Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Συνέντευξη σε Χρήστο Κολοβό


Πληθωρικός, χειμαρρώδης, ασυμβίβαστος, παθιασμένος με τη δουλειά του, δεμένος με τις υπογεγραμμένες, ο Χρήστος Ηλ. Κολοβός, που από την άλλη άκρη του κόσμου δε διστάζει να σου κάνει καντάδα στο skype, σήμερα δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας. Ας ακούσουμε λοιπόν τον Διευθυντή Ορχήστρας - Βιολονίστα - Ερευνητή και κυρίως καλό μας φίλο, Χρήστο Κολοβό, σε μια συνέντευξη χωρίς φόβο και πάθος.


Ερωτήσεις:


  1. Αγαπητέ μου Χρήστο, κατάγεσαι από μουσική οικογένεια: μητέρα, πατέρας, αδελφή, όλοι μουσικοί. Θα σταθώ μόνο ονομαστικά στη γιαγιά σου: την πειραιώτισσα υψίφωνο Λούλα Μαύτα-Καλογερά (1900-1994). Πόσο σε επηρέασε το περιβάλλον σου για να ακολουθήσεις την μουσική σου πορεία και πόσο εύκολο είναι για ένα νέο να ακολουθήσει τον δρόμο αυτό;

Απάντηση: Φυσικά και το περιβάλλον μου με επηρέασε κυριολεκτικά από την κοιλιά της μάνας μου. Πριν σας πω όμως μια μικρή ιστορία για να καταλάβετε τι εννοώ, θα ήθελα να σας θυμίσω πως η γιαγιά μου η Λούλα, μαζί με τη φίλη της από τη Βιέννη επίσης υψίφωνο Αλεξάνδρα Τριάντη, ήταν συνιδρύτρια του Συλλόγου «Οι φίλοι της Μουσικής» στον οποίον και οφείλουμε το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Επρόκειτο δηλαδή για ένα νεανικό όνειρο ζωής, ρομαντικό θα έλεγα,  που σκοπό είχε να αποκτήσει και η Αθήνα μια σωστή και αντάξια του ονόματός της αίθουσα συναυλιών ανάλογη εκείνης της Βιέννης. Της γνωστής μας Χρυσοποίκιλτης Αίθουσας των Φίλων της Μουσικής με τις γνωστές μας χρυσές Καρυάτιδες, έργο που χρηματοδότησε ο Έλληνας μαικήνας του Αυστριακού Κράτους, Νικόλαος Δούμπας με καταγωγή εκ πατρός από τη Βλάστη Κοζάνης, στον οποίον εκτός όλων των άλλων χρωστάμε ως ανθρωπότητα πολλά από τα χειρόγραφα του Σούμπερτ, του Μπραμς και του Γιόχαν Στράους, μιας που ήτανε πολύ στενοί φίλοι και του είχαν δωρίσει κάποια ή σαν συλλέκτης είχε αγοράσει πολλά από αυτά. Και τώρα λοιπόν, η ιστοριούλα που σας έλεγα προηγουμένως.
  Όταν η μάνα μου ήταν έγκυος έβαζαν με τον πατέρα μου και έναν φίλο τους, τον Δημήτρη το Γιάννου, κορυφαίο βιολίστα της ΕΛΣ και αργότερα καθηγητή μουσικολογίας του ΑΠΘ, έναν δίσκο στο πικ-απ με τον εκπληκτικό Ρώσο τρομπεττίστα Τιμοφέϋ Ντοκσίτσερ να παίζει Μπαχ για να δουν πώς αντιδρώ και εγώ κόντευα να τρυπήσω την κοιλιά της μάνας μου από τις κλωτσιές. Όταν έκαναν πρόβες οι ίδιοι οι γονείς μου στα έργα του Κυδωνιάτη που έπαιζαν ή σε Μπετόβεν και Σοπέν η μάνα μου και στην όπερα ο πατέρας μου, εγώ ήμουν ηρεμότατος. Σκεφτείτε δε πόση μουσική άκουσα από όταν γεννήθηκα στο σπίτι μας, αλλά και για να γελάσετε έχουμε μια φωτογραφία από το μαιευτήριο με εμένα ψηλά το χέρι σαν να διευθύνω και τότε με πήγε η μαμή στη μάνα μου και της είπε «αυτός θα γίνει μαέστρος. Όλο ψηλά έχει το χέρι του σαν να διευθύνει». Δεν έπεσε έξω τελικά.
  Όσο για το αν είναι εύκολο, δεν είναι καθόλου εύκολο να πεις ότι εγώ θα σπουδάσω μουσική  και θα γίνω καλλιτέχνης, γιατί η... πείνα παραμονεύει, τα κυκλώματα, οι στεναχώριες, οι προδοσίες, η αναγκαία μοναξιά της μελέτης, της συγκέντρωσης, της ηρεμίας, της σκέψης. Ποιος θα αντέξει να μείνει δίπλα σου που να τα καταλαβαίνει αυτά, να τα νοιώθει και να μην λέει ότι εργαζόμαστε και κάνουμε χόμπυ και γιατί δε βρίσκουμε μια δουλειά για να ζήσουμε κιόλας; (όταν φυσικά δεν έχουμε κάποια μόνιμη δουλειά)



  1. Έχεις συνδέσει την επιστημονική-ερευνητική σου πορεία με την μελέτη του αρχείου του αείμνηστου Κωνσταντίνου Κυδωνιάτη (1908-1996), που η προσφορά του στην ελληνική μουσική, έστω και ως απλή μνημόνευση, δεν μπορεί να περιληφθεί στις λίγες γραμμές αυτής της συνέντευξης. Πόσο σημαντική θεωρείς την αναδίφηση αυτών των ξεχασμένων θησαυρών από τα ιδιωτικά ή τα παραμελημένα κρατικά αρχεία, και με ποιο τρόπο πιστεύεις ότι μπορεί να προχωρήσει η έκδοση και δισκογράφησή τους;
Απάντηση: Αν το ΠΑΣΟΚ υπήρξε μια ιστορική αναγκαιότητα –καλύτερα ένα ιστορικό κακό θα έλεγα εγώ- για τον τόπο, όπως λένε πολλοί αναλυτές (Αμερικάνοι γαρ στο προσκήνιο, ο ατλαντιστής Ανδρέας, μεταπολίτευση, «σαν του κισσού το πλάνο ψήλωμα» να πιστέψει ο χιλιοβασανισμένος Λαός στον Ανδρέα Παπανδρέου κ.λπ.), ο Κυδωνιάτης για μένα υπήρξε μια συναισθηματική αναγκαιότητα. Όχι εσκεμμένη, μα έτυχε και... πέτυχε τελικά που λένε, αφού η σχέση μας όπως σας είπα είναι από τα γεννοφάσκια μου, μιας που εκτός των... πειραμάτων που μου έκαναν, είχε γράψει και αρκετά έργα για τους γονείς μου Ηλία Κολοβό (κλαρινέττο) και Μάρω Μαύτα-Κολοβού (πιάνο) και τον νονό μου Χρήστο Αργυρόπουλο (όμποε) και τον έτερο κουμπάρο τους Μίλτο Οικονόμου (φαγκόττο), αφού όλοι τους υπήρξαν αγαπημένοι του μαθητές.
  Η αναδίφηση αυτή λοιπόν όχι μόνον του Κυδωνιάτη, αλλά και άλλων «πρώτης τάξεως», όπως θα έλεγε κι εκείνος συνθετών και σολίστ, είναι απολύτως αναγκαία για να μορφωθούμε μελετώντας τα, δίνοντάς τα στο κοινό και κατόπιν αφήνοντάς τα στον δικαιοκρίτη χρόνο μέσω εκδόσεων τύποις ή δισκογραφικά. Οι άνθρωποι αυτοί έδωσαν τη ζωή τους, δίχως καμία απολαβή οικονομική συνήθως ή κάποια υποτυπώδη, μόνο και μόνο διότι ήθελαν να προσφέρουν κάτι στον τόπο τους και στην κοινωνία. Ήταν μια στάση ζωής, ένα ιδανικό, ήταν μια απόφαση ζωής, η άνοδος και η πτώση στο τέλος από την κορυφή του Γολγοθά της Τέχνης τους.
  Τα κρατικά αρχεία που αναφέρετε, ποια είναι για να έχουμε καλό ρώτημα; Ούτε στο ένα χέρι δεν μετριούνται και εάν τα βρούμε προς αρίθμηση, ας μην μιλήσουμε για την οργάνωση, τη βοήθεια στους μελετητές, την κατάσταση φύλαξης των ντοκουμέντων κ.ο.κ. Αντί να είναι τα πρώτα αυτά που θα παίζουν τον ρόλο του θεματοφύλακα και της δικής μας τέχνης, στα οποία θα έχει πρόσβαση όλος ο Λαός, θα εκμεταλλεύονται τα έργα για τη μόρφωση του Λαού, των παιδιών στα σχολειά τους, του κόσμου σε κάθε γειτονιά και πάει λέγοντας. «Βγάλτε τα πιάνα στο Λαό να μάθει ο κόσμος τον Τσαϊκόφσκυ και τον Μπετόβεν» είπε ο Λένιν και το έκανε πράξη. Εδώ μεσουρανούν κάποιοι... μίμοι –Μήτσοι, Λάκηδες, δεν έχει σημασία πώς λέγονται-- στους οποίους δειπνούν ο «αριστερός» πρωθυπουργός μας με τον Πρόεδρο της Γαλλίας και τη συνοδεία τους λ.χ., ενώ παλιά όταν είχε κλείσει η Λυρική για λίγους μήνες επί Παπάγου, ξανάνοιξε με την έλευση του Στρατάρχη Τίτου επειδή ήθελε να δει όπερα! Δυστυχώς πρωτίστως κρίση και ένδοια αξιών έχουμε και ιδανικών, και όχι οικονομική.
  Όσο για την έκδοση και δισκογράφηση των έργων αυτών, ολοφάνερο είναι πως μόνον με κρατική μέριμνα μπορεί να γίνει μια καλή δουλειά ώστε πρόσβαση μετά να έχει όλος ο Λαός, από τα σχολειά μας αρχής γενομένης μέχρι ο κόσμος όλος σε όλη την επαρχία. Όταν όμως αυτό είναι ανέφικτο, διότι οι κρατούντες στερούνται τέτοιων ευαισθησιών και μιας πολιτισμικής πολιτικής, και δη αυτοί οι ψευτοκουλτουριάρηδες που θεωρούν μίασμα την αριστεία –άκουσον, άκουσον—ο κλήρος πέφτει όχι στον γενναίο, μα στον ιδιώτη επιχειρηματία που εάν και εφ’ όσον πεισθεί, τότε κάνει το καλό και απαιτεί ο καθένας μετά κάθε είδους αντάλλαγμα.

 3. Σε ομιλία σου για το Συγκρότημα Μουσικής Δωματίου «Νικόλαος Μάντζαρος», στην Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» (28/4/2010), είχες πει ότι: «δίπλα στην προτομή του ιδρυτού της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών Φιλοκτήτη Οικονομίδη στο προαύλιο του Ωδείου Αθηνών, θα πρέπει να σταθούν ακόμη δύο. Εκείνη του ακάματου Βύρωνος Φιδετζή για το ιεραποστολικό έργο που προσφέρει μια ζωή τώρα δίχως σταματημό στην Ελληνική μας Μουσική και η άλλη του Τάκη Καλογερόπουλου για την μοναδική του προσφορά σ' ολάκερο το Έθνος, αντάξια θα λέγαμε ενός Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου». Γνωρίζοντας, και αναγνωρίζοντας, την άοκνη προσφορά του πρώτου, από προσωπική πείρα, στην ανάδειξη του έργου του Παύλου Καρρέρ, μέσα από το αρχείο του Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων, θα ήθελα πολύ σύντομα να αιτιολογήσεις για τους αναγνώστες μας αυτή σου την τοποθέτηση, αναφερόμενος επιγραμματικά και στους δύο.

Απάντηση: Τόσο ο Φιδετζής όσο και ο μακαρίτης ο Καλογερόπουλος –αν και δεν ξέρω τι έκαμαν στα μικράτα τους για το ζήτημα—αλλά αφ’ ης στιγμής επέστρεψαν από τη Βιέννη όπου μετεκπαιδεύθησαν μουσικά, αφιερώθηκαν με όλο τους το είναι, έδωσαν όλη τους την ψυχή, τη ζωή τους ολάκερη και ο Φιδετζής συνεχίζει ακόμα, στην σκαπάνη, τη μελέτη και την ανάδειξη της νεοελληνικής μας έντεχνης μουσικής με κάθε τρόπο, κάθε μέσο, κάθε κόστος. Τι να πρωτοπώ για τους αγώνες τους για την ελληνική μας μουσική; Να μιλήσω για τις Ελληνικές Μουσικές Γιορτές που ίδρυσε ο Φιδετζής, όταν ήταν διευθυντής της ΚΟΑ και από όταν έληξε η θητεία του η ΚΟΑ απόταξε το θεσμό ως άλλον σατανάν και τώρα ο Φιδετζής συνεχίζει ολομόναχος με αρκετούς ευτυχώς φίλους, συνεργάτες, οπαδούς θα έλεγα, τη διοργάνωση και πραγματοποίηση των Γιορτών ή για την νέα ενορχήστρωση από μέρους του (η πρωτότυπη έχει χαθεί) της όπερας του Καρρέρ «Μάρκος Μπότσαρης», ενός μουσικού θαύματος, αξίας ενός «Ριγολέττου» θα λέγαμε ή για την ενορχήστρωση την οποία τελειώνει της πρώτης όπερας σε ελληνικό λιμπρέττο του Σπυρίδωνος Ξύνδα «Υποψήφιος Βουλευτής».
 Όσο για τον Καλογερόπουλο θα αναφερθώ στο μεγαλύτερο και σπουδαιότερο έργο της ζωής του· στο επτάτομο Λεξικό του της Ελληνικής Μουσικής, από τον Ορφέα έως σήμερα, των εκδόσεων Γιαλλελή. Ένα έργο μοναδικό στα ελληνικά χρονικά, το οποίο περικλείει στις πάνω από 4.000 σελίδες του, άνω των 10.000 λημμάτων που αφορούν στην ελληνική μας μουσική, δίχως κανέναν ποιοτικό περιορισμό. Κατά την άποψή μου, αυτό το κάνει μοναδικό, μιας που ο καθένας που έχει προσφέρει κάτι, έχει δικαίωμα στην ιστορία. Είτε είναι μουσικός, χορευτής, τραγουδιστής κλασικός, λαϊκός, ροκ ή ραπ, είτε είναι κάποιος αυτοδίδακτος από κάποιο ορεινό χωριό της Γορτυνίας, είτε ιεροψάλτης κ.ο.κ. Ένα έργο στο οποίο ο μέντοράς μου ο Καλογερόπουλος δόθηκε καθ’ολοκληρίαν επί πολλά έτη, μέχρις στιγμής που κόντεψε να πεθάνει από αμέλεια και άρνηση επισκέψεως του νοσοκομείου. Έφυγε όμως από αυτοκινητιστικό... Σημειωτέον δε, χωρίς καμιά κρατική οικονομική βοήθεια, τη στιγμή που στο εξωτερικό για τέτοια έργα δουλεύουν στρατιές επιστημόνων και ο Ένας, επιβλέπει και έχει το γενικό πρόσταγμα θα λέγαμε. Εδώ ο Καλογερόπουλος τα έκανε όλα μόνος του, με ελάχιστους πιστούς βοηθούς-συνεργάτες, μεταξύ αυτών και εμένα τον ίδιο που δίπλα του 10 χρόνια έμαθα πάρα πολλά για την έρευνα, τη μουσική, τις συμπεριφορές των ανθρώπων, τη ζωή.

4. Το 7τομο Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής του Τάκη Καλογερόπουλου, «Από τον Ορφέα έως Σήμερα», εκδ. Γιαλλελής, αποτελεί εκδοτικό σταθμό για την ιστορία της Ελληνικής Μουσικής. Πόσο αναγκαίο είναι να διακινηθεί μια τέτοια έκδοση σε ωδεία,  μουσικά σχολεία και Πανεπιστημιακά Ιδρύματα και τι θα πρότεινες για να γίνει προσιτή μια τέτοια έκδοση; 


Απάντηση: Όπως τα σχολειά και τα ιδρύματα που αναφέρετε έχουν στη βιβλιοθήκη τους –παρ’όλο που δεν ξέρω εάν έχουν πρόσβαση οι μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας- το λεξικό του Μπαμπινιώτη ή τη γραμματική της αρχαίας του Τζαρτζάνου, έτσι πρέπει να υπάρχει και το Λεξικό της Ελληνικής μας Μουσικής, όχι μόνον λόγω περιεχομένου μα και σαν παράδειγμα ενός τεράστιου σε όγκο έργου, εργασίας και αποτέλεσμα ενός και μόνου ανδρός (φυσικά με τους σε μονοψήφιο αριθμό στενούς συνεργάτες του συγγραφέα). Όπως το λεξικό της ελληνικής του Μπαμπινιώτη. Δύο τιτάνια έργα, αποκυήματα ενός αντίστοιχα άνδρα. Όχι όμως να υπάρχουν κοινή τη θέα για στόλισμα ενός ραφιού μιας λευκής βιβλιοθήκης, αλλά να χρησιμοποιούνται συνεχώς από όλους στα μαθήματα, στις εκδηλώσεις, στις εργασίες, στις ομιλίες κ.λπ.
  Εάν λοιπόν ο τελευταίος τόμος εξεδόθη στα 2002 αν θυμάμαι καλά, τώρα 15 χρόνια μετά είναι καιρός να γίνει μια επανέκδοση αρχικά θα πρότεινα, με διόρθωση των όποιων λαθών της αρχικής εκδόσεως και συμπλήρωση ίσως κάποιων αναγκαίων στοιχείων που ελάνθαναν τότε ή κάποιες χρονολογίες θανάτων φερ’ ειπείν και μαζί με μια σε λίγα αντίτυπα τύποις έκδοση να κυκλοφορήσει και σε CD-ROM και σαν εφαρμογή στα προηγμένα μας κινητά τηλέφωνα. Καθ’ ον χρόνον λοιπόν αυτό θα ξαναγίνεται κτήμα όλων μας, να συσταθεί μια επιστημονική ομάδα με κάποιον επιμελητή και α.α. του Καλογερόπουλου πια και να εργασθεί για μια Β΄ έκδοση σε ένα βάθος 5-10 χρόνων από σήμερα λ.χ. με προσθήκη νέων ανθρώπων, νέων στοιχείων, ό,τι επίσης άφησε εκτός της Α΄ έκδοσης ο Καλογερόπουλος και να κυκλοφορήσει ίσως μόνον ηλεκτρονικά πια ή σε έναν συλλεκτικό αριθμό αντιτύπων επί χάρτου και μετά μόνον ηλεκτρονικά. Ετούτη τη φορά όμως για την σύσταση των επιστημόνων θα χρειαστεί και κάποιο κονδύλι για την καλύτερη επίτευξη του εγχειρήματος.

  1. Η Επτανησιακή Μουσική Σχολή, όπως και η αντίστοιχη Επτανησιακή Σχολή στη Ζωγραφική, και η Επτανησιακή Σχολή στην Λογοτεχνία, λαμβάνουν δυτικές επιρροές σε σημείο του να δέχονται επικριτική αντιμετώπιση από τους ελλαδίτες μελετητές. Πόσο υπεύθυνη πιστεύεις ότι είναι η προκατάληψη αυτή, στη μελέτη και ανάδειξη της σπουδαίας ελληνικής- ελληνικότατης θα έλεγα-  Επτανησιακής Σχολής;

Απάντηση: Ο Καλογερόπουλος θα έγραφε στον όχι άκυρο ισχυρισμό σας πως «τους χαλάνε τη σούπα» οι Επτανήσιοι. Λοιπόν κατά τη γνώμη μου αυτά δεν στέκουν. Ό,τι και να πουν οι «ελλαδίτες» η εθνική μας μουσική σχολή ξεκινά καλώς ή κακώς από τον Πατριάρχη της τον κληρονομικώ δικαιώματι Ιππότη Νικόλαο Χαλικιόπουλο-Μάντζαρο με τους δεκάδες μαθητές του και μη για να φτάσει 100 χρόνια μετά στον Καλομοίρη και τους συν αυτώ. Και με συγχωρείτε δηλαδή, δεν καταλαβαίνω γιατί ο Καλομοίρης και άλλοι, όχι όλοι ευτυχώς, σβήνουν έτσι μονοκοντυλιά τους επτανησίους επειδή «ιταλίζουν» όπως έλεγαν. Ο Καλομοίρης και οι γερμανοτραφείς, δηλ. τι κάνουν; «Γερμανίζουν»; Όλοι επηρεάζονται από τους τόπους που σπουδάζουν, την εποχή τους, τις επιρροές των δασκάλων τους κ.λπ. Και πώς μπορούμε να λέμε ότι δεν είναι ελληνική μουσική η επτανησιακή σχολή, όταν γράφονται έργα σε ελληνικό λιμπρέττο σαν τον «Υποψήφιο Βουλευτή» του Ξύνδα, ή με ελληνικά θέματα σαν τον «Μάρκο Μπότσαρη» ή τη «Δέσπω» και τον «Μαραθώνα-Σαλαμίνα» του Καρρέρ; Τι κάνει ένα έργο ελληνικό δηλαδή; Το τριημιτόνιο της ανατολής και ο γερμανικός συντηρητισμός των Καλομοιρικών και του τότε διευθυντού του Ωδείου Αθηνών Γεωργίου Νάζου  που διέγραψαν τους νεκρούς επτανησίους και πολέμησαν τους ζωντανούς; Ή η «μαλλιαρή» εν είδει προόδου της δημοτικής; Δεν το πιστεύω αυτό. 

  1. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1912 στην Πλούμιτσα Κροκεών της Σπάρτης. Κροκεάτης κι εσύ, κατά καιρούς προσπάθησες να καταθέσεις την επιστήμη και την τέχνη σου για να τιμήσεις τον μεγάλο Ποιητή. Η Ζάκυνθος αντίστοιχα υπήρξε το λίκνο του εθνικού μας Ποιητή. Πόσο εύκολο είναι πιστεύεις σήμερα να τιμηθεί η Ποίηση και οι εκπρόσωποί της, σε μια εποχή που κατακλυζόμαστε από τη φτηνιάρικη υποκουλτούρα των ΜΜΕ, που θεοποιούν ατάλαντους «Κακοφωνίξ», μέσα από την παλίρροια του διαδικτύου;

Απάντηση: Όσο υπάρχουν άνθρωποι, δηλ. όντα που «άνω θρώσκουν την ώπα», δηλ. κοιτούν ψηλά με τα μάτια, θα υπάρχει και ποίηση. Καλή ή κακή δεν έχει σημασία. Άλλωστε σκοπός της ποίησης δεν είναι να την καταλαβαίνουμε, μα να συναισθανόμαστε, δηλ. να νοιώθουμε, να αφουγκραζόμεθα. Άρα να ξυπνάμε και να γληγορούμε. Συνεπώς πάντα θα τιμάται και η τέχνη του ποιείν και οι τεχνίτες της.
  Όσο για την φτηνιάρικη υποκουλτούρα που λέτε, αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι πολύ καλά σχεδιασμένη πολιτικά για να μην σκεφτόμαστε πια, να μην έχουμε κρίση, να μην διεκδικούμε, να μην αγωνιζόμεθα.
  Για το διαδίκτυο τώρα, όπως γνωρίζετε, υπάρχουν εκατομμύρια τρόποι να χρησιμοποιηθεί σωστά εκπαιδευτικά τόσο στα σχολειά μας όσο και οίκαδε. Όλα τα παιδιά έχουν ένα «έξυπνο κινητό». Στο σχολείο βάσει νόμου απαγορεύονται τα κινητά. Αλλά όλοι έχουν. Μα είναι τόσο δύσκολο να σκεφτούμε πώς θα μπορούσαμε με εντολή των διδασκόντων και κατόπιν επιλογής τους να χρησιμοποιούνται στην τάξη ως εργαλεία για να επισκεφτούν λ.χ. τη βιβλιοθήκη του Βατικανού ή της Αλεξανδρείας, ή το μουσείο του Ρέμπραντ και του Λούβρου την ώρα των καλλιτεχνικών και το αρχείο Κ.Π. Καβάφη εν ώρα Λογοτεχνίας; Ξέρετε πως και η ατομική βόμβα όταν φτιάχτηκε πήγε την επιστήμη πολύ μπροστά. Δεν φταίει ο επιστήμων εάν κάποιοι την χρησιμοποίησαν για να αφανίσουν ολόκληρες πόλεις. Για τα ΜΜΕ όμως που λέτε, θα σας πω μια φράση της Αλέκας Παπαρήγα. «Όταν κλείνει μια τηλεόραση, ανοίγει ένα βιβλίο».


  1. Έχεις διευθύνει σημαντικές ορχήστρες του εξωτερικού, όπως την Ορχήστρα Νέων της Ρωσίας "Λ. Νικολάγιεφ", στο πλαίσιο του εορτασμού των 200 χρόνων από τη γέννηση του ποιητή του Καυκάσου, Μιχαήλ Λιέρμοντοφ, στη Μόσχα, στο Moscow International House of Music (11.11.2014), την ορχήστρα "Μάλερ" της Βιέννης, στο MuTh, έδρα της διάσημης παιδικής χορωδίας αγοριών της Βιέννης, μετά τον διεθνή διαγωνισμό που κέρδισες ανάμεσα σε 72 μαέστρους από όλον τον κόσμο, διοργανωμένο από την ως άνω Ορχήστρα, στη Βιέννη (31.7.2014) και αρκετές άλλες που λόγω οικονομίας χώρου δεν είναι εύκολο να αναφέρω. Τί σκέφτεσαι κάθε φορά που στέκεσαι στο podium αναφορικά με την υποστήριξη της Πολιτείας αντίστοιχων δικών μας ορχηστρών και μουσικών σχημάτων;
Απάντηση: Εάν τα σκεφτόμουν αυτά όταν βρίσκομαι στο πόντιουμ, δε θα μπορούσα να κάνω τη δουλειά μου. Πριν όμως και μετά που τα σκέφτομαι, μου έρχεται να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε τον πολιτισμό ως είδος πολυτελείας και να μας λένε και εμείς να το δεχόμαστε αβλεπί, ότι «εδώ δεν έχουμε να φάμε, τον πολιτισμό θα κοιτάξουμε;». Μα εδώ είναι το σφάλμα. Ότι ο πολιτισμός είναι το ΑΠΑΝ, η αρχή και το τέλος όλων. Χωρίς το «ψωμί» του Τολστόι, πώς θα αγωνιστείς για να αποκτήσεις ή να βελτιώσεις το ψωμί προς βρώσιν; Δηλ. δίχως τον πολιτισμό, τα βιβλία, τη μουσική, την Γκουέρνικα, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, την Κοιμωμένη του Χαλεπά και όσα συνθέτουν την ύπαρξή μας, πώς θα πάμε μπροστά;
  Για δε τις Ορχήστρες μας ειδικά που αναφέρετε, ξέρετε πόσα κοστίζει ένα πολύ καλό όργανο ενός μουσικού σε μια ορχήστρα της Αυστρίας ή της Γερμανίας; Δεκάδες χιλιάδων ευρώ (και τα δικά μας δηλ. όχι λιγότερα). Τα αγοράζει τις περισσότερες φορές το κράτος ή μεγάλοι οργανισμοί για να υπάρχει η καλύτερη ποιότητα και ομοιογένεια και οι μουσικοί απρόσκοπτα να εργάζονται. Εδώ κοιτάνε οι κρατούντες πώς θα κόψουν το επίδομα οργάνου, το οποίο δεν φτάνει ούτε να αλλάξουμε χορδές και τρίχες στα δοξάρια μας οι έγχορδοι, τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι οτιδήποτε χρησιμοποιούν στον χώρο της εργασίας τους αγοράζεται από το Κράτος. Το γραφείο, η καρέκλα, το μολύβι, η γόμα, το χαρτί κ.λπ., ενώ εμείς οι μουσικοί ξοδεύουμε περιουσίες για το εργαλείο της δουλειάς μας και η προπαγάνδα από τα ΜΜΕ που λέτε πιο πάνω και τους κρατούντες, λέει «σιγά μωρέ, τί κάνουν; Μουσική παίζουν, το χόμπυ τους κάνουν». Και εάν κλείσει μια ορχήστρα μας, κανείς δεν θα διαμαρτυρηθεί, γιατί δεν είμαστε δυστυχώς απαραίτητοι στην κοινωνία. Μην κοιτάτε τι έγινε με τις Ορχήστρες και τη Χορωδία της ΕΡΤ. Αυτό έγινε γιατί υπήρχε το μικρόφωνο και η κάμερα, που έχουν όλη τη δύναμη της εποχής. Όμως όταν έκλεισε πριν κάτι χρόνια το Κρατικό Μπαλέττο της Φρανγκφούρτης, ο Λαός βγήκε στους δρόμους επί μέρες και τελικά ξαναλειτούργησε. Εδώ θα μας αναζητήσει κανείς ή αυτόματα θα πάμε στα αζήτητα;


  1. Χρήστο μου, είμαι περίεργη να ακούσω τα μελλοντικά σου σχέδια.

Απάντηση: Εκτός από κάποιες δημοσιεύσεις ερεύνης που έχω στα σκαριά, όπως μια πρώτη βιογράφιση του πρώην γενικού διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και μόνιμου αρχιμουσικού της Θεοδώρου Βαβαγιάννη (1905-1988) που ετοιμάζεται να εκδοθεί από τον «Μουσικό Ελληνομνήμονα» του Εργαστηρίου Ελληνικής Μουσικής του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου και κάποια κείμενα για τα 20 χρόνια από το θάνατο του Κωνσταντίνου Κυδωνιάτη και για τα 70χρονα του Τάκη Καλογερόπουλου, στις 12 Μαΐου θα έχω τη χαρά να ντεμπουττάρω ως διευθυντής ορχήστρας στην Ελλάδα, επικεφαλής του «Συνόλου Φεστιβάλ Ιονίων» -ενός ευέλικτου συνόλου που δραστηριοποιείται τα τελευταία χρόνια στην ερμηνεία της σύγχρονης μουσικής και αποτελείται από εξαίρετους νέους μουσικούς, όπως την μέτζο Αγγελική Καθαρίου, τον πιανίστα Στέφανο Νάσο, την τσελλίστρια Μαρίνα Κολοβού κ.ά.— σε μια συναυλία στο Ωδείο Αθηνών διευθύνοντας έργα νέων Ελλήνων συνθετών στο πλαίσιο των εφετινών 12ων Ελληνικών Μουσικών Γιορτών που διοργανώνονται από τον εμπνευστή και ζωοδότη τους, τον αρχιμουσικό Βύρωνα Φιδετζή και ως κεντρικό άξονα έχουν την όπερα, επ’ ευκαιρία του νέου ξεκινήματος της Εθνικής μας Λυρικής Σκηνής στο νέο κτήριό της στον Ιππόδρομο, το οποίο χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Έτσι η Λυρική μας αφήνει μετά από κάμποσες δεκαετίες τα... προσωρινά «Ολύμπια» για μια μετεγκατάσταση και μια εκτόξευση καλλιτεχνική και εύχομαι και σε εργασιακό επίπεδο το ίδιο, παρ’όλη την οικονομική κρίση, να μην φτάσουμε να εργαζόμαστε σε ένα υπερσύγχρονο κτήριο με απολαβές χειρότερες της πρώτης γερμανικής Κατοχής. Με μια διαφορά όμως· ότι τότε οι Γερμανοί θέσπισαν διά νόμου την αλλαγή της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών, σε Κρατική, ενώ οι απόγονοί τους προ τριετίας (2013) έκλεισαν και τις δυο Ορχήστρες και τη Χορωδία της ΕΡΤ. Γερμανοί και τότε, Γερμανοί και τώρα. Διαφορετικές πολιτισμικές αξίες όμως.


Σε ευχαριστώ!


Ευχαριστώ κι εγώ!
Η Συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τέχνης Λόγια", Νο 17 / 5173 / 23.03.2016, που διανέμεται 
με την εφημερίδα "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ".
   


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Συνέντευξη σε Διονύση Βίτσο


Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι είναι το λαμπερό, διεισδυτικό πνεύμα, το γεμάτο χιούμορ και εύστοχες πάντα τοποθετήσεις, τα πρώτα που μας ωθούν να επιδιώξουμε μια συζήτηση με τον Εκδότη και Διευθυντή των εκδόσεων  «ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ».
Ή πάλι η ευθυκρισία με την οποία τοποθετείται χωρίς φόβο και πάθος απέναντι στα δημόσια  πράγματα,
Ή ακόμη η ξεχωριστή περίπτωση του Ζακυνθινού, που δραστηριοποιείται στο χώρο των εκδόσεων και από τη δική του θέση ευθύνης «συμπαρατάσσεται στον δονκιχωτικό αγώνα της μετασεισμικής Ζακύνθου να πολεμήσει με τις σκιές της προσεισμικής».
Πολλά θα μπορούσαμε να πούμε…
Λέμε μόνον ότι σήμερα στο «Τ.Λ.» φιλοξενούμε το Διονύση Βίτσο, που δέχτηκε να απαντήσει στα ερωτήματά μας και ότι αυτό αποτελεί ξεχωριστή χαρά και τιμή για μας.

 Ερωτήσεις:

1.   Διονύση μου, έχεις συνδέσει το όνομά σου με τον «Περίπλου».  Παλιότερα με το περιοδικό και σήμερα με τις εκδόσεις. Πόσο πιστεύεις ότι η αρχική ονομασία του περίφημου «Περίπλου» του Διονύση Ρώμα, λειτούργησε μέσα σου σαν έμπνευση για τις κατοπινές σου εκδοτικές δραστηριότητες και πόσο προστατευτική υπήρξε η δική του διεισδυτική  ματιά στα κύματα που ακολούθησαν τη διαδρομή σου;
Απάντηση: O Διονύσης Ρώμας πέθανε στις 9 Νοεμβρίου 1981. Για μεγάλο διάστημα πριν το θάνατό του είχε περιπέσει σε κώμα. Συνήλθε κάποια στιγμή και ζήτησε χαρτί και μολύβι. Έγραψε ένα γράμμα και το έδωσε στην ανιψιά του που ήταν δίπλα του, την κ. Σόνια Τσιλιμίγκρα να μου το φέρει. Μόλις είχα παρουσιαστεί στο Ναυτικό για τη θητεία μου κι έτσι το γράμμα παραδόθηκε στους γονείς μου. Ήταν ένα γράμμα προτροπής να προσπαθήσω ώστε το μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν της Ζακύνθου να μη χαθεί, αλλά και εμπιστοσύνης πως μπορώ να κάνω αρκετά προς αυτήν την κατεύθυνση.
Με τον Διονύση Ρώμα δεν είχαμε συναντηθεί. Από ό,τι έγραφε στο γράμμα αυτό με παρακολουθούσε από την εφημερίδα "Ελεύθερη Φωνή" του Σωκράτη Κωστή, όπου δημοσίευα κάποια αρθράκια. Την επομένη ημέρα ο Ρώμας εξέπνευε. Πριν ακόμη τελειώσω τη θητεία μου αποφάσισα να ιδρύσω ένα λογοτεχνικό περιοδικό. Δεν είχα σχέση με τον εκδοτικό χώρο, ήδη εργαζόμουν στην Εθνική Τράπεζα από το 1975, αλλά και δεν μπορούσα να αγνοήσω την υποθήκη του μεγάλου συγγραφέα, με του οποίου τον "Περίπλου", το μεγαλύτερο, από κάθε άποψη, μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ στην Ζάκυνθο και για την Ζάκυνθο, είχα μεγαλώσει. Με συμπαραστάτες τον Νίκια Λούντζη, την Έρση Λάνγκε, τον Διονύση Σέρρα και τον Διονύση Φλεμοτόμο, αλλά και το Γιάννη Δεμέτη που στο Μουσείο Σολωμού είχε το "γραφείο Ζακύνθου" του περιοδικού, έκανα πραγματικότητα τα σχέδιά μου για περιοδικό, την Άνοιξη του 1984. Δεν μπορούσα παρά να το ονομάσω "ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, τετράδιο για τα Γράμματα και τις Τέχνες".
Κράτησε μέχρι το 2000. Ελπίζω, σε κάποιο βαθμό, να προσέγγισε τις προσδοκίες του Διονύση Ρώμα. Έφτασε να πουλά 8.000 αντίτυπα σε όλη την Ελλάδα, ενώ σε ζακυνθινούς αναγνώστες μέσα κι έξω από το νησί δεν ξεπέρασε τα 100. Κυρίως στις σελίδες του έφερε στο φως ξεχασμένες σελίδες του πολιτισμού της Ζακύνθου, συσπείρωσε καταξιωμένους πνευματικούς ανθρώπους, ανέδειξε νέους δημιουργούς και μελετητές, τόνισε τη συμβολή της Ζακύνθου στη διαμόρφωση του Νεοελληνικού Πολιτισμού και προσπάθησε να κρατήσει το ζακυνθινό ύφος, δηλαδή να είναι συγχρόνως σοβαρό, δηκτικό και γελαστό. Συγχρόνως είχε τα μάτια ανοικτά στο τι έγινε και το τι γίνεται στο χώρο του Πνεύματος  στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Με άλλα λόγια έκανε ό,τι έκανε τους προηγούμενους αιώνες το ζακυνθινό πνεύμα.
Το περιοδικό έβγαινε μέχρι το 2000. Στο μεταξύ έμαθαν τον κόσμο να μην εκτιμά αυτά τα πράγματα.
Η αμοιβή μου για αυτό το εγχείρημα ήταν, αφενός ότι με έβαλε στο χώρο των εκδόσεων και, αφετέρου, ότι ακόμη και σήμερα δέχομαι τον απόηχό του. Αντλώ ικανοποίηση όταν συναντώ ζακυνθινόπουλα που μου λένε πως στην εφηβεία τους είχαν παρέα το περιοδικό. Βλέπετε, ένα αριθμό 1000 αντιτύπων κάθε τεύχους τα στέλναμε στη Νομαρχία και τα μοίραζε δωρεάν σε μαθητές των ζακυνθινών σχολείων. Κι όταν βλέπω ότι περί τους είκοσι  και πλέον τότε συνεργάτες του, όχι μόνο ζακύνθιοι,  που βρήκαν πρόθυμη στέγη για τις επιστημονικές δημοσιεύσεις τους, είναι σήμερα καθηγητές πανεπιστημίου.  Οι μετέπειτα δόκιμοι λογοτέχνες που πρωτοδημοσίευσαν στον Περίπλου  είναι  αναρίθμητοι.
Στο χώρο των εκδόσεων βρήκα μεγάλο ενδιαφέρον. Τόσο που έβαλα στην άκρη τα νομικά και τα οικονομικά που είχα σπουδάσει, όπως επίσης τα 18 περίπου χρόνια υπηρεσίας μου στην Εθνική Τράπεζα, και, από κάποια στιγμή και πέρα ασχολούμαι επαγγελματικά αποκλειστικά με την έκδοση βιβλίων.
Το γράμμα αυτό του Διονύση Ρώμα αποδείχθηκε λοιπόν καθοριστικό για τη ζωή μου, κάπου δε άγγιξε και τη μεταφυσική.


2.   Πρόσφατα ανακάλυψες και αναδημοσίευσες από την προσωπική του σελίδα στο facebook, φωτογραφίες που ελήφθησαν την 1η Μαΐου 1941, από τον δεκανέα αλεξιπτωτιστών Augusto Bacchetti, ημέρα της κατάληψης της Ζακύνθου από τους Ιταλούς. Οι φωτογραφίες αυτές έκαναν πραγματική αίσθηση, γιατί παρουσιάζουν μία εικόνα της προσεισμικής Ζακύνθου, που λόγω του σεισμού του ’53  δεν υπάρχει πια. Έτσι η ανάρτηση αυτή αποκτά διασωστικό χαρακτήρα και δίνει στους νεώτερους, πολύτιμες ιστορικές πληροφορίες, για τον τόπο, τους ανθρώπους και τις συμπεριφορές τους. Πώς κρίνεις το συγκεκριμένο μέσο ως πηγή πληροφόρησης και επικοινωνίας και πόσο ευάλωτοι είμαστε στην «δημοκρατία» του διαδικτύου;
Απάντηση: Το διαδίκτυο και ειδικότερα το face book αποτελούν σπουδαία μέσα επαφής των ανθρώπων, γνώσης και ανεπηρέαστης πληροφόρησης από πολιτικά κέντρα, επιστημονικής αλλά και καθημερινής. Όλα όσα του καταλογίζουν είναι κατά τη γνώμη μου μεμψιμοιρίες ανθρώπων που θα έπρεπε να έχουν μάθει  πως τίποτα στη ζωή δεν είναι απόλυτα καλό ή απόλυτα κακό. Η ωφελιμότητα του κάθετι έχει να κάνει με τη στάση του καθενός μας απέναντί του όσον αφορά τη χρήση που του κάνει. Ο ηλεκτρισμός μας εξυπηρετεί αφάνταστα, αλλά μπορεί και να μας σκοτώσει. Το ίδιο και το αυτοκίνητο.
Η αναδημοσίευση αυτών των φωτογραφιών οφείλεται σε ένα τυχαίο γεγονός. Τις είδα κάπου στο face book και τις διέδωσα. Ίσως από ευαισθητοποιημένα αντανακλαστικά, επειδή εμείς οι εκδότες μια ζωή ψάχνουμε για λησμονημένα κείμενα και στοιχεία, που θα πάνε τη λογοτεχνία ή την έρευνα πιο μπροστά. Είναι πολλοί φαίνεται οι διαδικτυακοί  "φίλοι" μου που ενδιαφέρονται για αυτά τα πράγματα και τις διέδωσαν παραπέρα. Και αυτός είναι ο σκοπός, η διάσωση και η δημοσιοποίηση της γνώσης.

3.  Θα με ενδιέφερε η άποψή σου ως εκδότη  πάνω στο μεγάλο θέμα της Ενιαίας Τιμής για το Βιβλίο; Τελικά το βιβλίο, κατά τη γνώμη σου είναι στις μέρες μας υπό διωγμόν ή όχι;
Απάντηση: Η ανάγνωση αποτελεί εθισμό, σα το τσιγάρο, σα το ποτό. Όταν κάποιος μάθει να διαβάζει, όταν δηλαδή περάσει το κρίσιμο σημείο που αντιλαμβάνεται πλέον το διάβασμα όχι ως αγγαρεία, αλλά ως διασκέδαση,  με τίποτα δεν μπορεί να το κόψει. Το ερώτημα είναι κατά πόσο κάποιος εθίζεται, και μάλιστα από την ηλικία που πρέπει, τη σχολική, στο να αγαπά το βιβλίο. Είτε από το δάσκαλο, είτε από το γονέα, είτε από τα ΜΜΕ. Έτσι δημιουργείται το φαινόμενο που απαντά κανείς στο εξωτερικό, επιβάτες παντού στα μέσα μαζικής μεταφοράς να είναι με ένα βιβλίο στο χέρι. Στη χώρα μας κατά τα τελευταία 35 χρόνια όχι μόνο το βιβλίο, αλλά κάθε τι ποιοτικό, κάθε τι πνευματικό βρίσκεται υπό διωγμόν. Και το βιβλίο συνεπώς. Ίσως ο διωγμός αυτός να συνδέεται στενά με αυτό που ζούμε σήμερα ως χώρα.
Θεωρώ λοιπόν ότι οι νόμοι έρχονται και παρέρχονται, άλλους εξυπηρετούν κι άλλους ζημιώνουν. Το ζητούμενο είναι να δημιουργούμε όλο και περισσότερους αναγνώστες. Ο συστηματικός αναγνώστης δεν θα θέσει ως κριτήριο στο να αγοράσει ένα βιβλίο κάποιες μικροδιαφορές στη τιμή του βιβλίου, αλλά την ποιότητα και την αξία του. Πολλά βιβλία/σκουπίδια είναι φτηνότερα από τα άλλα. Να πανηγυρίζουμε για τις μεγάλες κυκλοφορίες τους; Ή να προβληματιστούμε που βρίσκουν τόσο μεγάλο αναγνωστικό κοινό;

4.  Χρειάζεται μια κοινωνία, όπως η ελληνική για να γίνει προοδευτική, την επιβολή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ή πιστεύεις ότι η προοδευτικότητα έχει σχέση με την παιδεία και η συντηρητικότητα από την άλλη, με την έλλειψή της;
Απάντηση: Προοδευτικός είναι εκείνος που επιδιώκει ό,τι πάει την κοινωνία και τους ανθρώπους πιο κοντά στην αλήθεια. Και αλήθεια είναι ό,τι δεν προσβάλει την ανθρώπινη υπόσταση, οι αντιλήψεις περί της οποίας διαφέρουν από εποχή σε εποχή. Η ιστορία έχει δείξει πως οι Έλληνες είναι από τη φύση τους, από τη Φύση της χώρας, αλλά αν θέλετε και από τη θρησκεία τους —που, είτε πιστεύεις είτε όχι, επηρεάζει τα πάντα— προοδευτικοί. Δηλαδή σίγουρα είναι λιγότερο υποκριτές και κρυψίνοες από τους Άγγλους, τους Καθολικούς ή τους Προτεστάντες. Δεδομένου δε ότι "είμαι προοδευτικός" σημαίνει "θέτω υπό αμφισβήτηση τις μέχρι σήμερα δομές σε καθετί", οι Έλληνες είναι από τους πιο αμφισβητίες της Ευρώπης. Το πρόβλημα με την ελληνική κοινωνία έχει να κάνει με το πώς διαχειρίζεται τις αρετές και την επαναστατικότητά της. Γιατί πιο πολύ σημασία από εκείνο που ανατρέπεις έχει το τι βάζεις στη θέση του. Η τελευταία αυτή επιλογή απαιτεί παιδεία. Κι εδώ είναι που χωλαίνουμε ως λαός, ιδίως τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια.
Από την άλλη, εφαρμόζοντας την νομοθεσία μιας βόρειας χώρας της Ευρώπης στο νότο, καλούμαστε να λειτουργήσουμε σαν τον Προκρούστη. Το πιθανότερο είναι πως η νομοθεσία αυτή δεν θα τηρηθεί, επειδή έχει φτιαχτεί για άλλους ανθρώπους. Απαιτείται λοιπόν να λάβει κανείς υπ’ όψιν του την ιδιομορφία των Ελλήνων. Και το κέρδος από την ευρωπαϊκή ενοποίηση, αν ποτέ φανεί στ' αλήθεια, θα είναι η προσέγγιση των διαφορετικών ιδιοσυγκρασιών των λαών, που επιτυγχάνεται μέσω του πολιτισμού και όχι μέσω της επιβολής νόμων.

5.  Μεγάλος αριθμός τίτλων των εκδόσεων ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ ανήκει σε Ζακυνθινούς συγγραφείς & ποιητές. Η επιλογή σχετίζεται με την καταγωγή σου ή πιστεύεις ότι οι Ζακυνθινοί εκφραστές του πνεύματος, κατέχουν ξεχωριστή θέση στο στερέωμα της ελληνικής λογοτεχνίας; Ποιους θα ξεχώριζες εσύ;
Απάντηση: Στα 850 περίπου βιβλία που έχω εκδώσει μέχρι σήμερα υπάρχουν πολλά βιβλία γραμμένα από ζακυνθινούς ή που αφορούν την Ζάκυνθο, αλλά δεν είναι τα περισσότερα, είναι περίπου ένα 20%. Εννοείται πως πρόκειται για μεγαλύτερο ποσοστό από ό,τι σε κάθε άλλον ελληνικό εκδοτικό οίκο. Το γεγονός πως είμαι από την Ζάκυνθο, αλλά και ασχολούμαι από μικρός μαζί της, παίζει ρόλο. Με άλλα λόγια ότι κατά το μάλλον ή ήττον ξέρω την ζακυνθινή Γραμματεία και μπορώ να εκτιμήσω την αξία της. Όχι όμως ως τοπικιστική παραγωγή, όπως συμβαίνει με άλλες περιοχές της χώρας, αλλά ως θεμέλιο του Νεοελληνικού Πολιτισμού. Γιατί αυτό ήταν πάντα το χαρακτηριστικό των ζακυνθινών συγγραφέων: ότι τα βιβλία τους ξεκινούν μεν, συνήθως, από το νησί τους αλλά έχουν υπόσταση πανελλήνιας, ίσως και παγκόσμιας, σημασίας.  Γράφει, ας πούμε, ο Ελύτης για το Σολωμό: "Ο Σολωμός ήτανε πολύ μεγάλος ποιητής, και πιστεύω ότι εάν οι ξένοι μπορούσαν να διαβάσουν ελληνικά θα τον είχαν κατατάξει μέσα στους πέντε δέκα κορυφαίους του κόσμου, όλων των αιώνων".
Με άλλα λόγια υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση στους ζακυνθινούς δημιουργούς ανάμεσα στο τοπικό ζακυνθινό και το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Το ίδιο συμβαίνει με τον Ξενόπουλο  και με τον Κάλβο, με τον Καρρέρ και με το Ρώμα, με τον Κουτούζη και με τον Καντούνη, αλλά και με νεώτερους ή με ελάσσονες, χωρίς να σημαίνει ότι όλοι οι ζακυνθινοί δημιουργοί είναι ισάξιοι. Ήταν, και σε μεγάλο βαθμό είναι, το κλίμα της ζακυνθινής δημιουργίας τέτοιο. Οι ζακυνθινοί ουδέποτε υπήρξαν ξενοφοβικοί, αντιθέτως. Τα βιβλία και η τέχνη τους αποτέλεσαν τη βάση του Νεοελληνισμού. Για παράδειγμα πριν από τον Ξενόπουλο οι Έλληνες δεν ήξεραν τι σημαίνει αστικό θέατρο, θεατρική κριτική ή παιδική λογοτεχνία, ενώ στην Ευρώπη είχαν προ δεκαετιών κάνει την εμφάνισή τους. Τους τα έμαθε αυτός.
Αναφερόμενος λοιπόν στους ζακυνθινούς δημιουργούς, αναφέρεσαι και στους λοιπούς έλληνες, αφού όλοι τους αποτελούν συνεχιστές των ζακυνθινών.
Τη δύναμη αυτή του ζακυνθινού πνευματικού ανθρώπου ζήλεψαν και πολέμησαν οι μη ζακύνθιοι. Με κάθε τρόπο έκρυψαν το έργο τους, αντί να το βοηθήσουν να στηρίξει το νεοπαγές Νεοελληνικό Κράτος περισσότερο από ό,τι μπορούσε αφ’ εαυτού. Και αυτό κράτησε μέχρι τις μέρες μας.
Ως εκδότης λοιπόν είχα να ανακαλύψω και να αναδείξω ό,τι μπορούσα από αυτούς τους κρυμμένους θησαυρούς και να τους δημοσιοποιήσω ή να τους ξαναθυμίσω. Εννοείται και τους δημιουργούς τους, σύγχρονους και παλαιότερους.

6. Η ελληνική κοινωνία μαστίζεται από πολλά προβλήματα, με μεγαλύτερο κατά τη γνώμη μου το προσφυγικό. Πόσο ανοχύρωτοι είμαστε σαν κράτος στις διεθνείς ρήτρες και επιταγές;
Απάντηση: Είμαστε ανοχύρωτοι γιατί ποτέ δεν γίναμε κράτος, επειδή το κράτος παρέμεινε ο Σουλτάνος, που το μόνο που τον νοιάζει είναι η είσπραξη των φόρων και εμείς ο ραγιάς που προσπαθεί να κρύψει ό,τι έχει από τη στυγνή φορολόγηση. Ίσως μάλιστα ο Σουλτάνος να αξιοποιούσε περισσότερο τα κρατικά έσοδα υπέρ το λαού, από ό,τι το έκαναν οι έλληνες πολιτικοί από καταβολής του. Ό,τι σπουδαίο έγινε στην Ελλάδα έγινε από τους λεγόμενους "Εθνικούς Ευεργέτες", αλλά και από νεώτερους δωρητές, ιδιώτες και ιδρύματα.
Μας κυβέρνησαν οι κοτζαμπάσηδες και οι απόγονοί τους. Στη συνέχεια οι δοσίλογοι των Γερμανών της Κατοχής. Όταν ο λαός ζήτησε αλλαγή, οι καινούργιοι έγιναν χειρότεροι από εκείνους που ανέτρεψαν, όπως συνήθως γίνεται στην ιστορία. Οι "επαναστάσεις" δεν αλλάζουν την κοινωνική δομή, απλώς αλλάζουν τα πρόσωπα εκείνων που την νέμονται. Ίσως γιατί το "επαναστάτης" είναι πολύ σπουδαία ιδιότητα για να την υπεξαιρεί κάποιος χωρίς παιδεία, δηλαδή γνώση και ευαισθησία. Με γνώση θα καλλιεργήσει την ευαισθησία του και οι δυο μαζί θα περιορίσουν στο ελάχιστο δυνατό τον φασίστα που ο καθένας μας κλείνει μέσα του από γεννησιμιού του. Είναι η ανθρώπινη φύση τέτοια, για αυτό όλες οι θρησκείες και όλα τα φιλοσοφικά συστήματα, αυτόν τον εκ γενετής φασίστα επιδιώκουν να περιορίσουν.
       Αυτή η κακοδαιμονία παραμένει ο κίνδυνος και όχι το προσφυγικό. Αν δεν υπήρχε η πρώτη, το δεύτερο θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά. Και όσο για τους πρόσφυγες, ας μην ξεχνάμε, πως όσες φορές ήλθαν στην Ελλάδα μόνο καλό έφεραν, δηλαδή οι Μικρασιάτες, οι Πόντιοι, οι Αιγυπτιώτες, οι Κωνσταντινουπολίτες εκπολίτισαν τη χώρα. Και να μην ξεχνάμε επίσης πως οι ζακυνθινοί προσφυγικά μαζώματα είμαστε ως λαός. Η διαφορά τώρα βρίσκεται στο ότι οι μετανάστες είναι εντελώς διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας από εμάς, δεν έχουν οι πολιτισμοί τους μεγάλη σχέση με το δυτικό, δηλαδή τον ελληνικό πολιτισμό. Και υπάρχει μεγάλη ανησυχία για το αν και πώς θα μπορέσουν να αφομοιωθούν, αν τελικά παραμείνουν εδώ.
7.  Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται η χαμηλή τιμή στην πώληση βιβλίων, σε διάφορα παζάρια, φεστιβάλ και εκθέσεις. Πόσο βοηθάει στην αύξηση του αναγνωστικού κοινού η μείωση αυτή; Έχεις παρατηρήσει άνοδο στις πωλήσεις τους ή το βιβλίο δεν αποτελεί είδος για προσφορά;
Απάντηση: Κατά τη γνώμη μου, και σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους μου εκδότες, κανένας τρόπος διάδοσης του βιβλίου δεν είναι κακός εφόσον συντελεί στη διάδοση της συνήθειας της ανάγνωσης. Και μπορεί τα βιβλία των παζαριών ή των εφημερίδων να κόβουν σήμερα από τις πωλήσεις των βιβλιοπωλείων, αλλά στο βαθμό  που δημιουργούν αναγνώστες, μιας και κάνουν την προσέγγιση στο βιβλίο πιο προσιτή, σε φοιτητές για παράδειγμα ή συνταξιούχους, ωφελούν και τους εκδοτικούς οίκους, και τους βιβλιοπώλες και τους συγγραφείς, στέλνοντάς τους αργά ή γρήγορα αναγνωστικό κοινό, αλλά και το Πνεύμα γενικότερα.

8.   Τα τελευταία χρόνια σε παρακολουθώ στις παρουσιάσεις των βιβλίων των εκδόσεών σου, οι οποίες αποτελούν τις περισσότερες φορές και πολιτιστικά γεγονότα για τις πόλεις που πραγματοποιούνται, καθώς περιλαμβάνουν εκτός από αναγνώσεις-απαγγελίες από σπουδαίους ηθοποιούς, μουσικές εκτελέσεις, επιστημονικές εισηγήσεις κλπ. Πώς βλέπεις τη συμβολή των εκδόσεων ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ στην πολιτιστική μας ζωή;
     Απάντηση: Ένας εκδοτικός οίκος είναι μια επιχείρηση, τουλάχιστον έτσι την θεωρεί η Εφορία, οπότε δεν μπορούμε να πούμε όχι. Εκ του αντικειμένου της όμως, του βιβλίου, έχει τη δυνατότητα να συμβάλλει θετικά ή αρνητικά, λίγο ή πολύ, στην διαμόρφωση του πολιτισμικού περιβάλλοντος. Οπότε αποτελεί και πολιτιστικό φορέα. Παλαιότερα αυτό ήταν σαφές, σήμερα ελάχιστοι εκδοτικοί οίκοι έχουν κατά νου αυτή τους την ιδιότητα και ίσως αυτό είναι απότοκο του ότι παλαιότερα ο εκδότης ήταν και πνευματικός άνθρωπος, ενώ σήμερα η πλειοψηφία των εκδοτών βιβλίου είναι έμποροι και μόνο.
Κάθε βιβλίο, όπως και κάθε πνευματικό προϊόν, δεν προέρχεται από παρθενογένεση, αλλά αντιθέτως προέρχεται από ένα πολιτισμικό περιβάλλον. Για παράδειγμα στις σελίδες ενός λογοτεχνικού βιβλίου περικλείονται κομμάτια μουσικής, θεάτρου, ποίησης, κινηματογράφου κλπ.
Τις εκδηλώσεις μας και, προκειμένου να τοποθετήσουμε το βιβλίο στο φυσικό του περιβάλλον, τις πλαισιώνουμε με δείγματα από τις γενεσιουργικές αιτίες του ή εκείνων των μορφών τέχνης που το βασικό θέμα του βιβλίου έχει επηρεάσει.
Συγχρόνως επεκτείνουμε το σκοπό της εκδήλωσης, πέρα από τη δημοσιοποίηση της έκδοσης ενός νέου βιβλίου και σε ένα πολιτιστικό γεγονός, αλλά και σε μια αφορμή για διασκέδαση. Γιατί ας μην ξεχνάμε, και η Ζάκυνθος και οι Εκδόσεις Περίπλους το έχουν αυτό πάντα κατά νου, ότι το βιβλίο και η τέχνη δημιουργήθηκαν από την ανάγκη του ανθρώπου να περάσει ωραία τον ελεύθερο χρόνο του, όχι να ψυχοπλακωθεί.
Αυτό σε σχέση με τη λόξα μου να ανοίγω παράθυρα στον πολιτισμό (θυμήσου τις εκπομπές μου για τον ζακυνθινό πολιτισμό ή το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Δήμου Ζακυνθίων, που οργάνωσα επί δημαρχίας Διονυσίου Πυλαρινού και με τη στήριξή του) κάνει τις βιβλιοπαρουσιάσεις των βιβλίων του Περίπλου να μοιάζουν με ...μεταλλαγμένες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

9. Ποιά είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;

Απάντηση: Ζούμε σε μια χώρα, που την κατάντησαν έτσι ώστε να μην μπορούμε πλέον να κάνουμε σχέδια, αφού δεν ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει. Μετά από τόσα χρόνια "πάλης για το σοσιαλισμό" καταντήσαμε να μην έχουμε να φάμε.
Όλοι, ανάμεσά τους και οι ελεύθεροι επαγγελματίες ζούμε και δουλεύουμε για την επιβίωση, ούτε καν για να κρατήσουμε τα κεκτημένα. Ναι μεν αυτά μπορεί να προέρχονται από σχέδια ξένων, αλλά υπάρχουν πρόθυμοι έλληνες να τα εφαρμόσουν. Πάντα συνέβαινε στους Έλληνες από αρχαιοτάτων χρόνων.
Η Ελλάδα όμως δεν σταμάτησε ποτέ να παράγει επιστήμονες και πνεύμα. Από καταβολής Νεοελληνικού κράτους δεν φάγαμε γλυκό ψωμί. Ατυχής Πόλεμος, Βαλκανικοί, Μικρασιατική Καταστροφή, Πρόσφυγες από παντού όπου Έλληνες, Κατοχή, Εμφύλιος, Δικτατορία και τα τωρινά. Κι όμως όλο αυτό δεν εμπόδισε την Ελλάδα να δώσει εκτός από δύο Νόμπελ και δεκάδες, εκατοντάδες καλλιτέχνες και επιστήμονες με διεθνή αναγνώριση. Πράγμα που σημαίνει ότι δικαιούμαστε να ελπίζουμε.
Σε τέτοιους δύσκολους καιρούς πρέπει να αναλογιζόμαστε την στάση και την πορεία αυτών των μεγάλων Ελλήνων. Σε μένα συχνά έρχονται τα λόγια του Μάνου Χατζιδάκι: "...και πάντα σαν τον Καραγκιόζη θα τρώμε ξύλο απ’ τους άλλους και θα μπαίνουμε στη θέση μας τη μικρή που μας έχει ορίσει η Μοίρα. Αυτό δεν πάει να πει ότι δεν περιέχουμε ένταση, αλήθεια και ερωτισμό με την πιο γνήσια μορφή των τριών αυτών λέξεων, κι εγώ αυτήν την Ελλάδα αγαπώ, κι αυτήν εκφράζω".
Διονύση μου, σ’ ευχαριστώ!

                                     

                 

Η Συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τέχνης Λόγια", Νο 16 / 5158 / 2.03.2016, που διανέμεται 
με την εφημερίδα "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ".


Εικαστικοί της Πρωτοπορίας. Οι περιπλανήσεις της Bολιώτισσας Αναστασίας-Ζωής Σουλιώτου.


Σε προηγούμενο άρθρο μας για την νέα γενιά των εικαστικών, στο οποίο αναφερθήκαμε στο έργο της δικής μας Στεφανίας Στρούζα και στην τελευταία της έκθεση στο Innsbruck της Αυστρίας, είχαμε διατυπώσει την άποψη ότι, η  παγκοσμιοποίηση επιδρά και στον χώρο της σύγχρονης εικαστικής έκφρασης, καταλύοντας σύνορα χωρικά, χρονικά και εκφραστικά.

Η περίπτωση της Βολιώτισσας εικαστικού Αναστασίας-Ζωής Σουλιώτου είναι κατά την γνώμη μας εξίσου αξιοπρόσεχτη, γιατί επηρεασμένη από την ροή της εικόνας, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αναδιατυπώνει την μορφή της σύγχρονης πόλης και του ανθρώπου που κινείται μέσα σε αυτήν.
Αλλά ας την γνωρίσουμε από πιο κοντά:       
Η Αναστασία - Ζωή Σουλιώτου, αποφοίτησε με Άριστα από το τμήμα Εικαστικών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. Συνέχισε με υποτροφία σε μεταπτυχιακές σπουδές στο Λονδίνο και στο Παρίσι στα πεδία «Τέχνη και Χώρος» και «Τέχνη και Νέες Τεχνολογίες». Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Paris VIII στον τομέα «Αισθητική, Επιστήμη και Τεχνολογίες της Τέχνης» με θέμα «Τέχνη και Δίκτυα: η δομή των δικτύων ως μία νέα «μήτρα» για την παραγωγή έργων τέχνης». Έχει πραγματοποιήσει ατομικές Εκθέσεις στην Ελλάδα, στη Γαλλία και στην Αγγλία και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές Εκθέσεις και καλλιτεχνικά δρώμενα σε πολλές χώρες: Ελλάδα, Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο, Κύπρος, Κίνα, Τσεχία, Ολλανδία, Σερβία, Αργεντινή, Ρωσία. Έργα της βρίσκονται σε συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Αφορμή για το σημερινό άρθρο αποτελεί η έκθεση με τίτλο: "Stereographic Aegean", που παρουσιάζει  στο Aegean College (Πανεπιστημίου 17, Αθήνα), από τις 10 Φεβρουαρίου έως τις 15 Μαρτίου.

Στη νέα της έκθεση παρουσιάζει με πίνακες ζωγραφικής, εγκαταστάσεις, ποιητικά κείμενα και βίντεο, το ρυθμό της ζωής στην καρδιά της πόλης.
Χρησιμοποιώντας τις τεχνολογίες της Γεωπληροφορικής, όπως το Google Maps Street View, τους Google Maps, το Google Earth και άλλα, αποτυπώνει την κίνηση στους δρόμους των πόλεων, και χτίζει το δικό της αστικό χώρο, άλλοτε ως πιστή αποτύπωση αυτού που βλέπει στην οθόνη του υπολογιστή της και άλλοτε δυναμικά παραμορφωμένο μέσα από τις δικές της αφηγηματικές - χρωματικές - εικαστικές παρεμβάσεις. Προσπαθεί να αναδιατυπώσει την εμπειρία της όρασης αυτού που ο καθένας μας βλέπει μέσα στην οθόνη του υπολογιστή του,  «φυλακίζοντας» πορτραίτα μετακινούμενων ανθρώπων, που πλοηγούνται μέσα σε πόλεις, όπως το Λονδίνο και το Παρίσι, και στη συνέχεια καταγράφει την δική της εμπειρία θέασης αυτού του ζωντανού μοντέλου μέσα από τον ψηφιακό κόσμο.


Είναι σαν να αφουγκράζεται τους χτύπους της καρδιάς της πόλης, που χτυπούν μέσα στην καρδιά των ανθρώπων που την περπατούν και μέσα από τα έργα της, τους εντοπίζει σε συγκεκριμένα γεωγραφικά σημεία στο Google Street view, και τους απαθανατίζει με τα εκφραστικά της μέσα.
Έτσι τίποτα δεν είναι στατικό, όλα ρέουν: οι άνθρωποι, τα μνημεία, το ίδιο το κέλυφος της πόλης που τα περικλείει.
Απαλλαγμένη εντελώς από τις δύο έμμονες ιδέες της πρωτοπορίας: την αμφισβήτηση της παράδοσης και την πρωτοτυπία στα εκφραστικά μέσα, αφήνεται να φτιάξει τον δικό της μεταμοντέρνο κόσμο, που δεν είναι ύλη ούτε πνεύμα, είναι περισσότερο ένας άχρονος, άτοπος «Χωροχρόνος», στον οποίο όλοι εμπλεκόμαστε με ταχύτητες ασύλληπτες, άλλος κρατώντας τα πινέλα του, άλλος το δοξάρι του και άλλος την πένα ή τα κουμπιά του πληκτρολογίου και της ψηφιακής φωτογραφικής του μηχανής.

Με την βεβαιότητα ότι οι περιπλανήσεις της θα χαρτογραφούν νέες διαδρομές στον χάρτη της Τέχνης, της ευχόμαστε καλή επιτυχία στην νέα της έκθεση και προτρέπουμε όσους βρεθούν στην Αθήνα να την επισκεφτούν.
 
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τέχνης Λόγια", Νο 16 / 5158 / 2.03.2016, που διανέμεται 
με την εφημερίδα "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ".

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Συνέντευξη σε Διονύση Ν. Μουσμούτη

Άνθρωπος συγγραφικά πολυπράγμων, bon viveur, κοσμοπολίτης, ο Πρόεδρος του PEN Ελλάδος Διονύσης Ν. Μουσμούτης, που ζει και εργάζεται στην Αθήνα, αποτελεί ένα από τα λαμπρά τέκνα της Ζακύνθου, που με την πένα τους τιμούν την πνευματική της παράδοση και χαράζουν τη δική τους φωτεινή διαδρομή στον πολιτιστικό Παρνασσό της χώρας μας. Έτσι, κάθε συζήτηση μαζί του, μόνο πράγματα ενδιαφέροντα μπορεί να μας δώσει. Ας τον ακούσουμε λοιπόν, αφού πρώτα τον ευχαριστήσουμε για την αποδοχή της πρόσκλησής μας.

Ερωτήσεις :

1. Διονύση μου, έχεις ασχοληθεί με τον Φώσκολο, τον Ξενόπουλο, το Ρώμα και με άλλες μορφές των επτανησιακών γραμμάτων. Ποια είναι εκείνη που σε γοητεύει περισσότερο;

Aπάντηση: Δεν μπορώ να μιλήσω για γοητεία, αλλά για ενδιαφέρον, και θα έλεγα ο Ξενόπουλος, εφόσον έχω ερευνητικές-συγγραφικές οφειλές μαζί του.  Με τον Ρώμα –χωρίς να τον προσπερνώ ερευνητικά– σε γενικές γραμμές, ό,τι ήταν να πω, το έχω πει… Από εκεί και πέρα ας ασχοληθούν και νεώτεροι, με πτυχές όμως του βίου του που δεν είναι ευρύτερα γνωστές, όπως για παράδειγμα η πολιτική του δραστηριότητα. Όσον αφορά τον Φώσκολο, ασχολήθηκα “ευκαιριακά”, αποκλειστικά για ένα βιβλίο. Δεν είναι στα ζητούμενά μου και δεν είναι στο πεδίο των γνώσεών μου.

2. Στο ανέκδοτο συγγραφικό κύκνειο άσμα του αείμνηστου πατέρα σου, νομικο-οικονομικού επιστήμονα και συγγραφέα Νικολάου Δ. Μουσμούτη, «Ιστορία της Ελληνικής Οικονομίας του 20ου αιώνα», το χειρόγραφο του οποίου δώρισες στο Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων το 2005,  περιγράφοντας τους σταθμούς που πέρασε η οικονομική ζωή της χώρας μας από το 1900 και για διάστημα 80 χρόνων αναφέρεται ότι «....Υπερήφανοι για την καταγωγή μας όσο δεν είναι κανένας άλλος λαός, παρά την αχαριστία κι αγνωμοσύνη πολλών από τους λεγόμενους προστάτες και συμμάχους, μικρή στην έκταση και φτωχή σε πόρους, κατόρθωσε (η χώρα μας) και πέτυχε ανοδική οικονομική πορεία. Οι θυσίες και τα ολοκαυτώματα του λαού μας δεν πήγαν χαμένα, σφυρηλάτησαν την Ελληνική ψυχή. Έτσι σιγά σιγά, αλλά σταθερά η Ελλάδα, ανόρθωσε την οικονομία της, χωρίς να λείψουν οι εσωτερικές αναταραχές από κινήματα και από πολιτικές αντιπάθειες…». Πόσο πιστεύεις ότι είναι εφικτό σήμερα να ανορθωθεί η οικονομία μας εάν στηριχτούμε στην Ελληνική Ψυχή, που και πάλι σφυρηλατείται μέσα από αιματηρές θυσίες;

Aπάντηση: Πιστεύω πως ναι. Αλλά πριν από όλα θα ήθελα να πω ότι με συγκινεί η αναφορά στον πατέρα μου. Είχα ξεχάσει εντελώς αυτά που λέγονται εδώ, αλλά ξαναβλέποντάς τα, θυμάμαι πόσο μπροστά ήταν στην ανάλυση των πραγμάτων. Θεωρείτο από τους πρωτοπόρους οικονομολόγους της εποχής του, με πολύ προχωρημένη σκέψη και ανοιχτό μυαλό… Ας μην ξεχνάμε πως στα μέσα της δεκαετίας του 1920, μαζί με τον Ζολώτα και τον Αγγελόπουλο είχε συνεργαστεί στην έκδοση του πρωτοπόρου για την Ελλάδα οικονομολογικού περιοδικού Επιθεώρηση Κοινωνικής και Δημοσίας Οικονομικής, ή τη συμμετοχή του στις επιτροπές εφαρμογής του Σχεδίου Μάρσαλ.
Η δοκιμασία που ζούμε συνδέεται περισσότερο με το μέλλον του Ευρώ και της Ευρώπης γενικότερα με την παγκόσμια οικονομία. Συνεπώς το θέμα είναι “γενικότερο”. Τώρα όσον αφορά “ειδικότερα” αυτό που με ρωτάς, τι να πω… Πιστεύω ότι είναι αρκετά δύσκολο να ανορθωθεί η οικονομία μας στηριζόμενοι μόνο στην “Ελληνική ψυχή”. Ο λαός είναι κουρασμένος, και η “Eλληνική ψυχή” τον τελευταίο καιρό είναι αλλοιωμένη από άλλα ζητούμενα. Αιματηρές θυσίες γίνονται, αλλά και που γίνονται αποτέλεσμα δεν βλέπουμε.

3. Αγαπητέ μου, Διονύση, ο φίλτατός μας Διονύσης Σέρρας, σε δημοσίευμά του στα Επτανησιακά Φύλλα το 1999 σε χαρακτηρίζει: «αληθινό Ζακυνθινό (κι όχι απλά ζακυνθινής καταγωγής ή Ζακυνθινόφιλο), που με  τα δικά σου πνευματικά ενδιαφέροντα τιμάς και τη μνήμη του πατέρα σου και την ιδιαίτερη πατρίδα μας και το (όποιο) πολιτισμικό «πρόσωπο» των ημερών μας».  Χωρίς να θέλω  να υψώσω τείχη ή διαχωριστικές γραμμές, θα ήθελα να μου πεις ποια πιστεύεις ότι είναι τα χαρακτηριστικά ενός βέρου Ζακυνθινού, που είτε ζει στο νησί είτε ζει μακριά του και τον κάνουν να ξεχωρίζει από τους Ελλαδίτες και τους υπόλοιπους Επτανήσιους;

Aπάντηση: Να ‘ναι καλά ο καλός μου Διονύσης Σέρρας, αλλά νομίζω πως λίγο υπερέβαλλε με την αναφορά του αυτήν. Αλλά πριν σου απαντήσω, μιας και τα ανέφερες θα επισημάνω για άλλη μια φορά τη σημαντικότητα και την μεγάλη προσφορά των Επτανησιακών Φύλλων, όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο, αλλά σε γενικότερο. Η έκδοσή τους θα τιμά την πατρίδα μας στο διηνεκές.
Ως προς την ερώτηση σου και ας μου επιτρέψεις να χαμογελάσω, εφόσον μου έρχεται κατά νου η λέξη “ζακυνθινoαθηναίος”, πιστεύω ότι δεν υπάρχουν διαφορές τεράστιες μεταξύ ενός Ζακυνθινού που μένει στο νησί και ενός άλλου που μένει εκτός Ζακύνθου. Μάλλον κάποιοι επιδιώκουν να τις δημιουργούν…
Και εδώ θα θυμηθώ τον Ξενόπουλο που αρκετές φορές είχε μιλήσει για το θέμα. Ας μην ξεχνάμε πως όταν έφυγε από τη Ζάκυνθο για να μείνει στην Αθήνα, είχε άλλη αντιμετώπιση από τους συμπατριώτες μας, τελείως διαφορετική, και η υποδοχή που επιφύλασσε η Ζάκυνθος τόσο στο πνευματικό του έργο, ακόμα και στις παραστάσεις περιοδευόντων θιάσων που έπαιζαν έργα του, ήταν αρκετά έως πολύ συγκρατημένη.  Αλλά ας το αφήσουμε αυτό και ας δούμε τι γίνεται με τους Ζακυνθινούς που ζουν εκτός Ζακύνθου. Έχω την εντύπωση ότι αγαπάνε τη Ζάκυνθο περισσότερο από τους ντόπιους, την αντιμετωπίζουν με εντελώς διαφορετική οπτική, με περισσότερη αγάπη…  Τι να πω… Ίσως να είναι περισσότερο ρομαντικοί από τους κατοίκους και να αντιμετωπίζουν τα πράγματα με τελείως διαφορετική οπτική γωνία.


Έργο Διονύση Κωσταντόπουλου
4. Ως Διευθυντής του μακροβιότερου μηνιαίου περιοδικού ιστορικής ύλης για την ελληνική και την παγκόσμια ιστορία, της Εικονογραφημένης Ιστορίας, το οποίο εκδίδεται από τον Ιούλιο του 1968 χωρίς διακοπή, ποια είναι η γνώμη σου για την αξία των περιοδικών ειδικού ενδιαφέροντος στην εκλαΐκευση των επιστημών και πόσο σημαντική πιστεύεις ότι είναι η συμβολή τους στην εκπαίδευση του αναγνωστικού κοινού; Ειδικότερα η επιστήμη της Ιστορίας, πόσο μπορεί να γίνει προσπελάσιμη , μέσα από τέτοιες εκδόσεις, και κατά συνέπεια "διδακτική", μέσα από τη διαλεκτική της προσέγγιση;


Aπάντηση: Η Ιστορία είναι το παλαιότερο περιοδικό που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή σε μηνιαία βάση από το 1968, κάθε μήνα ανελλιπώς. Το άλλο περιοδικό που έχει ανάλογη και βέβαια μεγαλύτερη παλαιότητα εφόσον εκδίδεται από το 1927 είναι η Νέα Εστία, αλλά τα τελευταία χρόνια κυκλοφορεί σποραδικά, δυο-τρεις φορές τον χρόνο
 Όσον αφορά στην εκπαίδευση του αναγνωστικού κοινού, αυτό είναι δεδομένο, εφόσον πρόκειται για εκλαϊκευμένο έντυπο και παρά την άνθιση του διαδικτύου όπου κανείς μπορεί να βρει πλήθος πληροφοριών και πηγών, το περιοδικό, τα έντυπα γενικότερα, έχουν μια ξεχωριστή δυναμική… Η Ιστορία συγκεκριμένα, απευθύνεται σε ένα αναγνωστικό κοινό. Οι αναγνώστες του είναι από  μέτριας μόρφωσης, μέχρι ακαδημαϊκοί. Θα θυμηθώ τον αείμνηστο ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο που με έπαιρνε τακτικά τηλέφωνο για να σχολιάσει διάφορα άρθρα. Συνεργάζονται σε κάθε θέμα ειδικοί επιστήμονες, πανεπιστημιακοί κυρίως και έγκυροι δημοσιογράφοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Με τα θεματικά αφιερώματα που κάνει, ειδικότερα σε γεγονότα και πρόσωπα της νεότερης ιστορίας μας, που έως πρότινος ήταν ταμπού συμβάλλει στην γενικότερη παιδεία και στην ανανέωση αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Τούτο ανταποκρίνεται και στην ανανέωση του εμπορικού ενδιαφέροντος εφόσον στην περίοδο της κρίσης όχι μόνο δεν έχουμε πτώση αλλά αυξήσαμε και το τιράζ. 

5. Ένα μεγάλο μέρος της συγγραφικής σου δραστηριότητας είναι αφιερωμένο στον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Στο ομώνυμο μουσείο του Δήμου Ζακύνθου έχεις μάλιστα δωρίσει σημαντικό αρχειακό υλικό από το προσωπικό σου αρχείο, ενώ το 2001 εξέδωσες με τις εκδόσεις «Περίπλους», το Χρονολόγιο & το Λεύκωμά του, το οποίο έγινε best seller. Φέτος συμπληρώνονται 65 χρόνια από το θάνατό του. Τι θα πρότεινες για να τιμηθεί με τον πιο ταιριαστό τρόπο στη γενέτειρά του;

Aπάντηση: Θα ήθελα να σου θυμίσω, ότι εκτός από το Χρονολόγιο και Λεύκωμα που έβγαλα το 2001, με αφορμή τα 50 χρόνια από το θάνατό του, και άλλα δύο βιβλία μου για τον Ξενόπουλο: Ο Ξενόπουλος, το Αριστείο, η Απεργία και οι Φοιτηταί, που βγήκε από τις εκδόσεις Τρίμορφο, το 2006 και  Ο Ξενόπουλος, ο Μαλάνος και η θεατρική Αλεξάνδρεια, που βγήκε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη το 2007. Αναφέρομαι σε αυτά επειδή τα θεωρώ σημαντικότερα από το εμπορικό Χρονολόγιο και Λεύκωμα, το οποίο σκέφτομαι να ξαναδώ, μάλλον το ξαναβλέπω και κάποια στιγμή να το βγάλω αρκετά έως πολύ αναθεωρημένο.
Βλέπω ως ανούσιο να τιμηθούν φέτος τα 65 χρόνια από τον θάνατό του εφόσον το 2017 συμπληρώνονται 150 χρόνια από τη γέννησή του, κάτι το επετειακά σημαντικότερο.
 Ασχέτως αυτού θα πρότεινα να γίνει κάποιο συνέδριο για τον Ξενόπουλο, αλλά σε αυτούς τους καιρούς τους δύσκολους, ποιος μπορεί να αναλάβει την οργάνωση ενός συνεδρίου; Πρώτιστα αυτό, ίσως κάποια έκδοση από επίσημο φορέα και το βασικό είναι να μην ειπωθούν ξανά, πράγματα γνωστά για τον Ξενόπουλο. Νομίζω οφείλουμε όλοι να στρέψουμε το ερευνητικό βλέμμα μας σε λιγότερο γνωστές λεπτομέρειες-πτυχές του συγγραφικού του έργου, και να μην επαναλαμβανόμαστε. Αυτό είναι το ζητούμενο.

6. Το 2011 πήρες το βραβείο δοκιμίου του «Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη» από την Ακαδημία Αθηνών, για τη μελέτη σου: Ούγκο Φώσκολο. Ιστορικά και βιογραφικά παραλειπόμενα. Θυμάμαι πόσο συγκινημένος ήταν ο αείμνηστος Νίκος Λαλώτης, που τον χάσαμε πέρσι, και πώς μου περιέγραψε το βράδυ εκείνο της βράβευσής σου. Πιστεύω ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα λιθαράκι στην προσπάθεια για να τιμηθεί ο μεγάλος Ποιητής, όπως και η ανέγερση της οικίας του, όνειρο ζωής για τον αγαπημένο μας Νίκο.  Με τι τρόπους πιστεύεις ότι ένας τόπος οφείλει να τιμάει τα πνευματικά του τέκνα;

Aπάντηση: Ναι, πάντα θα θυμάμαι το Νίκο Λαλώτη και τη μεγάλη συγκίνησή του, τη βραδιά της βράβευσής μου. Άλλωστε σε αυτόν και στην προσπάθειά του να ανα[συ]στήσει το σπίτι του Φώσκολο, αφιέρωσα το βιβλίο μου … Ίσως να έβαλε αυτό το βιβλίο μου ένα λιθαράκι στο να τιμηθεί ο ποιητής και ίσως να «συνέβαλλε» στην πρόκληση κάποιου γενικότερου ενδιαφέροντος για την ανέγερση της οικείας του… Ο Φώσκολο, το ξαναείπα και προηγουμένως, δεν ήταν από τα ζητούμενά μου. Το βιβλίο δημιουργήθηκε αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό αυτόν. Κρίμα που ολοκληρώνεται και μας παραδίδεται σύντομα το έργο, και ο Νίκος δεν είναι δίπλα μας. Αλλά ξέρω ότι κάπου θα μας βλέπει και θα χαίρεται. Ήδη αυτή τη στιγμή συζητάμε με το υπόλοιπο διοικητικό συμβούλιο το πώς θα γεμίσει το σπίτι και πώς θα λειτουργήσει. Το μόνο που μπορώ είναι πως σύντομα θα έχουμε πολύ ευχάριστα αποτελέσματα.
 Όσον αφορά τους τρόπους που ο τόπος οφείλει να τιμά τα πνευματικά παιδιά του, είναι να μην τα προσπερνά. Αλήθεια έγινε ποτέ στον τόπο μας ένα συνέδριο, μια ημερίδα για τους σημαντικότατους Ερμάννο Λούντζη, Λεωνίδα Ζώη, Σπυρίδωνα Δε Βιάζη, που πρόχειρα έρχονται στη μνήμη μου; Ο τόπος δεν πρέπει να λησμονεί, και - γιατί όχι – κάποιους σημαντικούς ανθρώπους που έχουν προσφέρει πολλά, να τους τιμά εν ζωή και όχι μετά θάνατον. Είναι βασικό αυτό και ουσιαστικό γιατί έτσι τους παροτρύνει να συνεχίσουν το έργο τους με άλλα φτερά.

Έργο Διονύση Κωσταντόπουλου.
7. Αγαπητέ μου Διονύση, είσαι από τους πιο επιτυχημένους συγγραφείς με ειδικό αναγνωστικό κοινό γύρω από την επτανησιακή ιστοριογραφία, αλλά παράλληλα εργάζεσαι και σε έναν εκδοτικό κολοσσό, τον «Εκδοτικό Οργανισμό Πάπυρο», με μια ιστορία πάνω από 70 χρόνια και βλέπεις από πιο κοντά την εκδοτική περιπέτεια ενός βιβλίου. Πόσο δύσκολη είναι η μετά τη συγγραφή φάση της έκδοσης και προώθησης ενός βιβλίου στις μέρες μας και πόσο δέσμιος είναι ο συγγραφέας, ιδιαίτερα ο νέος, στη διαδικασία αυτή;

Aπάντηση: Η έκδοση ενός βιβλίου είναι περιπέτεια. Πρώτα από όλα για τον ίδιο το συγγραφέα και δεύτερον για τον εκδοτικό οίκο. Περιπέτεια για τον συγγραφέα γιατί αυτός γράφει και αμφιβάλλει για αυτά που γράφει, αλλά εφόσον διαμορφώνει μια σκέψη, μια εικόνα, μια ιδέα, αυτή πρέπει να απευθύνεται και στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό και όχι μόνο στον εαυτό του. Από κει και πέρα, το βιβλίο στους καιρούς μας είναι κάτι το εξαιρετικά δύσκολο και στο να εκδοθεί και στο να προωθηθεί, γιατί η αγορά είναι περιορισμένη, στενεμένη λόγω των γενικότερων οικονομικών συνθηκών. Όσον αφορά την προώθηση, η διαφήμιση έχει συρρικνωθεί και η όποια γνωριμία με ένα νέο βιβλίο γίνεται είτε από ραδιοφωνικούς σταθμούς, είτε από κάποιες αναφορές σε έντυπα… Ο συγγραφέας, είναι βασικό να έχει σιγουριά στον εαυτό του, τη γραφή του, βασικά να έχει εμπιστοσύνη σε αυτά που θέλει να εκφράσει δια του γραπτού λόγου, αλλά και αυτά που θα “χαράξει”, θα πρέπει να έχουν να πουν. Απαιτείται μια αυτοκριτική κατά το δυνατόν.


8. Διονύση, ετοιμάζεις κάποια καινούργια μελέτη και αν ναι, σε τι αναφέρεται;

Aπάντηση: Δεν ετοιμάζω κάτι καινούργιο. Δεν έχω κέφι αυτή τη στιγμή να φτιάξω κάτι αλλά έχω κάποια πράγματα στο συρτάρι. Αυτό που είναι έτοιμο και περιμένω να εκδοθεί, είναι μια Ιστορία του θεάτρου στην Ζάκυνθο τον 19ο αιώνα, μια πολύχρονη έρευνα μέσα από ιταλικά αρχεία και άγνωστο φωτογραφικό υλικό. Ένα μεγάλο έργο, πάνω από 1000 σελίδες, το οποίο βέβαια οφείλω να επισημάνω κι εδώ, ότι ατύχησε εκδοτικά γιατί ενώ είχε αναλάβει την χορηγία, με ομόφωνη έγκριση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ζακυνθίων, ο εργολάβος του θεάτρου, αυτός εν τέλει, για “δικούς του” λόγους πισωγύρισε και η έκδοση ατύχησε. Μακάρι να βρεθεί κάποιος φορέας να αναλάβει την έκδοση.

Διονύση σ΄ευχαριστώ!
   

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τέχνης Λόγια", Νο 15 , 17.2.2016, που διανέμεται 
με την εφημερίδα "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ"