Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσης Κωνσταντόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσης Κωνσταντόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Συνέντευξη σε Διονύση Ν. Μουσμούτη

Άνθρωπος συγγραφικά πολυπράγμων, bon viveur, κοσμοπολίτης, ο Πρόεδρος του PEN Ελλάδος Διονύσης Ν. Μουσμούτης, που ζει και εργάζεται στην Αθήνα, αποτελεί ένα από τα λαμπρά τέκνα της Ζακύνθου, που με την πένα τους τιμούν την πνευματική της παράδοση και χαράζουν τη δική τους φωτεινή διαδρομή στον πολιτιστικό Παρνασσό της χώρας μας. Έτσι, κάθε συζήτηση μαζί του, μόνο πράγματα ενδιαφέροντα μπορεί να μας δώσει. Ας τον ακούσουμε λοιπόν, αφού πρώτα τον ευχαριστήσουμε για την αποδοχή της πρόσκλησής μας.

Ερωτήσεις :

1. Διονύση μου, έχεις ασχοληθεί με τον Φώσκολο, τον Ξενόπουλο, το Ρώμα και με άλλες μορφές των επτανησιακών γραμμάτων. Ποια είναι εκείνη που σε γοητεύει περισσότερο;

Aπάντηση: Δεν μπορώ να μιλήσω για γοητεία, αλλά για ενδιαφέρον, και θα έλεγα ο Ξενόπουλος, εφόσον έχω ερευνητικές-συγγραφικές οφειλές μαζί του.  Με τον Ρώμα –χωρίς να τον προσπερνώ ερευνητικά– σε γενικές γραμμές, ό,τι ήταν να πω, το έχω πει… Από εκεί και πέρα ας ασχοληθούν και νεώτεροι, με πτυχές όμως του βίου του που δεν είναι ευρύτερα γνωστές, όπως για παράδειγμα η πολιτική του δραστηριότητα. Όσον αφορά τον Φώσκολο, ασχολήθηκα “ευκαιριακά”, αποκλειστικά για ένα βιβλίο. Δεν είναι στα ζητούμενά μου και δεν είναι στο πεδίο των γνώσεών μου.

2. Στο ανέκδοτο συγγραφικό κύκνειο άσμα του αείμνηστου πατέρα σου, νομικο-οικονομικού επιστήμονα και συγγραφέα Νικολάου Δ. Μουσμούτη, «Ιστορία της Ελληνικής Οικονομίας του 20ου αιώνα», το χειρόγραφο του οποίου δώρισες στο Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων το 2005,  περιγράφοντας τους σταθμούς που πέρασε η οικονομική ζωή της χώρας μας από το 1900 και για διάστημα 80 χρόνων αναφέρεται ότι «....Υπερήφανοι για την καταγωγή μας όσο δεν είναι κανένας άλλος λαός, παρά την αχαριστία κι αγνωμοσύνη πολλών από τους λεγόμενους προστάτες και συμμάχους, μικρή στην έκταση και φτωχή σε πόρους, κατόρθωσε (η χώρα μας) και πέτυχε ανοδική οικονομική πορεία. Οι θυσίες και τα ολοκαυτώματα του λαού μας δεν πήγαν χαμένα, σφυρηλάτησαν την Ελληνική ψυχή. Έτσι σιγά σιγά, αλλά σταθερά η Ελλάδα, ανόρθωσε την οικονομία της, χωρίς να λείψουν οι εσωτερικές αναταραχές από κινήματα και από πολιτικές αντιπάθειες…». Πόσο πιστεύεις ότι είναι εφικτό σήμερα να ανορθωθεί η οικονομία μας εάν στηριχτούμε στην Ελληνική Ψυχή, που και πάλι σφυρηλατείται μέσα από αιματηρές θυσίες;

Aπάντηση: Πιστεύω πως ναι. Αλλά πριν από όλα θα ήθελα να πω ότι με συγκινεί η αναφορά στον πατέρα μου. Είχα ξεχάσει εντελώς αυτά που λέγονται εδώ, αλλά ξαναβλέποντάς τα, θυμάμαι πόσο μπροστά ήταν στην ανάλυση των πραγμάτων. Θεωρείτο από τους πρωτοπόρους οικονομολόγους της εποχής του, με πολύ προχωρημένη σκέψη και ανοιχτό μυαλό… Ας μην ξεχνάμε πως στα μέσα της δεκαετίας του 1920, μαζί με τον Ζολώτα και τον Αγγελόπουλο είχε συνεργαστεί στην έκδοση του πρωτοπόρου για την Ελλάδα οικονομολογικού περιοδικού Επιθεώρηση Κοινωνικής και Δημοσίας Οικονομικής, ή τη συμμετοχή του στις επιτροπές εφαρμογής του Σχεδίου Μάρσαλ.
Η δοκιμασία που ζούμε συνδέεται περισσότερο με το μέλλον του Ευρώ και της Ευρώπης γενικότερα με την παγκόσμια οικονομία. Συνεπώς το θέμα είναι “γενικότερο”. Τώρα όσον αφορά “ειδικότερα” αυτό που με ρωτάς, τι να πω… Πιστεύω ότι είναι αρκετά δύσκολο να ανορθωθεί η οικονομία μας στηριζόμενοι μόνο στην “Ελληνική ψυχή”. Ο λαός είναι κουρασμένος, και η “Eλληνική ψυχή” τον τελευταίο καιρό είναι αλλοιωμένη από άλλα ζητούμενα. Αιματηρές θυσίες γίνονται, αλλά και που γίνονται αποτέλεσμα δεν βλέπουμε.

3. Αγαπητέ μου, Διονύση, ο φίλτατός μας Διονύσης Σέρρας, σε δημοσίευμά του στα Επτανησιακά Φύλλα το 1999 σε χαρακτηρίζει: «αληθινό Ζακυνθινό (κι όχι απλά ζακυνθινής καταγωγής ή Ζακυνθινόφιλο), που με  τα δικά σου πνευματικά ενδιαφέροντα τιμάς και τη μνήμη του πατέρα σου και την ιδιαίτερη πατρίδα μας και το (όποιο) πολιτισμικό «πρόσωπο» των ημερών μας».  Χωρίς να θέλω  να υψώσω τείχη ή διαχωριστικές γραμμές, θα ήθελα να μου πεις ποια πιστεύεις ότι είναι τα χαρακτηριστικά ενός βέρου Ζακυνθινού, που είτε ζει στο νησί είτε ζει μακριά του και τον κάνουν να ξεχωρίζει από τους Ελλαδίτες και τους υπόλοιπους Επτανήσιους;

Aπάντηση: Να ‘ναι καλά ο καλός μου Διονύσης Σέρρας, αλλά νομίζω πως λίγο υπερέβαλλε με την αναφορά του αυτήν. Αλλά πριν σου απαντήσω, μιας και τα ανέφερες θα επισημάνω για άλλη μια φορά τη σημαντικότητα και την μεγάλη προσφορά των Επτανησιακών Φύλλων, όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο, αλλά σε γενικότερο. Η έκδοσή τους θα τιμά την πατρίδα μας στο διηνεκές.
Ως προς την ερώτηση σου και ας μου επιτρέψεις να χαμογελάσω, εφόσον μου έρχεται κατά νου η λέξη “ζακυνθινoαθηναίος”, πιστεύω ότι δεν υπάρχουν διαφορές τεράστιες μεταξύ ενός Ζακυνθινού που μένει στο νησί και ενός άλλου που μένει εκτός Ζακύνθου. Μάλλον κάποιοι επιδιώκουν να τις δημιουργούν…
Και εδώ θα θυμηθώ τον Ξενόπουλο που αρκετές φορές είχε μιλήσει για το θέμα. Ας μην ξεχνάμε πως όταν έφυγε από τη Ζάκυνθο για να μείνει στην Αθήνα, είχε άλλη αντιμετώπιση από τους συμπατριώτες μας, τελείως διαφορετική, και η υποδοχή που επιφύλασσε η Ζάκυνθος τόσο στο πνευματικό του έργο, ακόμα και στις παραστάσεις περιοδευόντων θιάσων που έπαιζαν έργα του, ήταν αρκετά έως πολύ συγκρατημένη.  Αλλά ας το αφήσουμε αυτό και ας δούμε τι γίνεται με τους Ζακυνθινούς που ζουν εκτός Ζακύνθου. Έχω την εντύπωση ότι αγαπάνε τη Ζάκυνθο περισσότερο από τους ντόπιους, την αντιμετωπίζουν με εντελώς διαφορετική οπτική, με περισσότερη αγάπη…  Τι να πω… Ίσως να είναι περισσότερο ρομαντικοί από τους κατοίκους και να αντιμετωπίζουν τα πράγματα με τελείως διαφορετική οπτική γωνία.


Έργο Διονύση Κωσταντόπουλου
4. Ως Διευθυντής του μακροβιότερου μηνιαίου περιοδικού ιστορικής ύλης για την ελληνική και την παγκόσμια ιστορία, της Εικονογραφημένης Ιστορίας, το οποίο εκδίδεται από τον Ιούλιο του 1968 χωρίς διακοπή, ποια είναι η γνώμη σου για την αξία των περιοδικών ειδικού ενδιαφέροντος στην εκλαΐκευση των επιστημών και πόσο σημαντική πιστεύεις ότι είναι η συμβολή τους στην εκπαίδευση του αναγνωστικού κοινού; Ειδικότερα η επιστήμη της Ιστορίας, πόσο μπορεί να γίνει προσπελάσιμη , μέσα από τέτοιες εκδόσεις, και κατά συνέπεια "διδακτική", μέσα από τη διαλεκτική της προσέγγιση;


Aπάντηση: Η Ιστορία είναι το παλαιότερο περιοδικό που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή σε μηνιαία βάση από το 1968, κάθε μήνα ανελλιπώς. Το άλλο περιοδικό που έχει ανάλογη και βέβαια μεγαλύτερη παλαιότητα εφόσον εκδίδεται από το 1927 είναι η Νέα Εστία, αλλά τα τελευταία χρόνια κυκλοφορεί σποραδικά, δυο-τρεις φορές τον χρόνο
 Όσον αφορά στην εκπαίδευση του αναγνωστικού κοινού, αυτό είναι δεδομένο, εφόσον πρόκειται για εκλαϊκευμένο έντυπο και παρά την άνθιση του διαδικτύου όπου κανείς μπορεί να βρει πλήθος πληροφοριών και πηγών, το περιοδικό, τα έντυπα γενικότερα, έχουν μια ξεχωριστή δυναμική… Η Ιστορία συγκεκριμένα, απευθύνεται σε ένα αναγνωστικό κοινό. Οι αναγνώστες του είναι από  μέτριας μόρφωσης, μέχρι ακαδημαϊκοί. Θα θυμηθώ τον αείμνηστο ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο που με έπαιρνε τακτικά τηλέφωνο για να σχολιάσει διάφορα άρθρα. Συνεργάζονται σε κάθε θέμα ειδικοί επιστήμονες, πανεπιστημιακοί κυρίως και έγκυροι δημοσιογράφοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Με τα θεματικά αφιερώματα που κάνει, ειδικότερα σε γεγονότα και πρόσωπα της νεότερης ιστορίας μας, που έως πρότινος ήταν ταμπού συμβάλλει στην γενικότερη παιδεία και στην ανανέωση αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Τούτο ανταποκρίνεται και στην ανανέωση του εμπορικού ενδιαφέροντος εφόσον στην περίοδο της κρίσης όχι μόνο δεν έχουμε πτώση αλλά αυξήσαμε και το τιράζ. 

5. Ένα μεγάλο μέρος της συγγραφικής σου δραστηριότητας είναι αφιερωμένο στον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Στο ομώνυμο μουσείο του Δήμου Ζακύνθου έχεις μάλιστα δωρίσει σημαντικό αρχειακό υλικό από το προσωπικό σου αρχείο, ενώ το 2001 εξέδωσες με τις εκδόσεις «Περίπλους», το Χρονολόγιο & το Λεύκωμά του, το οποίο έγινε best seller. Φέτος συμπληρώνονται 65 χρόνια από το θάνατό του. Τι θα πρότεινες για να τιμηθεί με τον πιο ταιριαστό τρόπο στη γενέτειρά του;

Aπάντηση: Θα ήθελα να σου θυμίσω, ότι εκτός από το Χρονολόγιο και Λεύκωμα που έβγαλα το 2001, με αφορμή τα 50 χρόνια από το θάνατό του, και άλλα δύο βιβλία μου για τον Ξενόπουλο: Ο Ξενόπουλος, το Αριστείο, η Απεργία και οι Φοιτηταί, που βγήκε από τις εκδόσεις Τρίμορφο, το 2006 και  Ο Ξενόπουλος, ο Μαλάνος και η θεατρική Αλεξάνδρεια, που βγήκε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη το 2007. Αναφέρομαι σε αυτά επειδή τα θεωρώ σημαντικότερα από το εμπορικό Χρονολόγιο και Λεύκωμα, το οποίο σκέφτομαι να ξαναδώ, μάλλον το ξαναβλέπω και κάποια στιγμή να το βγάλω αρκετά έως πολύ αναθεωρημένο.
Βλέπω ως ανούσιο να τιμηθούν φέτος τα 65 χρόνια από τον θάνατό του εφόσον το 2017 συμπληρώνονται 150 χρόνια από τη γέννησή του, κάτι το επετειακά σημαντικότερο.
 Ασχέτως αυτού θα πρότεινα να γίνει κάποιο συνέδριο για τον Ξενόπουλο, αλλά σε αυτούς τους καιρούς τους δύσκολους, ποιος μπορεί να αναλάβει την οργάνωση ενός συνεδρίου; Πρώτιστα αυτό, ίσως κάποια έκδοση από επίσημο φορέα και το βασικό είναι να μην ειπωθούν ξανά, πράγματα γνωστά για τον Ξενόπουλο. Νομίζω οφείλουμε όλοι να στρέψουμε το ερευνητικό βλέμμα μας σε λιγότερο γνωστές λεπτομέρειες-πτυχές του συγγραφικού του έργου, και να μην επαναλαμβανόμαστε. Αυτό είναι το ζητούμενο.

6. Το 2011 πήρες το βραβείο δοκιμίου του «Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη» από την Ακαδημία Αθηνών, για τη μελέτη σου: Ούγκο Φώσκολο. Ιστορικά και βιογραφικά παραλειπόμενα. Θυμάμαι πόσο συγκινημένος ήταν ο αείμνηστος Νίκος Λαλώτης, που τον χάσαμε πέρσι, και πώς μου περιέγραψε το βράδυ εκείνο της βράβευσής σου. Πιστεύω ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα λιθαράκι στην προσπάθεια για να τιμηθεί ο μεγάλος Ποιητής, όπως και η ανέγερση της οικίας του, όνειρο ζωής για τον αγαπημένο μας Νίκο.  Με τι τρόπους πιστεύεις ότι ένας τόπος οφείλει να τιμάει τα πνευματικά του τέκνα;

Aπάντηση: Ναι, πάντα θα θυμάμαι το Νίκο Λαλώτη και τη μεγάλη συγκίνησή του, τη βραδιά της βράβευσής μου. Άλλωστε σε αυτόν και στην προσπάθειά του να ανα[συ]στήσει το σπίτι του Φώσκολο, αφιέρωσα το βιβλίο μου … Ίσως να έβαλε αυτό το βιβλίο μου ένα λιθαράκι στο να τιμηθεί ο ποιητής και ίσως να «συνέβαλλε» στην πρόκληση κάποιου γενικότερου ενδιαφέροντος για την ανέγερση της οικείας του… Ο Φώσκολο, το ξαναείπα και προηγουμένως, δεν ήταν από τα ζητούμενά μου. Το βιβλίο δημιουργήθηκε αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό αυτόν. Κρίμα που ολοκληρώνεται και μας παραδίδεται σύντομα το έργο, και ο Νίκος δεν είναι δίπλα μας. Αλλά ξέρω ότι κάπου θα μας βλέπει και θα χαίρεται. Ήδη αυτή τη στιγμή συζητάμε με το υπόλοιπο διοικητικό συμβούλιο το πώς θα γεμίσει το σπίτι και πώς θα λειτουργήσει. Το μόνο που μπορώ είναι πως σύντομα θα έχουμε πολύ ευχάριστα αποτελέσματα.
 Όσον αφορά τους τρόπους που ο τόπος οφείλει να τιμά τα πνευματικά παιδιά του, είναι να μην τα προσπερνά. Αλήθεια έγινε ποτέ στον τόπο μας ένα συνέδριο, μια ημερίδα για τους σημαντικότατους Ερμάννο Λούντζη, Λεωνίδα Ζώη, Σπυρίδωνα Δε Βιάζη, που πρόχειρα έρχονται στη μνήμη μου; Ο τόπος δεν πρέπει να λησμονεί, και - γιατί όχι – κάποιους σημαντικούς ανθρώπους που έχουν προσφέρει πολλά, να τους τιμά εν ζωή και όχι μετά θάνατον. Είναι βασικό αυτό και ουσιαστικό γιατί έτσι τους παροτρύνει να συνεχίσουν το έργο τους με άλλα φτερά.

Έργο Διονύση Κωσταντόπουλου.
7. Αγαπητέ μου Διονύση, είσαι από τους πιο επιτυχημένους συγγραφείς με ειδικό αναγνωστικό κοινό γύρω από την επτανησιακή ιστοριογραφία, αλλά παράλληλα εργάζεσαι και σε έναν εκδοτικό κολοσσό, τον «Εκδοτικό Οργανισμό Πάπυρο», με μια ιστορία πάνω από 70 χρόνια και βλέπεις από πιο κοντά την εκδοτική περιπέτεια ενός βιβλίου. Πόσο δύσκολη είναι η μετά τη συγγραφή φάση της έκδοσης και προώθησης ενός βιβλίου στις μέρες μας και πόσο δέσμιος είναι ο συγγραφέας, ιδιαίτερα ο νέος, στη διαδικασία αυτή;

Aπάντηση: Η έκδοση ενός βιβλίου είναι περιπέτεια. Πρώτα από όλα για τον ίδιο το συγγραφέα και δεύτερον για τον εκδοτικό οίκο. Περιπέτεια για τον συγγραφέα γιατί αυτός γράφει και αμφιβάλλει για αυτά που γράφει, αλλά εφόσον διαμορφώνει μια σκέψη, μια εικόνα, μια ιδέα, αυτή πρέπει να απευθύνεται και στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό και όχι μόνο στον εαυτό του. Από κει και πέρα, το βιβλίο στους καιρούς μας είναι κάτι το εξαιρετικά δύσκολο και στο να εκδοθεί και στο να προωθηθεί, γιατί η αγορά είναι περιορισμένη, στενεμένη λόγω των γενικότερων οικονομικών συνθηκών. Όσον αφορά την προώθηση, η διαφήμιση έχει συρρικνωθεί και η όποια γνωριμία με ένα νέο βιβλίο γίνεται είτε από ραδιοφωνικούς σταθμούς, είτε από κάποιες αναφορές σε έντυπα… Ο συγγραφέας, είναι βασικό να έχει σιγουριά στον εαυτό του, τη γραφή του, βασικά να έχει εμπιστοσύνη σε αυτά που θέλει να εκφράσει δια του γραπτού λόγου, αλλά και αυτά που θα “χαράξει”, θα πρέπει να έχουν να πουν. Απαιτείται μια αυτοκριτική κατά το δυνατόν.


8. Διονύση, ετοιμάζεις κάποια καινούργια μελέτη και αν ναι, σε τι αναφέρεται;

Aπάντηση: Δεν ετοιμάζω κάτι καινούργιο. Δεν έχω κέφι αυτή τη στιγμή να φτιάξω κάτι αλλά έχω κάποια πράγματα στο συρτάρι. Αυτό που είναι έτοιμο και περιμένω να εκδοθεί, είναι μια Ιστορία του θεάτρου στην Ζάκυνθο τον 19ο αιώνα, μια πολύχρονη έρευνα μέσα από ιταλικά αρχεία και άγνωστο φωτογραφικό υλικό. Ένα μεγάλο έργο, πάνω από 1000 σελίδες, το οποίο βέβαια οφείλω να επισημάνω κι εδώ, ότι ατύχησε εκδοτικά γιατί ενώ είχε αναλάβει την χορηγία, με ομόφωνη έγκριση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ζακυνθίων, ο εργολάβος του θεάτρου, αυτός εν τέλει, για “δικούς του” λόγους πισωγύρισε και η έκδοση ατύχησε. Μακάρι να βρεθεί κάποιος φορέας να αναλάβει την έκδοση.

Διονύση σ΄ευχαριστώ!
   

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τέχνης Λόγια", Νο 15 , 17.2.2016, που διανέμεται 
με την εφημερίδα "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ"



Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

«Mεγαλοπαρασκευιάτικες φαντασιώσεις»


Το παρόν γράφτηκε για το φύλλο που δημοσιεύεται τη Μεγάλη Παρασκευή από την τοπική εφημερίδα της Ζακύνθου "ΕΡΜΗΣ".

Διονύση Κωνσταντόπουλου, "Εικαστική πρόταση για την Πλατεία Σολωμού", κολάζ, 2015.



«Ο ανθρώπινος εγκέφαλος εξελίχτηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να αναζητεί να επιβάλει τάξη, να καθιερώσει μια λογική δομή στο χάος…. Κι αυτό ο άνθρωπος το επιτυγχάνει μέσω της λειτουργίας της φαντασίωσης. Και η φαντασίωση κάνει τη δουλειά της καλά! Λειτουργεί στην υπηρεσία της ζωής. Επιτρέπει στον άνθρωπο να δημιουργεί, ακόμη κι αν μοχθεί, μέσα σε μια αυταπάτη. Του επιτρέπει να δημιουργεί αυταπάτες».

Κωνσταντίνος Ι. Αρβανιτάκης, «Ψυχαναλυτικοί στοχασμοί για τον Σολωμό. Η ποιητική διαδικασία και τα πάθη της», εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014



Με αυτές τις αυταπάτες λοιπόν θεώρησα ότι έπρεπε να προσεγγίσω το θέμα μου, στο πασχαλινό αυτό δημοσίευμα., αφού η Τέχνη και η Αισθητική, λειτουργεί παραμυθητικά στο επίπεδο της δημιουργίας για να μπορούμε εμείς σήμερα να λέμε: «και του χρόνου» και «καλό Πάσχα», ενώ η στέρηση από αυτές μπορεί να μας οδηγήσει σε δρόμους επικίνδυνους.
Θα μπορούσα βέβαια και να ξεκινήσω λέγοντας ότι «το Πάθος είναι εσωτερική υπόθεση», όπως και σε παλιότερο δημοσίευμα στον ΕΡΜΗ είχα κάνει.[1], ξεγλιστρώντας εύκολα και εστιάζοντας στο με πόσους διαφορετικούς τρόπους οι εικαστικοί καλλιτέχνες αποτύπωσαν με τον χρωστήρα τους τα Άγια Πάθη και τη σπουδαιότητα για όλους εμάς αυτής της έκφρασης.
Θα ενέμενα λοιπόν στην θέση ότι αυτό που χαρακτηρίζουμε ως «Ζακυνθινό Μεγαλοβδόμαδο» είναι μοναδικό στο είδος του. Με διάθεση δηλαδή τοπικιστική, θα ξαναζούσα μέσα από το ιδιάζον ζακυνθινό εκκλησιαστικό μέλος, τον επτανησιακό νατουραλισμό της ζωγραφικής μας, τις φωτισμένες εκκλησίες μας και τα ιδιαίτερα ήθη και έθιμα των ημερών.
Δυστυχώς όμως σήμερα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.
Και ο λόγος, το ακυρωμένο αντέτι στην ιστορική Πλατεία του Ποιητή, που ανατρέπει το σκηνικό, αφού μόνο χώματα, οικοδομικά υλικά και ξεριζωμένα δέντρα μας περιμένουν.
Έτσι, σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή, που το πένθος ξεχειλίζει από παντού, τίποτα δεν μπορεί να μας προσφέρει ένα μερίδιο καθησυχασμού και μια εύθραυστη αίσθηση ασφάλειας, μια αίσθηση δηλαδή ότι έχουμε τον έλεγχο των πραγμάτων για να φτιάξουμε μια φαντασίωση, για να δημιουργήσουμε την απαραίτητη αυταπάτη.
Και ο λόγος γιατί η Πλατεία μας είναι ΚΛΕΙΣΤΗ μπροστά από το ΚΛΕΙΣΤΟ μας Μουσείο.
Όσο και αν μέχρι σήμερα, παραβλέπαμε το γεγονός ότι, είναι μείζον ζήτημα ότι το Μουσείο, που δημιουργήθηκε για να στεγάσει, όσους από τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς δεν μπόρεσαν να πάρουν το δρόμο της επιστροφής για τους ναούς, μετά την ανοικοδόμηση από την καταστροφή του 1953, παρέμενε κλειστό, σήμερα ανακαλύπτουμε ότι είναι και παραείναι.
Και όχι μόνο γιατί η έλλειψη ενδιαφέροντος για να γίνει και πάλι επισκέψιμο το Μουσείο Ζακύνθου με τους μεταβυζαντινούς του θησαυρούς, αποτελεί προσβολή για τους ανθρώπους, που μέσα από τα ερείπια μάζεψαν τις ιερές εικόνες.
Αλλά επειδή, και κυρίως, με τις πόρτες του μουσείου κλειστές, δεν μπορούμε «κοιτώντας τες ζωγραφισμένες εικόνες», όπου «λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι», να χτίσουμε τη φαντασίωση που μας επιτρέπει να δημιουργούμε και να φτιάχνουμε «αγκαλιές ειρηνοφόρες ομπροστά στους Αγίους».
Και έτσι με μάτια καθαρά να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις για το σημαντικό και το ασήμαντο στη ζωή μας.
Σε παλαιότερο πάλι δημοσίευμα στον τοπικό τύπο[2], είχα προβληματιστεί αναφορικά με την αισθητική της πόλης μας μετά τους σεισμούς του ΄53.
Τότε λοιπόν θεωρώντας ότι η Αισθητική πραγματεύεται το ωραίο, είχα διακρίνει τρεις άξονες προσέγγισης.
Ο 1ος άξονας ήταν η αισθητική της προσεισμικής Ζακύνθου, που καθορίστηκε από τις δυτικές επιδράσεις των τελευταίων τετρακοσίων χρόνων (Αναγέννηση, Μπαρόκ, Νεοκλασικισμός), και με απόλυτο σεβασμό στο μέτρο, έδωσε τη δική της εκδοχή στο ζακυνθινό σκηνικό. Χαρακτηριστικό της ήταν ότι, η πόλη της Ζακύνθου, δεν εξαναγκάστηκε σε παραξενιές του εκλεκτικισμού, παρ’ ότι τις επιβλήθηκαν μορφές δανεισμένες από ανατολικά και δυτικά! Έπλασε το δικό της μοναδικό μορφικό περιβάλλον, που μπορεί να ξεθεμελιώθηκε το 1953, ζει όμως σαν μια άλλη Ατλαντίδα και φωτίζει τις αυταπάτες μας….
Ο 2ος άξονας ήταν η αισθητική της μετασεισμικής Ζακύνθου, η οποία δέσμια της ανάγκης για ταχεία αποκατάσταση από τον μεγάλο σεισμό, κλήθηκε να επουλώσει τις πληγές, άλλοτε μελετώντας πιστά το πνεύμα που αναδύθηκε απ’ τον ισοπεδωμένο τόπο κι άλλοτε αυθαιρετώντας και παραλλάσσοντας το ρυθμό με δική της τεχνική. 
Ο 3ος άξονας ήταν η αισθητική της σύγχρονης Ζακύνθου. Το παλαιότερο δημοσίευμα έκλεινε με την προτροπή ν’ αφήσουμε τους νεώτερους να είναι αισιόδοξοι και ν’ αντικρίζουν τον 21ο αιώνα με την πεποίθηση ότι, το μορφικό περιβάλλον πλάθει τους ιστορικούς μύθους του, κι εμείς ζούμε σ’ ένα τέτοιο, συνταιριάζοντας το παρελθόν με το μέτρο των αναγκών μας.
Τώρα όμως ήρθε η ώρα να αναιρέσουμε την προτροπή μας στον 3ο αυτό άξονα.
Γιατί για πρώτη φορά συνειδητοποιούμε ότι με το Μουσείο μας και την Πλατεία μας κλειστά και την ακυρωμένη ευλογία του Εσταυρωμένου σε αυτήν, δεν είμαστε σε θέση να βιώσουμε την φαντασίωση που απαιτείται για να επιβάλουμε την  τάξη, καθιερώνοντας μια λογική δομή στο χάος μας.
Είναι λοιπόν επιτακτικό, όσοι έχουν την ευθύνη, να σπεύσουν να το πράξουν, γιατί χωρίς την Τέχνη, χωρίς την Αισθητική, δεν μπορούμε να βιώσουμε το Θείο Δράμα σε όλο του το μεγαλείο, δεν μπορούμε δηλαδή να οδηγηθούμε στην Ανάσταση, ή διαφορετικά δεν μπορούμε να κατασκευάσουμε την φαντασίωση της…








[1] ΕΡΜΗΣ, 17/4/09
[2]  ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΘΟΣ,  Αφιέρωμα για την Αισθητική, 2003.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Παρουσίαση για το βιβλίο «ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗ».

"ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗ"
πίνακες: Διονύσης Κωνσταντόπουλος – σενάριο: Δημήτρης Βανέλλης,
εκδόσεις «Φανταστικός Κόσμος», 2014
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΖΑΚΥΝΘΙΩΝ
Τρίτη 24-3-2015



Κυρίες και Κύριοι,
Αγαπητοί Φίλοι,

Έχοντας ασχοληθεί αρκετά με το υλικό που συνθέτει το εκδοτικό πόνημα που κληθήκαμε, ο Υφυπουργός και εγώ, να σας παρουσιάσουμε απόψε, για δεύτερη φορά συνοδοιπόροι στην ίδια θέση, την πρώτη στα εγκαίνια της ομότιτλης έκθεσης στο Studio Art Ίριδα, τον Αύγουστο του 2013, κι έχοντας επιπρόσθετα συγγράψει και τον πρόλογό του, δεν σας κρύβω ότι με κατέβαλε, αρχικά, η αγωνία για την έλλειψη πρωτοτυπίας αυτού που θα σας αναγνώσω απόψε.
Αυτό όμως κράτησε πολύ λίγο, και ο λόγος δεν είναι μόνο ότι είμαι γνωστή πολυλογού.
Έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι, ενστερνίζομαι απόλυτα την άποψη του υπεύθυνου για τα κείμενα της παρούσας έκδοσης, Δημήτρη Βανέλλη, ότι στο βιβλίο υπάρχει ένας βασικός αφηγηματικός καμβάς, πάνω στον οποίο ξεδιπλώνεται περισσότερο μια κατάσταση παρά μια ιστορία, η οποία ανασύρεται μέσα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα που χρησιμοποιεί στα έργα του ο Διονύσης Κωνσταντόπουλος.
Και το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στο ότι η συγγραφική προσέγγιση που γίνεται σε αυτά από το Βανέλλη, είναι «ανοιχτή».
Μπορεί δηλαδή ο καθένας μας να κάνει τη δική του ανάγνωση και να φτιάξει τη δική του ιστορία, ακολουθώντας την καλλιτεχνική γραμμή του δημιουργού του. Όπως δηλαδή μπορεί ο καθένας από εμάς να κάνει όταν βρίσκεται μπροστά σε ένα έργο τέχνης.
Τώρα λοιπόν που ξεκαθάρισα ότι, το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, θα αποτελέσει το έναυσμα για τις δικές σας αναγνώσεις, τόσες, όσοι ακριβώς βρισκόμαστε, απόψε, σ’ αυτήν εδώ την αίθουσα, χαλαρώνω και θα σας μιλήσω για τη δική μου «ανάγνωση».
Μια «ανάγνωση» που εμπεριέχει στοιχεία από το Χθες, από το Σήμερα και το Αύριο.
Έχω το προνόμιο να γνωρίζω το Διονύση Κωνσταντόπουλο, από την παιδική του κιόλας ηλικία – ηλικία σταθμό, που καθορίζει την απαρχή της καλλιτεχνικά διαμορφωμένης ψυχοσύνθεσης και σπερματικά σχεδόν γονιμοποιεί τη φαντασία και τον οπλίζει με τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα.
 Γι’ αυτό και η δική μου ανάγνωση στάθηκε στη διερεύνηση της συνέχειας ή μη, αυτών των χαρακτηριστικών που από παιδάκι ήξερα ότι ο Διονύσης καλά κατείχε. Είναι αυτά τα στοιχεία που η «καλλιτεχνική φύση» έχει το ταλέντο να τα αναγιγνώσκει και να τα αποκωδικοποιεί και στη συνέχεια να μας τα προσφέρει μέσα από τα έργα της.
Γιατί ο Διονύσης Κωνσταντόπουλος, από μικρός ακόμα, είχε ξεχωρίσει γι’ αυτό το χάρισμα, που οδηγούσε το χέρι του και τον έκανε να εκφράζει το συναίσθημά του μέσα από τον κόσμο των εικόνων.
Και επειδή θέλω να μιλάω με παραδείγματα, σκέφτηκα να του κάνω και να σας κάνω μία έκπληξη, που θα επιβεβαιώσει την αλήθεια των όσων σας λέγω.
Στη διάρκεια των φοιτητικών μας χρόνων στην Θεσσαλονίκη, τη δεκαετία του ΄80, φοιτητής εκείνος στην Αρχιτεκτονική κι εγώ στην Αρχαιολογία, στο πρώτο δικό μου έτος, και το τρίτο δικό του, αν δεν κάνω λάθος, (πέρασαν κιόλας 30 χρόνια !!! ναι!, δεν ντρεπόμαστε να λέμε τα χρόνια μας), μου έκανε δώρο ένα έργο του, ένα έργο που πρώτη φορά το βλέπουν τα φώτα της δημοσιότητας και του οποίου, ο ίδιος, δεν νομίζω να θυμάται την ύπαρξη.



Πρόκειται για έναν χάρτινο έφιππο στρατηλάτη άγιο, που μεταμορφώνεται σε ιππότη της ηρωικής εποχής, επικολλημένο πάνω σε ζωγραφισμένο κόντρα πλακέ, με ένθετες λεπτομέρειες από χαρτί, που βοηθούν στη μεταμόρφωσή του και το μετατρέπουν ανάλογα με το ρόλο που θέλω να του δώσω.
Αυτό το έργο με συνόδεψε σε όλες τις διαδρομές της ζωής μου, ανάμεσα στα άχρηστα-χρήσιμα αντικείμενα που φυλάμε σ’ ένα κουτί, σε όλες τις μετακομίσεις, από πόλη σε πόλη και από σπίτι σε σπίτι. Ήταν από εκείνα τα αγαπημένα αντικείμενα, που δεν ξέρεις ακριβώς πώς να τα χαρακτηρίσεις: να τα πεις ζωγραφική, να τα πεις κολάζ, τα λες τελικά «αυτό το ωραίο που μου αρέσει να το κουβαλάω πάντα μαζί μου» και που όταν μικρά παιδικά χεράκια, σε μια τελευταία μετακόμιση το ανακάλυψαν και άρχισαν να παίζουν μαζί του, κολλώντας και ξεκολλώντας τα ένθετα στοιχεία του, βρίσκεις τελικά ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη δική σου παιδική ηλικία, που δεν έχει πάψει να σ’ ακολουθεί, όσα χρόνια και αν περάσουν και που μπορεί να διανύεις την τέταρτη δεκαετία της ζωής σου, αλλά έναν ιππότη-άγιο ακόμα τον χρειάζεσαι να σε φυλάει και να σε συντροφεύει.

Γιατί, αγαπητοί Φίλοι,

Τι άλλο είναι η αληθινή τέχνη; Τι άλλο από αυτό που μπορεί να μας συντροφεύει, να μας παρηγορεί, να μας ταξιδεύει και μέσα από το πινέλο-ραπιδογράφο εμπνευσμένων δημιουργών, να μας αποκαλύπτει αυτή την «άλλη» πραγματικότητα, στην οποία κατοικούν μυθικά πρόσωπα, αρχαίοι θεοί, άγγελοι και ιππότες;
Η δική μου ανάγνωση λοιπόν, στο βιβλίο που παρουσιάζεται απόψε, έχει στοιχεία από αυτό το Χθες, καθώς ανακάλυψα, στις μορφές των τελευταίων έργων του, μοτίβα κοινά μ’ αυτό το πρώτο του έργο, της πρώιμης περιόδου, όπως λένε οι ειδικοί, και τα οποία, μετά από τόσα χρόνια, εξακολουθεί ακόμα ο Διονύσης να παιδεύει.
Μια απλή σύγκριση δε με τη μορφή στο εξώφυλλο του βιβλίου, μπορεί να πείσει για τα εικονογραφικά παράλληλα ανάμεσα σ’ αυτήν και το δικό μου ιππότη.


Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η μορφή αυτή απέκτησε με τα χρόνια το δικό της φυσικό χώρο, τον οποίο ο Διονύσης, με άριστη γνώση της τεχνικής στη σχεδιαστική αποτύπωση και με έντονη πάντα κοινωνική συνείδηση, συνθέτει, παρατηρώντας και καταγράφοντας με το μολύβι-ραπιδογράφο του, τις σεισμικές δονήσεις που του προκαλούν οι τεκτονικές αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας.
 Έτσι, ο δικός μου ιππότης- άγιος, τοποθετείται, σ’ ένα σύγχρονο περιβάλλον καταστροφής και αποξένωσης, κι εγώ, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, οδηγώ την ανάγνωσή μου από το αθώο Χθες στο ζοφερό Σήμερα.
Γιατί ο Διονύσης δεν αφήνει τίποτα ασχολίαστο: τον νέο άστεγο, τον αυτόχειρα, το κλείσιμο της ΕΡΤ, την οικολογική καταστροφή, την αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό της χώρας μας.
Όλα τα παρατηρεί και όλα τα φιλτράρει μέσα στα έργα του.
Σε αυτά, ο δικός μου στρατιωτικός άγιος μεταμορφώνεται στις εμβληματικές φτερωτές γυναικείες μορφές, που ξεχειλίζουν από ερωτισμό, μετατρέπεται στις ανδρικές ή ερμαφρόδιτες και άφυλες μορφές, που μάχονται να επιβιώσουν σ’ έναν κόσμο που καταρρέει, γίνεται ανάγλυφο στη ζωφόρο ενός αρχαίου ναού, αναγνωρίζοντας ότι «τα μουσεία είναι τα μόνα μέρη που μπορεί κανείς να θυμάται ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί και για την ομορφιά».
 Ανάμεσα στις σελίδες του όμως διακρίνω και μορφές σύμβολα: διακρίνω μαχητικούς πολιτικούς, βραβευμένους συγγραφείς, επιτυχημένους ανθρώπους της τουριστικής βιομηχανίας του τόπου μας, εκείνες δηλαδή τις μορφές που δίνουν τη σκυτάλη για να περάσει η ανάγνωσή μου από το Σήμερα στο Αύριο.
Γιατί γι’ αυτό το Αύριο το βιβλίο, με τα δικά του εκφραστικά μέσα θέλει, κατά τη δική μου ανάγνωση, να μας προβληματίσει.
Οι εικόνες του, μάς ταξιδεύουν μοναδικά στον δικό του φαντασιακό κόσμο, εμποτισμένο όμως από τις λαϊκές δοξασίες, τους θρύλους και τη φιλοσοφία αρχαίων πολιτισμών. Ο ελληνικός και ανατολικός πολιτισμός, στους οποίους ο Διονύσης, εντοπίζει κοινά στοιχεία, μέσα από τη φιλοσοφία του Ηράκλειτου, του Πλάτωνα και του Λάο Τσε, αναδεικνύονται κυρίαρχοι, με μοναδικό βάθος και πληρότητα και ξεπερνούν το ρηχό, δυτικό, τεχνοκρατικό πνεύμα, που κυριαρχεί και μας καταδυναστεύει σήμερα.
Και μας ανακουφίζουν, αφού αισθανόμαστε ότι έχουμε ιστορία και παρελθόν, και μπορεί τώρα να ζούμε σ’ ένα ζοφερό παρόν, αλλά έχουμε τη δυνατότητα  να χτίσουμε ένα καλύτερο μέλλον.
Μας ανακουφίζουν επίσης γιατί οι διαχρονικοί συμβολισμοί και οι φιλοσοφικές ενορχηστρώσεις, που εμπεριέχουν οι εικόνες του, μάς διδάσκουν ότι η πολυπλοκότητα της ιστορικής μας διαδρομής σαν λαού, δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να κλείσει τόσο άδοξα.
Και αυτό θα γίνει με πολλούς τρόπους: εάν ενσκήψουμε στον κρυπτικό λόγο του Ηράκλειτου, που μας μιλάει για τη Φύση, που σήμερα την κακοποιούμε, θα γίνει εάν αφουγκραστούμε το θρόισμα από τις φτερούγες των φτερωτών που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, θα γίνει εάν αποδεχτούμε ότι είμαστε κομμάτι ενός όλου, που ξεκινάει από την προϊστορική εποχή με τους μαχαιρόδοντες και μέσα από τη μαγική περιπέτεια της Τέχνης, μέσα από τα έργα φωτισμένων «καλλιτεχνικών φύσεων», φτάνει στο Σήμερα, εδώ, απόψε, στο Πνευματικό Κέντρο, πάνω από τη διαλυμένη Πλατεία μας.
Γιατί, αγαπητοί Φίλοι, η δική μου ανάγνωση στο εικονοποιημένο σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη ή διαφορετικά στο θεατροποιημένο κόμικ «ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗ» του Διονύση Κωνσταντόπουλου, (είδατε, έδωσα στον καθένα από ένα ρόλο), είναι τελικά αισιόδοξη, αφού ξεφυλλίζοντας την έκδοση, εντόπισα  μνήμες από καλές στιγμές, τη μαγιά δηλαδή γι’ αυτό που θα αποφασίσουμε να χτίσουμε από εδώ και πέρα.
Το ίδιο πιστεύω ότι είδε και ο εκδότης κ. Αντώνης Νικολουδάκης, που αποφάσισε να προχωρήσει στο τολμηρό εγχείρημα της έκδοσης του παρόντος.
Γιατί μπορεί για μένα η πολυσημία των έργων του Διονύση να λέει πολλά, αλλά γνωρίζω καλά ότι δεν είναι και πολύ εύκολο.

Ευγνωμονώ λοιπόν τον εκδότη από τη θέση αυτή για την γενναιότητά του και σας καληνυχτίζω, ευχαριστώντας σας για την προσοχή, ευχόμενη καλές αναγνώσεις!

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Βιβλιοπαρουσίαση για το βιβλίο «ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗ»

                  «ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗ»,

πίνακες: Διονύσης Κωνσταντόπουλος – σενάριο: Δημήτρης Βανέλλης,
εκδόσεις «Φανταστικός Κόσμος», 2014* 


«Τα παιδικά χρόνια είναι δύσκολα, γεμάτα αδικαιολόγητους φόβους, όπως ο φόβος για φανταστικά τέρατα κι ο φόβος για τη γελοιοποίηση. Από λογοτεχνική άποψη δεν είναι συναρπαστικά, γιατί τα παιδιά, εκτός από εξαιρέσεις είναι συνήθως λίγο βαρετά. Επιπλέον δεν έχουν δική τους δύναμη, οι ενήλικοι αποφασίζουν γι’ αυτά, και μάλιστα το κάνουν άσχημα, τους γεμίζουν το κεφάλι με τις δικές τους λανθασμένες ιδέες σχετικά με την πραγματικότητα κι ύστερα τα παιδιά περνούν την υπόλοιπη ζωή τους προσπαθώντας να ελευθερωθούν απ’ αυτές. Όμως η περίπτωση του Ντιέγο ντε λα Βέγα, του Ζορρό μας, δεν ήταν τέτοια, γιατί από νωρίς έκανε ό,τι ήθελε».

 Ιζαμπέλ Αλιέντε, Ζορρό, Η αρχή  του θρύλου, μετάφρ. Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδ. Ωκεανίδα 2005, σελ.. 151




            Ένα καινούργιο βιβλίο που κυκλοφορεί την αρχή της νέας χρονιάς είναι σαν ένα καινούργιο μωρό.
Το συνοδεύουν οι ευχές, οι προσδοκίες, οι επιθυμίες και οι αγωνίες για το ταξίδι του στον κόσμο των ενηλίκων, κυρίως όμως το συνοδεύει η χαρά των συντελεστών του, αφού ένα προϊόν της φαντασίας, παίρνει σάρκα και μορφή και μπορεί να κρατηθεί πια στα χέρια κάθε αναγνώστη, που θα επιλέξει να το γνωρίσει.
            Έτσι ένοιωσα κι εγώ όταν πήρα στα χέρια μου, τη δεύτερη μέρα του νέου χρόνου, το βιβλίο με τίτλο «ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗ», του Διονύση Κωνσταντόπουλου και του Δημήτρη Βανέλλη.
Τα περισσότερα έργα του Διονύση τα ήξερα, πριν ακόμα ασχοληθώ με το προλόγισμά του, αφού το καλοκαίρι ασχολήθηκα με την παρουσίασή τους στο κοινό της Ζακύνθου, στην ομότιτλη έκθεση που πραγματοποίησε στο Studio Art Ίριδα, από 18 – 27 Αυγούστου.



            Επειδή όμως έχω και το προνόμιο να γνωρίζω το δημιουργό τους, από την παιδική του κιόλας ηλικία – ηλικία σταθμό, που καθορίζει την απαρχή της καλλιτεχνικά διαμορφωμένης ψυχοσύνθεσης και σπερματικά σχεδόν γονιμοποιεί τη φαντασία και τον οπλίζει με τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα, η χαρά μου για το βιβλίο αυτό είναι ακόμα πιο μεγάλη, καθώς μέσα από τη δουλειά του Διονύση μπορώ να υποστηρίξω αυτό που πάντα πίστευα για την «καλλιτεχνική φύση».
Πιστεύω λοιπόν ότι ο άνθρωπος γεννιέται με το θείο χάρισμα να ξεχωρίζει, μέσα από τη βιωμένη πραγματικότητα που μας περιβάλλει, την «άλλη», αυτή στην οποία εγκατοικούν μυθικά πρόσωπα, αρχαίοι θεοί και άγγελοι.




Και ο Διονύσης Κωνσταντόπουλος, από την εποχή ακόμα που ζωγράφιζε στα περιθώρια των σχολικών τετραδίων, τριαντάφυλλα, για τις συμμαθήτριες που αποτελούσαν το υποκείμενο του πόθου του, είχε ξεχωρίσει γι’ αυτό το θείο χάρισμα, τη θεία πηγή που οδηγούσε το χέρι του και τον έκανε να εκφράσει το συναίσθημά του, να τις εκπλήξει και τελικά να τις συγκινήσει, αποκαλύπτοντας παράλληλα και αυτόν τον «άλλο» κόσμο.
Η ακαδημαϊκή και επαγγελματική του πορεία στη συνέχεια, η οποία τον βοήθησε να δώσει «εικαστική υπόσταση», δηλαδή σάρκα και οστά στην ιδιοτυπία των συγκινήσεων που οδηγούσαν το χέρι του, υπηρετεί την ίδια «αποκαλυπτική» διαδικασία, ενώ παράλληλα η ενασχόλησή του με τα κοινά και η υπερέκθεση στον πολιτικό στίβο, λειτούργησε συμπληρωματικά στα βιώματά του και τον βοήθησε, ρουφώντας το κοινωνικό γίγνεσθαι να το εκφράσει στα «ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΜΑΤΑ» του. Η επαγγελματική και η πολιτική του ιδιότητα έτσι, αντικατοπτρίζονται στο έργο του, το καθορίζουν, το μορφοποιούν και τον βοηθούν να το μεταπλάσει σε εικαστική γλώσσα.
Με άριστη γνώση της τεχνικής  στη σχεδιαστική αποτύπωση και με έντονη πάντα κοινωνική συνείδηση, παρατηρεί και καταγράφει, πρώτα και κύρια με το μολύβι-ραπιδογράφο του, τις σεισμικές δονήσεις που του προκαλούν οι τεκτονικές αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας. Ως καλός αγωγός της εποχής μας, διαισθάνεται ότι μόνο με την ταχύτητα της σχεδιαστικής αποτύπωσης θα καταφέρει να αποκρυσταλλώσει τις αλλεπάλληλες κρίσεις που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος.
Με τη βοήθεια δε του Δημήτρη Βανέλλη συντίθενται σε ένα εικονοποιημένο σενάριο ή διαφορετικά σ’ ένα θεατροποιημένο κόμικ με συνοχή, που παίρνει από το χέρι το θεατή και τον ξεναγεί στον δικό τους ιδιαίτερο κόσμο.
Η πρότασή του που διατυπώνεται με νεορεαλιστικά στοιχεία, αναγνωρίσιμα από το θεατή, εμπεριέχεται στην εξής φράση: ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΙ. ΕΧΟΥΜΕ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΡΕΛΘΟΝ. ΖΟΥΜΕ ΕΝΑ ΖΟΦΕΡΟ ΠΑΡΟΝ. ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΝΑ ΧΤΙΣΟΥΜΕ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΛΛΟΝ.
Η ελπίδα για το καλύτερο αύριο, είναι η καλύτερη ευχή για τη νέα χρονιά που ξεκινάει και αυτό μπορούμε,  κατά τη γνώμη μου, να το νοιώσουμε ξεφυλλίζοντας την έκδοση, αφού σ’ αυτήν ενυπάρχουν μνήμες από καλές στιγμές και μνήμες από κακές και είναι η μαγιά γι’ αυτό που θα αποφασίσουμε να χτίσουμε από εδώ και πέρα.
Μέσα από τις διηγήσεις του Δημήτρη Βανέλλη, ο Κωνσταντόπουλος μάς ταξιδεύει μοναδικά στον δικό του φαντασιακό κόσμο, εμποτισμένο από τις λαϊκές δοξασίες, τους θρύλους και τη φιλοσοφία αρχαίων πολιτισμών. Ο ελληνικός και ανατολικός πολιτισμός, στους οποίους εντοπίζει κοινά στοιχεία μέσα από τη φιλοσοφία των: Ηράκλειτου – Πλάτωνα –Βούδα, αναδεικνύονται οι κυρίαρχοι, με βάθος και πληρότητα, που ξεπερνά το ρηχό δυτικό, τεχνοκρατικό πνεύμα, που κυριαρχεί και μας καταδυναστεύει σήμερα.



Αν με ρωτούσατε, εάν τα έργα του Κωνσταντόπουλου θα μπορούσαν να μπουν σε ένα μουσείο, θα σας απαντούσα με ειλικρίνεια ότι ναι, θα μπορούσαν να μπουν, και όχι μόνο για την πρωτοτυπία της τεχνικής τους. Θα έμπαιναν γιατί εμπεριέχουν διαχρονικούς συμβολισμούς και φιλοσοφικές ενορχηστρώσεις, που ξεπερνάνε χρονικούς περιορισμούς, αφού μάς διδάσκουν ότι η πολυπλοκότητα της  ιστορικής μας διαδρομής σαν λαού, δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να κλείσει τόσο άδοξα όσο φαίνεται ότι γίνεται σήμερα. Και αυτό θα γίνει με πολλούς τρόπους: εάν ενσκήψουμε στον κρυπτικό λόγο του Ηράκλειτου (504π.Χ.-484π.Χ.), που μας μιλάει για τη Φύση, που σήμερα την κακοποιούμε, θα γίνει εάν αφουγκραστούμε το θρόισμα από τις φτερούγες των φτερωτών που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, θα γίνει εάν αποδεχτούμε ότι είμαστε κομμάτι ενός όλου, που ξεκινάει από την προϊστορική εποχή με τους μαχαιρόδοντες  φτάνει μέσα από τη μαγική περιπέτεια της Τέχνης, μέσα από τα έργα φωτισμένων «καλλιτεχνικών φύσεων» που μπορούν ακόμα να μας εκπλήσσουν και να μας συγκινούν….

Πριν όμως μπουν σε μουσείο, μπορούν να μπουν στο σπίτι μας, με όχημα την έκδοση αυτή που καλό είναι να την προμηθευτείτε όλοι.

Και επιτέλους, ας αφήσουμε τον καλλιτέχνη να κάνει αυτό που θέλει!




Υποσημείωση: