρέφεται προς εμάς». Μόνο ο τέταρτος από τα δεξιά εικονίζεται προφίλ. Αλλά «ποια έννοια δίνει ο Πιτζαμάνος στον όρο «cittadini»; Η έννοια του «πολίτη» μπορεί να δηλώνει τον κάτοικο της πόλης, αλλά και να ορίζει την τάξη των πολιτών, δηλαδή των ευγενών, στους οποίους αναγνωρίζουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι και του διορισμού σε δημόσια αξιώματα και θέσεις, αφού ο λαός είχε μόνο υποχρεώσεις. Ακόμη και η συνεχώς αναδυόμενη «μεσαία τάξη», οι αστοί, οι γιατροί, οι έμποροι, οι επαγγελματίες που ζούσαν στην πόλη αγωνίζονταν για το δικαίωμα του πολίτη (cittadino). Μεγάλη δε ήταν η σημασία που δινόταν στη διαμονή στην πόλη. Σχετικά με τους ενδυματολογικούς κώδικες, σημειώνουμε ότι τέλη του 18ου αι., η ενδυμασία των κατοίκων των αστικών κέντρων και των αστών έφερε στοιχεία των ευγενών, βέβαια, σε πολύ λιγότερο πολυτελή εκδοχή. Στην πορεία τα πράγματα έτειναν να απλοποιηθούν. Το κάλυμμα του κεφαλιού ήταν μια σκούφια απλή και κυκλική, το πουκάμισο λευκό με κολάρο ψηλό και λαιμοδέτη επιδέξια δεμένο σε φιόγκο μπροστά. Από πάνω φορούσαν γιλέκο σταυρωτό και με πέτα συνήθως («σωκάρδι» στην Κεφαλονιά), φράκο για πανωφόρι, και χαρακτηριστικά εφαρμοστά μεταξωτά παντελόνια ως το γόνατο, τα «τσεντουρίνια». Τέλος φορούσαν λευκές μεταξωτές κάλτσες και υποδήματα με αγκράφες. Με την εγκαθίδρυση των Βρετανών και την ανάπτυξη του εμπορίου άρχισε να επιβάλλεται η αγγλική μόδα, με πιο εφαρμοστά ρούχα και σταδιακή επικράτηση του πανταλονιού. Όπως βλέπουμε το νεαρότερο άνδρα, τα μαλλιά είναι σε ατημέλητο στυλ και διατηρεί μακριές φαβορίτες».

          3. «Δύο γυναίκες και ένα αγόρι από τη Ζάκυνθο» (εικόνα 103)[12]:
       
   «Το αγοράκι είναι ντυμένο με την «τελευταία λέξη» της αντρικής μόδας. Οι γυναίκες ανήκουν στη λαϊκή τάξη. Χαρακτηριστικό είναι το «μαντιλό ή μαντιλόνι», το μεγάλο λευκό μαντήλι που κάλυπτε την πλάτη ως τη μέση, αλλά και το στέρνο μπροστά. Οι ανύπαντρες κοπέλες το έριχναν απλώς στο κεφάλι, ενώ οι παντρεμένες το δίπλωναν μπροστά. Η κοπέλα που φαίνεται σε δεύτερο πλάνο, δείχνει να φορά ένα ψηλόμεσο φόρεμα, ενώ η άλλη φούστα, «βελέσι», πουκάμισο και την «μπροστέλα ή ποδία», γράφει η  επιμελήτρια της έκδοσης, βασισμένη σε μελέτη της Μαρίνας Βρέλλη-Ζάχου, την οποία ήδη μνημονεύσαμε .

          4. «Τρεις χωρικοί από τη Ζάκυνθο» (εικόνα 104)[13]:    «Σε αυτό το ημιτελές έργο, αποδίδει τρεις χωρικούς με τραχιά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά. Μια αιφνίδια εύθυμη διάθεση, κάνει τον Πιτζαμάνο να «προβάρει» στον πρώτο άνδρα ένα δυτικό ημίψηλο καπέλο, ενώ τους άλλους τους σημειώνει ως κόμηδες…. Όμως η συμπάθειά του γίνεται φανερή τόσο στις αγαθές εκφράσεις των προσώπων, τη χάρη των στάσεων, τον τονισμό της προοπτικής από κάτω προς τα πάνω και της σωματικότητας. Ένας υπαινιγμός για τη δύναμη της καταπιεσμένης τρίτης τάξης; Ας παρατηρήσουμε την ποικιλία των εκφράσεων του προσώπου και τις ακόμη πιο εκφραστικές στάσεις του σώματος».


         5. «Τρεις πολίτες από την πόλη της Ζακύνθου» (εικόνα 105)[14]: Γράφει χαρακτηριστικά η επιμελήτρια της έκδοσης: «Το έργο παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για την έννοια του όρου «πολίτες», που δίνει ο Πιτζαμάνος, για την ενδυματολογική πληροφόρηση, που μας παρέχει και βέβαια για την απόδοση ενόπλων ανδρών σε δημόσιο χώρο. Πρόκειται για ανθρώπους της ανερχόμενης αστικής τάξης με κάποια πολιτικά δικαιώματα, που κατοικούν στην πόλη της Ζακύνθου. Ας προσέξουμε την ποικιλία των ενδυματολογικών συνδυασμών, ανάλογα ο καθένας με το προσωπικό του  γούστο, τις επιταγές της τάξης του και την οικονομική του δυνατότητα. Ο μεσαίος, με το κόκκινο μαντήλι τυλιγμένο στο λαιμό με τον τυπικό επτανησιακό τρόπο, συνδυάζει το ανατολίτικης προέλευσης, αλλά αγαπητό στα επτανησιακά ζωνάρι στη μέση, με στενό σακάκι. Οι άλλοι δύο φορούν την καμιζιόλα, το ριχτό δηλαδή βαμβακερό σακάκι, που συνήθιζαν να φορούν οι γεωργοί όταν εργάζονταν.
         Ενδιαφέροντα ερωτήματα για την ταυτότητα και τη χρονική αναφορά των έργων προκύπτουν από την απόδοση αυτής της «προκλητικά» πάνοπλης ομάδας σε δημόσιο χώρο. Ο Πιτζαμάνος πάντως δε δίνει ουδεμία εξήγηση. Μήπως όμως απεικονίζει μια ομάδα πολιτοφυλακής, εντεταλμένων δηλαδή πολιτών για συγκεκριμένη υπηρεσία, που οργανώνονταν κατά καιρούς επί πρώιμης βρετανικής κατοχής; Υπενθυμίζουμε πως η Ζάκυνθος και η Κεφαλονιά, πέρασαν ήδη από το 1809 στους Βρετανούς, και η Ζάκυνθος αποτέλεσε το ορμητήριό τους. Στην πρώτη αυτή περίοδο, επέδειξαν ένα ιδιαίτερα φιλολαϊκό και φιλελεύθερο προσωπείο, που γρήγορα όμως θα πέσει με τον ερχομό του Maitland».


  6.  «Γυναίκα και δύο κορίτσια από τη Ζάκυνθο». (εικόνα 106)[15]:
«Στο κέντρο της σύνθεσης δεσπόζει η μορφή μιας χαριτωμένης νεαρής γυναίκας. Τα μαύρα μαλλιά τονίζουν τη λευκότητα του προσώπου της που φωτίζεται επιπλέον από ένα συνεσταλμένο χαμόγελο. Στέκεται σε χαρακτηριστική στάση με τα χέρια διπλωμένα στην κοιλιά, μία στάση που  μπορεί να ερμηνευτεί κι ως συστολή ή αναμονή. Το μεγαλύτερο κορίτσι στρέφεται ανέκφραστο προς τη γυναίκα, ενώ η μικρή, με ύφος σοβαρό και κουρασμένο όσο μιας μεγάλης κυρίας, ευγενικά περιμένει. Για άλλη μια φορά ο Πιτζαμάνος μας προκαλεί σε ένα παιχνίδι υποθέσεων για τη σχέση των τριών μορφών. Πίσω διακρίνεται το σκαρίφημα ενός άνδρα και ενός παιδιού. Τα κορίτσια είναι ντυμένα με τα γιορτινά τους, ιδιαίτερα φροντισμένα, με σκουλαρίκια και περιδέραιο, προφανώς ένδειξη και της τάξης τους. Το μαντήλι φορεμένο ανοιχτά, αγκαλιάζει τους ώμους και αφήνει ακάλυπτο το στέρνο όπως ταιριάζει σε ανύπαντρες κοπέλες. Δύο ήταν οι συνήθεις τύποι της γυναικείας ενδυμασίας. Ο ένας συνίσταται από ψηλόμεσο εφαρμοστό στο κορσάζ/ φόρεμα και μέσα πουκάμισο (όπως τα κορίτσια), ενώ ο άλλος αποδίδεται από τη νεαρή γυναίκα. Αποτελείται από ένα σύνολο (μούδα) αποτελούμενο από ζακέτα χοντρή με ίσια μανίκια και φούστα (βελέσι). Η σκουρόχρωμη μπορντούρα που διακρίνεται ή είναι μεσοφόρι (στάνα) κάτω από τη φούστα ή είναι η φούστα κάτω από τη γαλάζια ποδιά (μπροστέλλα)».

         7. «Λαϊκές ενδυμασίες Ζακύνθου. Γυναίκα από την πόλη και χωρική» (εικόνα 107)[16]: «Άλλο ένα έργο με φανερή ταχύτητα διαπραγμάτευσης τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην περιορισμένη χρωματική παλέτα. Η ουσία όμως των χαρακτήρων είναι εκεί. Ο Πιτζαμάνος πάντα ξεκινά από εξαιρετικά μελετημένες φυσικές στάσεις που παράλληλα εκφράζουν σχέσεις μεταξύ των εικονιζόμενων. Με αγάπη δε πάντα μένει στα πρόσωπα. Ζωγραφίζει στο ροδαλό πρόσωπο της κοπέλας ένα αφηρημένο βλέμμα και αδιόρατο χαμόγελο, ψυχολογώντας μια ρομαντική ψυχή. Η μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα, άχρωμη σε δεύτερο επίπεδο στρέφει δυναμικά το βλέμμα της  στον ζωγράφο με το χέρι στη μέση. Ας προσεχθεί η αγάπη του στην υφή των υφασμάτων, καθώς  δεν παραλείπει να αποδώσει το αραχνοΰφαντο της λευκής μαντήλας που αφήνει να φαίνεται το γιλέκο της».
Ας περάσουμε τώρα στο Β, την πανοραμική δηλαδή αποτύπωση της Ζακύνθου στις σειρές των απόψεων των ακτογραμμών που σχεδιάζει στα όρια των φύλλων του λευκώματος. Ο Πιτζαμάνος αποτυπώνει σε παράλληλες σειρές τα ονόματα πόλεων φανερώνοντας την ταξιδιωτική του διαδρομή.
        «Η μεγάλη σημασία του συγκεκριμένου έργου –πέρα από την επιστημονική και καλλιτεχνική ποιότητα σχεδιασμού των πανοραμάτων –έγκειται στο γεγονός», όπως σημειώνει η επιμελήτρια της έκδοσης «ότι είναι το μόνο υπογεγραμμένο έργο του λευκώματος και το μόνο με κάποιες πληροφορίες για το ταξίδι του 1818 με το στρατηγό Fr. Adam. Ωστόσο οι σημειώσεις αυτές με την υπογραφή, φαίνεται πως έγιναν μεταγενέστερα, ενώ τακτοποιούσε το λεύκωμά του πριν πεθάνει, όπως αποδεικνύει ο βιαστικός και κακογράφος τρόπος των σημειώσεων με τα λάθη και τις διορθώσεις». 
     Τα «πανοράματα», όπως ο ίδιος τα ορίζει, με τον καθιερωμένο στην χαρτογραφία επιστημονικό όρο, εκφράζουν με τον πιο αισθαντικό και δυνατό τρόπο τα λυρικά αισθήματα που του γεννά η φύση. Αβίαστα μας παραπέμπουν σε ρομαντικές αποτυπώσεις φευγαλέων τοπίων από την κουπαστή ενός καραβιού.
    Πρόκειται για έντεκα έργα με σειρές πανοραμάτων, αξιοσημείωτης μικρογραφικής δεξιοτεχνίας και χρωματικής ευαισθησίας. Είναι ολοκληρωμένα στο επίπεδο των πλέον «δουλεμένων» έργων του, αλλά βρίσκονται στην πίσω πλευρά αμφίγραπτων φύλλων και δεν έχουν αρίθμηση. Είναι γενικά σχεδιασμένα εν πλω, κάποια όμως δεν αποκλείεται να σχεδιάστηκαν από ξηράς, δεδομένων των αποστάσεων και της δαντελωτής γεωγραφικής διαμόρφωσης των ελληνικών ακτογραμμών. Όλα σχεδιάστηκαν με ταχύτητα in situ. Πρωταγωνιστής αναδεικνύεται η θάλασσα. Στα πιο ολοκληρωμένα, θάλασσα και ουρανός αποτελούν εξαιρετικά δυναμικά στοιχεία του έργου με τον τρόπο που συνδιαλέγονται και αγκαλιάζουν την ξηρά[17].

Εδώ συναντάμε τη Ζάκυνθο τρεις φορές:


          8. Πανοραμικές απόψεις των ακτών της διαδρομής: Επτάνησα – Αθήνα (Επτάνησα, ακτές Ακαρνανίας, Πάτρα, Κορινθιακός κόλπος) (εικόνα 122) [18]
στην  Α΄ σειρά αποτυπώνεται ο Κόλπος της Ναυπάκτου, η Πάτρα και ο Πατραϊκός κόλπος. Στη  Β΄ σειρά η  Νήσος Σκρόφα και το Μεσολόγγι, ενώ στην κάτω ζώνη η Κεφαλονιά, η [Ζάκυνθος] και η Αγία Μαύρα. Είναι από το ταξίδι που έκανε στην Ελλάδα μαζί με τον Στρατηγό Άνταμ, τον μήνα Μάρτιο του 1817 (σβησμένο 1818). Στο ίδιο πανόραμα αποτυπώνεται και μία τομή τειχίσματος. Εδώ έχουμε και την υπογραφή του: Ιππότης Γεράσιμος Πιτζαμάνος, Καθηγητής της Ιονικής Ακαδημίας, [ταγματάρχης]. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τη Λευκάδα σημειώνει την παλαιότερη ονομασία της Αγία Μαύρα, ονομασία, που προήλθε από τον ναό που είχαν οικοδομήσει οι Φράγκοι με εντολή του Ιωάννη Ορσίνι τον 13ο αι, στο ομώνυμο επιθαλάσσιο φρούριο, το οποίο και ο Πιτζαμάνος σημειώνει.


     9. Πανοραμικές απόψεις των ακτών της διαδρομής: Επτάνησα – Κωνσταντινούπολη (Επτάνησα, Πάτρα, Κάστρο Χλεμούτσι) (εικόνα 127). [19] Στην Α΄ σειρά  αποτυπώνεται ο Κόλπος της Ναυπάκτου, τα Όρη της Πάτρας και το κάστρο Τορνέζε. Στη Β΄ σειρά η Νήσος Ζάκυνθος, η Κεφαλονιά και η         Β [Ιθάκη] και στην κάτω ζώνη η Β [Ιθάκη], η Ιθάκη, η Αγία Μαύρα και η Νήσος της Σαπφούς. Στο ίδιο πανόραμα αποτυπώνεται και ένα αχνό σχέδιο της στενής πλευράς αρχαίου δωρικού εξάστυλου δωρικού ναού. Πιο κάτω σχεδιάζει μία ανδρική μορφή και δεξιά ένα σύγχρονο κτήριο. Η Λευκάδα έχει μυθολογικά συνδεθεί και με την ποιήτρια Σαπφώ (630-570 π. Χ.), γι’ αυτό και σημειώνει «Νησί της Σαπφούς», από το ακρωτήριο Λευκάτα, όπου και τα ερείπια του ιερού του Απόλλωνα, που λέγεται πως πήδηξε η Σαπφώ, απογοητευμένη από τον ανεκπλήρωτο έρωτά της για το Φάωνα.



     10. Πανοραμικές απόψεις των ακτών της διαδρομής Επτάνησα –Κωνσταντινούπολη (Μεθώνη, Ναυαρίνο, Αρκαδικά όρη, Επτάνησα) (εικόνα 128) [20]Στην Α΄ σειρά αποτυπώνεται το  Ναυαρίνο […], το φρούριο Μεθώνη, τα Βουνά της Σπάρτης, η  Νήσος Σαπιέντσα και το Βενέτικο. Στη Β΄σειρά  η  Ζάκυνθος, η Κεφαλονιά και η Αρκαδία και στην Γ΄ σειρά πάλι η Ζάκυνθος, η Κεφαλονιά, η Ιθάκη , η Αγία Μαύρα και το Ακρωτήριο. Στην κάτω σειρά τέλος: η Νήσος Ζάκυνθος!


Το έργο αυτό αποτελεί κορυφαίο δείγμα επιστημονικής ακρίβειας και τοπογραφικής ευαισθησίας. Εδώ σημειώνει για μια και μόνη φορά, τον όρο «πανοράματα».
              Γ. Την μεγάλη του νοσταλγία για την επτανησιακή του προέλευση πρέπει να την παρατηρήσουμε και στο επόμενο έργο. Πρόκειται για:
          

          11. Το επίγραμμα στον τάφο του Ζακυνθίου Διονυσίου Βρυσίδη (εικόνα 166) [21]το οποίο κατέγραψε στην Κωνσταντινούπολη κατά την εκεί παραμονή του. «Η προέλευση του επιτάφιου επιγράμματος», όπως σημειώνει η κ. Αναστασία Ρ. Κούλη,  «πρέπει να προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή της Πόλης, ακόμη και από τα παράλια της Μ. Ασίας, όπου οι βιογράφοι του, αλλά και τα αρχιτεκτονικά του σχέδια, δείχνουν να ταξίδεψε με αφετηρία την Πόλη».
          Δ. Το τελευταίο αποθησαυρισμένο έργο του με αναφορά στη Ζάκυνθο είναι ένας:


             12. Χάρτης της Ζακύνθου[22]. Πρόκειται για τον μόνο ενυπόγραφο, σωζόμενο χάρτη του Πιτζαμάνου, ο οποίος πάνω δεξιά φέρει την ένδειξη «1808 Νοέμβριος Κέρκυρα» και μονογραφή. «Ο υδατογραφικός αυτός χάρτης φαίνεται να έγινε γρήγορα για να ικανοποιήσει τις άμεσες πρακτικές ανάγκες των Γάλλων στο νησί, αμυντικές (προστασία του λιμανιού), χρήσεων γης, καταγραφής οικισμών και δικτύων μετακίνησης – πρόσβασης». Σ’ αυτόν χρησιμοποίησε ακτογραμμικό πρότυπο και συμπλήρωσε το περιεχόμενο με ad-hoc πρόχειρη ημι-τοπογραφικού τύπου αποτύπωση. Ο σχεδιασμός, η χρωματική παλέτα, η επιλογή της «ανάγλυφης» αποτύπωσης ή όχι, είναι υποκειμενική, προσωπική επιλογή του χαρτογράφου και ανάλογα με τις προτιμήσεις και τη δυνατότητά του και έχει ένα συγκεκριμένο αισθητικό αποτέλεσμα», όπως σημειώνει η επιμελήτρια της έκδοσης.

          Ε. Θα ήταν παράλειψη όμως να κλείσουμε το παρόν δημοσίευμα εάν δεν γνωρίζαμε και τη μορφή αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη, που μέσα από την σύντομη ζωή του, κατάφερε να αποτυπώσει με το καλλιτεχνικό ταλέντο του, τόπους και πρόσωπα και να αφήσει μνημεία αδιαμφισβήτητα της εποχής του.
   Ας τον αφήσουμε λοιπόν να μας αυτοσυστηθεί μέσα από δύο αυτοπροσωπογραφίες:

        
  

Η πρώτη είναι η εικόνα 168. Πρόκειται για το έργο που παρουσιάζει το Γεράσιμο Πιτζαμάνο παρασημοφορημένο μετά το τέλος των σπουδών του[23]
Η δεύτερη είναι η εικόνα 169 και φιλοτεχνεί το εξώφυλλο της έκδοσης[24].



     Η πρώτη είναι η παλαιότερη χρονολογικά από τις δύο σωζόμενες αυτοπροσωπογραφίες και προέρχεται από το πατρικό σπίτι, περί το 1818. Σε αυτήν βλέπουμε έναν αισιόδοξο νέο που δαφνοστεφανωμένος γυρνά από την Ευρώπη, με αναγνωρισμένες σπουδές και εμπειρία. «Αποπνέει», όπως σημειώνει η κ. Κούλη, «στέρεη αποφασιστικότητα ότι θα κατακτήσει τον κόσμο, την αριστοκρατία, τη διανόηση του τόπου του και θα αφήσει ιστορία. Όλα προβάλλουν τον «Ιππότη» Γεράσιμο Πιτζαμάνο».

          Η δεύτερη, έργο του 1825, αποτελεί καρπό της πιο ώριμης και πιο ελεύθερης καλλιτεχνικής προσπάθειας του Πιτζαμάνου. «Απίστευτα πρωτοπόρο έργο, όχι μόνο για την τέχνη του Πιτζαμάνου, την τέχνη των Επτανήσων, αλλά και της νεοελληνικής τέχνης, αντάξιο των πρώτων μεγάλων ρομαντικών ζωγράφων της εποχής, όπως ο Gericault και ο Delacroix. Η ουσία του έργου, συγκεντρώνεται στο στραμμένο στο θεατή βλέμμα, ένα διαπεραστικό βλέμμα, που στα πλαίσια του ρομαντισμού έχει πολλαπλές αναγνώσεις», σημειώνει η επιμελήτρια της έκδοσης.

      Το βλέμμα στην α΄ προσωπογραφία (εικόνα 168), γλυκό και ήρεμο, ακτινοβολεί με τον σχεδιασμό της υγρής λάμψης στις κόρες. Το βλέμμα στη δεύτερη (εικόνα 169) στρέφεται προς εμάς, αλλά ταυτόχρονα κοιτώντας και πέρα από εμάς. Το μήνυμα ίσως είναι να δούμε την ουσία της ζωής υπό άλλη οπτική.
          Ένα βλέμμα απαιτητικό για να στραφούμε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον και αγάπη στο έργο του, όπως  οι συντελεστές της σπουδαίας αυτής έκδοσης έκαναν μέσα από τη δημοσιοποίηση του υλικού αυτού.
       Δεν μένει άλλο παρά να ευχαριστήσουμε την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος για την εξαίρετη απόφασή της να δημοσιοποιήσει το υλικό αυτό, να ενημερώσουμε τους ενδιαφερόμενους ότι η σπουδαία αυτή έκδοση βρίσκεται και στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων και να ευχηθούμε να μελετηθεί ακόμα περισσότερο το έργο του σπουδαίου αυτού Επτανήσιου της τελευταίας δεκαπενταετίας του 18ουαι. και της πρώτης εικοσιπενταετίας του 19ου αι.






[1] Κατερίνας Δεμέτη, «Οι Ζακυνθινές τοπικές ενδυμασίες», στο «Ζάκυνθος – Puglia: Μουσική , Ήθη, Έθιμα», έκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2001, σελ. 20-27.
[2]Μαρίνα Βρέλλη-Ζάχου, Η ενδυμασία στη Ζάκυνθο μετά την ένωση (1864-1910), Συμβολή στη μελέτη της ιστορικότητας και της κοινωνιολογίας του ενδύματος, διδακτορική διατριβή, Ιωάννινα 1991.
[3]Μαριάννα Κούτση Μαρούδα, Ενδυματολογικά Ζακύνθου, εκδ. Paulos, Αθήνα 1999.
[4]Επτανησιακά Φύλλα, 2 (1954), τεύχος 6, σ.152-164.
[5]Ντίνου Κονόμου, Τση Ζάκυθος, Αθήνα 1983, «Παλιές Ζακυνθινές φορεσιές», σελ.75-89.
[6] Κατερίνας Δεμέτη, «Οι Ζακυνθινές τοπικές ενδυμασίες», στο «Ζάκυνθος – Puglia: Μουσική , Ήθη, Έθιμα», έκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2001, σελ. 20-27.
[7]Νικολάου Α. Βαρβιάνη, Η Ζάκυνθος, Μουσείο Σολωμού και .Επιφανών Ζακυνθίων, σ. 171-176: Εδώ «Φωτογραφίες των διαφόρων κοινωνικών τάξεων επί Ενετοκρατίας. Σχεδιαγράμματα του ζωγράφου Διον. Καλυβωκά, μαθητή του Ν. Καντούνη».
[8]Κατερίνα Δεμέτη, Τα έργα του Χρήστου Ρουσέα στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, στο Αφιέρωμα στο Χρήστο Ρουσέα, εκδ. ο Τύπος της Ζακύνθου, 1991, σ.21-28.
[9]Υδατόχρωμα σε χαρτί, διαστ. 31,5χ22εκ., αρ. φύλ. λευκ. 110. Ενεπίγραφο, ανυπόγραφο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, αρ. κατ. 1483/92
[10]Λεωνίδα Χ. Ζώη, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθοθ, τ. β΄, έκδ. Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων –Αστική μη κερδοσκοπική Εταιρία «Τρίμορφο», Ζάκυνθος 2011, σελ. 202.
[11] Υδατόχρωμα και μολύβι σε χαρτί, διαστ. 31,5χ22εκ., αρ. φύλ. λευκ. 111. Ενεπίγραφο, ανυπόγραφο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ. 1483/93.
[12] Υδατόχρωμα και μολύβι σε χαρτί, διαστ. 31,5χ22 εκ., αρ. φύλ. λευκ. 112. Ενεπίγραφο, ανυπόγραφο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ. 1483/94.
[13] Υδατόχρωμα σε χαρτί, διαστ. 31,5χ22 εκ., αρ. φύλ. λευκ. 113 Ενεπίγραφο, ανυπόγραφο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ. 1483/95.
[14] Υδατόχρωμα σε χαρτί, διαστ. 31,5χ22 εκ., αρ. φύλ. λευκ. 114 Ενεπίγραφο, ανυπόγραφο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ. 1483/96α.
[15] Υδατόχρωμα και μολύβι σε χαρτί, διαστ. 31,5χ22 εκ., αρ. φύλ. λευκ. 115 Ενεπίγραφο, ανυπόγραφο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ. 1483/97α.
[16] Υδατόχρωμα σε χαρτί, διαστ. 31,5χ22 εκ., αρ. φύλ. λευκ. 116.  Ενεπίγραφο, ανυπόγραφο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ. 1483/98.
[17] Α΄ τόμος: σ. 85
[18] Υδατόχρωμα σε χαρτί, διαστ. 31,5χ22 εκ., αρ. φύλ. λευκ. – Ενεπίγραφο, Ενυπόγραφο, Χρονολογημένο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ. 1483/10β
[19] Υδατογραφία και μολύβι σε χαρτί, διαστ. 31,5χ22 εκ., αρ. φύλ. λευκ. –Ενεπίγραφο, Aνυπόγραφο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ. 1483/30β
[20] Υδατογραφία σε χαρτί, διαστ. 31,5χ22 εκ., αρ. φύλ. λευκ. –Ενεπίγραφο, Ανυπόγραφο, Χρονολογημένο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ. 1483/156α
[21] Μολύβι σε χαρτί, λεπτομέρεια, διαστ. 9χ7 εκ., αρ. φύλ. λευκ. 158. Ανεπίγραφο, Ανυπόγραφο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ. 1483/143α
[22] Χάρτης της Ζακύνθου, Κέρκυρα 1808, υδατογραφία και μελάνι (48χ77εκ.)
[23] Είναι Ελαιογραφία σε μουσαμά, περί το 1818, διαστ. 47χ37 εκ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ. 1485
[24] Ο Γερ. Πιτζαμάνος, λίγο πριν από το θάνατό του στην Κέρκυρα. Ελαιογραφία σε χαρτί, τέλη 1825, διαστ. 49χ36,5 εκ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αρ. κατ.1516/1

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου