Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Παρουσίαση του βιβλίου της Διονυσίας Μούσουρα: «Ταξίδια που δεν τέλειωσαν». Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, Σάββατο 22-7-2017


Aγαπητοί Φίλοι,
Καλωσορίζοντάς σας απόψε σ’ αυτήν την ξεχωριστή βραδιά για τα Γράμματα της Ζακύνθου και της Ομογένειας της Αυστραλίας, την αφιερωμένη στο καινούργιο, 8ο κατά σειρά, βιβλίο της Διονυσίας Μούσουρα και το 4ο της που παρουσιάζεται στο νησί μας, θα  ήθελα κατ’ αρχήν να σας ευχαριστήσω, επειδή μέσα στις τόσες εκδηλώσεις που γίνονται, επιλέξατε να είσαστε κοντά μας (Ελεωνόρα Ζουγανέλη, συγνώμη…). Να ευχαριστήσω επίσης και τους νεαρούς φίλους μας, που στερήθηκαν για λίγο την βόλτα τους για να είναι και αυτοί εδώ (Σπύρο, ευχαριστώ…). Να επισημάνω αόρατες παρουσίες και ορατές απουσίες (Γιώργο Γεωργιάδη, σε νοιώθω, είσαι και συ εδώ…). Να σας ζητήσω τέλος να χαλαρώσετε, γιατί δεν πρόκειται, μετά τη μουσική του Γιάννη Παντάκη, να σας ζαλίσω, με βαθυστόχαστες φιλολογικές προσεγγίσεις.
Στις προηγούμενες παρουσιάσεις των βιβλίων της Διονυσίας, είτε γραπτά είτε προφορικά, είχα σχολιάσει το θέμα του νόστου και είχα καταλήξει ότι, στις ιστορίες που αφηγείται, έχει απαλλαγεί από τη μυθοποίηση στοιχείων, που μπορούν να δυσκολέψουν σε συναισθηματικό επίπεδο τη γραφή της, καθώς αποδέχεται ότι, η ονειρεμένη πατρίδα μας δεν έχει χωρικά σύνορα, η εστία μας είναι εκεί που καίει η φωτιά της καρδιάς μας.
Είναι βέβαια πρόδηλο ότι στη δεύτερη πατρίδα της βρήκε την κατάλληλη αγκαλιά για να μπορέσει να ξεκλειδώσει τον λογοτεχνικό της θησαυρό και να τον εκθέσει μέσα από τον γραπτό λόγο. Γι’ αυτό δεν θα με παρεξηγήσετε εάν στο πρόσωπο του εκδότη κ. Ιάκωβου Γαριβάλδη, που ήρθε από τόσο μακριά για να είναι απόψε κοντά μας, ευχαριστήσω εκείνη τη θετή πατρίδα που την αγκάλιασε τόσο στοργικά, και έτσι, το δικό μας «άνθος», που ξεπήδησε μέσα από «το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός», μοσκοβόλησε τον αέρα των Αντιπόδων.
Αλλά το ερώτημα είναι: «έφυγε ποτέ η Διονυσία από την πολυαγαπημένη της Ζάκυνθο;». Η ερώτηση είναι ρητορική, γιατί η Διονυσία, με την καθημερινή της διαδικτυακή παρουσία στα κοινά της Ζακύνθου (όπως αντίστοιχα και της Μελβούρνης), αφουγκράζεται, σχολιάζει, στηλιτεύει, συμπάσχει για όλα τα κακώς κείμενα και αποδεικνύει ότι καταφέρνει να επιτύχει το ακατόρθωτο: να μικρύνει τις αποστάσεις και ελαχιστοποιώντας τις, να συμπιέσει μέσα στα διηγήματά της και τον ίδιο το χρόνο!
Είναι ο χρόνος που μοιράζεται ισόρροπα ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη πατρίδα, μέσα στις 38 ιστορίες του βιβλίου «Ταξίδια στον χρόνο που δεν τελείωσαν». Ιστορίες για πρόσωπα και γεγονότα, που γίνονται στις δύο ηπείρους, που μοιράζει την πνευματική της παραγωγή, ιστορίες προτερόχρονες ή σύγχρονες με τη δική μας εποχή, ιστορίες γραμμένες με άνεση και αποφασιστικότητα, που καταφέρνουν να μετασχηματίσουν τον αρχικό πόνο του ξεριζωμού και να τον μετατρέψουν σε κινητήριο δύναμη για κατάθεση ψυχικού πλούτου, δημιουργίας, έρωτα και «ανοιχτών συνόρων».
Με άνεση και ζωντάνια, η Διονυσία καταγράφει πραγματικές ανθρώπινες ιστορίες ή δίνει αυτοβιογραφικές εμπειρίες, αλλάζοντας τα ονόματα των προσώπων και μας γνωρίζει μοναχικούς ηλικιωμένους ανθρώπους, ιδανικούς αυτόχειρες, αφοσιωμένους εραστές σ’ έναν έρωτα χωρίς μέλλον, έθιμα της ιδιαίτερης πατρίδας που ντύνονται με σκαμπρόζικες ιστορίες, γιορτές στην νέα πατρίδα, που σχολιάζονται με σεβασμό και πολύ χιούμορ.
Όλες οι ιστορίες συνδέονται με κάποιο προσωπικό τρόπο μαζί της. Είναι ιστορίες με πρωταγωνιστές γείτονες, συγγενείς, συμμαθητές, ασθενείς. Είναι ιστορίες για τόπους, έθιμα, γεγονότα που διαβήκαμε, πραγματώσαμε ή βιώσαμε. Είναι ιστορίες που μας αγγίζουν, γιατί αναγνωρίζουμε μέσα σ’ αυτές τους δικούς μας ανθρώπους, την εποχή τους, τις αγωνίες και το μόχθο τους.
Κυρίως όμως είναι ιστορίες που λένε αλήθειες. Αλήθειες για την ανθρώπινη φύση και τον αγώνα της ενάντια στη φτώχεια, την εκμετάλλευση, την εξαθλίωση, τα γηρατειά. Και μέσα σ’ αυτές γνωρίζουμε και την ίδια τη Διονυσία: το αγωνιστικό της πνεύμα, την ανθρωπιστική πλευρά της δουλειάς της, τον επαγγελματισμό με τον οποίο καταπιάνεται σε κάθε τι και το ολοκληρωτικό δόσιμό της στη συγγραφή.
Νιώθουμε δηλαδή ότι αυτό που πιάνουμε στα χέρια μας είναι πολύ σπουδαίο γιατί είναι σπουδαίο για την ίδια, η οποία καταφέρνει να κάνει τους απλούς ανθρώπους που μας γνωρίζει εξίσου σπουδαίους.
Γι΄ αυτό είναι το /τα βιβλία της σημαντικά. Γι’ αυτό έχει τόσο μεγάλη αναγνωσιμότητα στην Ομογένεια που ζει και δραστηριοποιείται. Και για αυτό θεωρούμε ευλογία την έλευσή της ακόμα μια φορά στο νησί της/μας , για να μας γνωρίσει τις καινούργιες της ιστορίες.
Ευτυχώς λοιπόν, αγαπητοί φίλοι, που τα ταξίδια δεν τέλειωσαν και θα συνεχίζονται και στο μέλλον ανάμεσα σε Ζάκυνθο και Μελβούρνη, όσο η Διονυσία γράφει και θα συνεχίζει να γράφει τις ιστορίες της…

Σας ευχαριστώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου