Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

"Οι λογοτέχνες μιλούν για τη Ζάκυνθό τους".



"Οι λογοτέχνες μιλούν για τη Ζάκυνθό τους"


της Kατερίνας Δεμέτη

Ο προβληματισμός για την επιλογή των κειμένων των λογοτεχνών, που «θα μιλήσουν για τη Ζάκυνθό τους», μετά την αποδοχή της πρόσκλησης της κ. Ντένιας Πάτρα και της κ. Τζίνας Παττακού, υπευθύνων για το βιωματικό εργαστήριο "Αγαπώ την πόλη μου", την Παρασκευή 8-2-2019, στην Ξενοπούλειο Βιβλιοθήκη, μεγάλος.
Πέρα και πάνω από τις όποιες γνώσεις μου γύρω από τη λογοτεχνία, όφειλα να επιλέξω κείμενα, τα οποία θα μπορούσαν να «μιλήσουν» στους μαθητές. Δηλαδή κείμενα που να νοιώσουν ότι τους αφορούν.
Επειδή αυτό όμως είχε σαν προϋπόθεση ότι τα απολάμβανα κι εγώ, επέλεξα κείμενα που τα αγαπούσα.
Έτσι με αλφαβητική σειρά ανθολόγησα τους κάτωθι λογοτέχνες-ποιητές-ζακυνθινολάτρες εραστές του μικρού νησιού μας, άλλοτε γνωστού ως «φιόρο του Λεβάντε»: ΝΙΚΟΛΑΟ ΒΑΡΒΙΑΝΗ (1898-1980), ΣΠΥΡΟ ΓΚΟΥΣΚΟ (1911-1941), ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΓΟΥΖΕΛΗ (1774-1843), ΓΙΑΝΝΗ ΔΕΜΕΤΗ (1938), ΛΕΩΝΙΔΑ Χ. ΖΩΗ (1865-1956), ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ (1792-1869), ΤΑΛΜΠΟΤ ΚΕΦΑΛΙΝΟ (1917-1988), ΝΤΙΝΟ ΚΟΝΟΜΟ (1918-1990), ΕΛΙΣΑΒΕΤΙΟ ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟ (1832-1885), ΜΑΧΗ ΜΟΥΖΑΚΗ (1920-2016), ΛΟΥΛΑ ΒΑΛΒΗ – ΜΥΛΩΝΑ (1928), ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟ (1867- 1951), ΔΙΟΝΥΣΗ ΡΩΜΑ (1906-1981), ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΕΡΡΑ (1947), ΜΑΡΙΝΟ ΣΙΓΟΥΡΟ (1885-1961), ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ (1798-1857), ΓΕΩΡΓΙΟ ΤΕΡΤΣΕΤΗ (1800-1874), ΙΩΑΝΝΗ ΤΣΑΚΑΣΙΑΝΟ (1853-1908), ΝΙΚΟΛΑΟ ΟΥΓΟ ΦΩΣΚΟΛΟ (1778-1827), ΔΙΟΝΥΣΗ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟ (1956).
Η εμπειρία μαγική, καθώς η αίσθηση ότι τα παιδιά μας μπορούν να αγαπήσουν τη λογοτεχνία, έγινε βεβαιότητα, όταν στο τέλος συνέθεσαν το δικό τους ποίημα!
Έτσι τα ερωτήματα ανέκυψαν αβίαστα:
Πώς μπορεί να αξιοποιηθεί η λογοτεχνία στην εκπαίδευση;
Πώς η λογοτεχνία του τόπου μπορεί να ενισχύσει την αγάπη του μαθητή για την ιδιαίτερη πατρίδα του;
Η σύγκριση με την αλλοτινή Ζάκυνθο, πόσο μπορεί να ενσταλάξει την έννοια της συνέχειας και της αλλαγής στη φύση, στο δομημένο περιβάλλον και στον ίδιο τον κάτοικο του «τουριστικόπληκτου» νησιού μας;
Ερωτήματα που παρ΄ όλους τους περιορισμούς που πιθανόν υπάρχουν, όπως λ.χ. η έλλειψη διδακτικού χρόνου που απαγορεύει την γνωριμία των μαθητών με κείμενα της τοπικής λογοτεχνίας, ξαναθέτουν επίσης επιτακτικό το ζήτημα της συγγραφής ενός εγχειριδίου τοπικής ιστορίας – λογοτεχνίας, το οποίο θα έχει θέση μέσα στο ωρολόγιο πρόγραμμα των σχολείων της Ζακύνθου.
Γιατί στόχος μας δεν πρέπει να είναι μόνο η κατασκευή περισσότερων καταλυμάτων για φιλοξενία την τουριστική σεζόν.
Στόχος μας πρέπει να γίνει η δημιουργία «μικρών αναγνωστών», που θα γνωρίζουν τον τόπο τους και θα μπορούν να αντιλαμβάνονται ότι οι όποιες γνώσεις για την ιστορία της λογοτεχνίας, για ρεύματα, συγγραφείς, σχήματα λόγου, αφηγηματολογικές έννοιες κ.λπ. μπορούν να κάνουν τη ζωή τους πιο απολαυστική, την αυτοσυνειδησία τους πιο ξεκάθαρη, την διαχείριση του χρόνου της ζωής τους πιο ποιοτική.
Και πιο ποιοτικός χρόνος σημαίνει ότι αποκτώ γούστο, αισθητική, εκπαιδεύομαι  να επιλέγω το ωραίο, γίνομαι ενεργός πολίτης και δεν επιτρέπω τον τυχάρπαστο  πολιτικό να έχει λόγο στην διαχείριση της ομορφιάς του τόπου μου και κατά συνέπεια και στη δική μου ζωή.
Μέσα από ένα βιβλίο τοπικής λογοτεχνίας, οι μαθητές μπορούν να διδαχθούν ότι, τα λογοτεχνικά έργα, δεν αποτελούν δημιουργήματα μιας εκκεντρικής ιδιοφυΐας, τα οποία μόνο ένας εξίσου ιδιοφυής κριτικός μπορεί να εκτιμήσει και να αξιολογήσει.
Με την κατάλληλη εκπαίδευση τα παιδιά μας μπορούν να γευτούν την ομορφιά των ιδεών του τόπου, να διαβάσουν πίσω από τις λέξεις ενός λογοτεχνικού κειμένου και ν’ αφήσουν τον εαυτό τους να περάσει μέσα από αυτό.
Κέρδος τους: να βγουν και τα ίδια αλλαγμένα,  μαθαίνοντας λ.χ. ότι η ιστορία κάνει κύκλους, ο σεισμός είναι ένα φυσικό φαινόμενο που έρχεται κατ΄ επανάληψη στον τόπο και κυρίως αυτό που λέει ο Φώσκολος, ότι δηλαδή: «Είναι ιερά η Ζάκυνθος!».




Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

«Ο Ρώμας του Ζουργού ή το Μυθιστόρημα μέσα στο Μυθιστόρημα».


Για το τελευταίο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού «Σκηνές από το βίο του Ματίας Αλμονσίνο», το οποίο κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2014 (εκδόσεις Πατάκη), έχουν γραφτεί πολλά.
Εκείνο ίσως που δεν έχει επισημανθεί, είναι η παρουσία μέσα σ’ αυτό, σε ξεχωριστό, ομώνυμο μάλιστα κεφάλαιο, του βασικού μυθιστορηματικού χαρακτήρα Βαρτάγγελου Νταβιτσέντσα, από τον «Θρήνο της Κάντιας», του «δικού» μας Διονύση Ρώμα. Ένας άλλος συσχετισμός είναι η αναφορά του στον ανατόμο Ανδρέα Βεζάλ, τον οποίο διαλέγει για να ξεκινήσει την ιστόρησή του και ο οποίος, όπως είναι γνωστό  πέθανε κατά τη διάρκεια της επιστροφής του από ένα ταξίδι στους Άγιους Τόπους και θάφτηκε συμπτωματικά στο νησί μας.
Σε κάποια λοιπόν από τις «Σκηνές» του πολυτάραχου βίου του γιατρού Ματίας, ο οποίος στη διαδρομή της ζωής του διασχίζει χαρτογραφώντας ολόκληρη την Ευρώπη του 17ου αιώνα, και μέσα στις 785 σελίδες του βιβλίου του, με τους 122 χαρακτήρες (υπαρκτούς και φανταστικούς), φτάνει και στο Τζάντε, για να προσκυνήσει ο σιορ Παναγιώτης, θετός πατέρας του Ματίας, στα χώματα των γονιών του και ν’ ανάψει κερί στον άγιο.
Διαβάζουμε λοιπόν στη σελ. 426, την εξομολόγησή του: «…Θέλω να πάμε μαζί στο Τζάντε, για να πεθάνω εκεί, να με παραχώσουνε στο χώμα που μοσκοβολάει κι όχι εδώ στη γλίτσα της λιμνοθάλασσας», αναφερόμενος στη Βενετία.
Και πιο κάτω στη σελ. 439, ο Ζουργός δίνει τα διαπιστευτήρια των φανταστικών ηρώων του Ρώμα, που παίρνουν στο βιβλίο του σάρκα και οστά: « …Πρωτότοκος της φαμίλιας είναι ο Βαρτάγγελος Νταβιτσέντσα. Ο δεύτερος στη σειρά είναι ο Κέκος, που πολεμάει τούτην την ώρα στον Χάνδακα. Ο Μουτσέτος, ο πιο μικρός, είναι χαμένος εδώ και χρόνια, δεν κατάλαβα πού. Έχουν και δυο αδερφάδες, την Ορσέτα, που ΄γινε καλόγρια κι έφυγε απ’ το σπίτι, και την Μπιάνκα. …».
Αλλά εκείνο που κατά τη γνώμη μου παίρνει ακόμα μεγαλύτερη συνάφεια με το δικό μας Κόντε των ζακυνθινών γραμμάτων, είναι η περιγραφή του αρχοντικού τους, στη σελ.474, καθώς ο Ζουργός καταφέρνει να αποδώσει το στοιχειωμένο πνεύμα του αρχοντολογιού που κατοικεί μέσα στο αρχοντικό, το οποίο σαν κέλυφος περιβάλλει έναν κόσμο που χάνεται.
Γράφει χαρακτηριστικά: «Θλίψη. Μπαινοβγαίνω σ’ ένα αρχοντικό όπου οι ψίθυροι υπερτερούν κατά πολύ απ’ τους κοριούς και βασιλεύουν. Οίκος των Νταβιτσέντσα –εγώ το λέω ο αφαλός της κόλασης. Ένας πρωτότοκος δίδυμος του σατανά, ένας δευτερότοκος αιχμάλωτος της αυλαίας του θεάτρου και του ονείρου, που φυτρώνει σαν το πούσι στη σκηνή. Από γυναίκες βάλε τη μεγάλη αδερφή, που έγινε ηγουμένη για να γλιτώσει., αλλά παρ’ όλα αυτά εποπτεύει τα πάντα απ’ το μοναστήρι, και μια μικρότερη, που θα ‘ ταν άνοιξη αν δεν είχε κι ο δικός της χρόνος παγώσει κι εκείνη ξεμείνει τελικά σαν το κρύσταλλο του χειμώνα. Πρόσθεσε σ’ αυτούς δούλους, σέμπρους, ρουφιάνους, μπράβους, τοκογλύφους, να μπαινοβγαίνουν όλοι σε μια κωμωδία αγέλαστη που σου πλακώνει το στήθος».
Κάλλιστα θα μπορούσαμε να βρούμε ομοιότητες και με το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη: «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους» [1] και το αρχοντικό του κόντε Αλέξανδρου Οφιομάχου Φιλάρετου: «Στους τοίχους εδώ κ’ εκεί εκρεμόνταν οι οικογενειακές τους εικόνες, μαυρισμένες από την πολυκαιρία κι από την υγρασία, μέσα σε μαύρες ή σε χρυσωμένες κορνίζες θαμπές ως κ’ εκείνες: οι παλιοί Οφιομάχοι, άρχοντες με δύναμη μεγάλη στον τόπο και που τώρα εκοιμώνταν ήσυχα και λησμονημένοι στο χώμα…  Μέσα στο σπίτι εβασίλευε ησυχία. Κι από το δρόμο ερχότουν μόνο ο θόρυβος ενού μαραγκού που ερουκάνιζε σανίδες…».
Το κεφάλαιο με τίτλο «Βαρτάγγελος Νταβιτσέντσα», αναπτύσσει  διεξοδικά τη συμβολή του γιατρού Ματίας στους κατατρεγμένους πρόσφυγες που καταφθάνουν στο νησί μας, μετά την πτώση του Χάνδακα, το 1669, από τους Τούρκους, ο οποίος σπουδασμένος στις νέες ιατρικές εξελίξεις προσφέρει αληθινό βάλσαμο με τις μεθόδους που χρησιμοποιεί στους πληγωμένους.
Ωστόσο η σημαντικότερη προσφορά του Ζουργού, σε όσους αγαπάμε τη λογοτεχνία είναι ότι, δίνει σάρκα και πνοή σε κάποιους φανταστικούς ήρωες, αναγνωρίζοντας τη σπουδαιότητα και τη γονιμοποιό φαντασία του Πλάστη τους. Γιατί ο «δικός» μας, Διονύσης Ρώμας εξακολουθεί να εμπνέει τους δημιουργούς. Και οι εκλεκτικές συγγένειες που αναδεικνύει με την πένα του ο Ζουργός, μόνο αναγνώριση και αγάπη φανερώνουν.
Και όπως ο ίδιος ομολόγησε στην συνέντευξή του στην Καθημερινή [2] , στη Γιώτα Μυρτσιώτη, για την επιστροφή του στο ιστορικό μυθιστόρημα: «Νομίζω ότι στη ζωή δεν μπορείς να δημιουργήσεις οτιδήποτε αν δεν ξεφυσήσεις επάνω του μια βαθιά ανάσα αγάπης. Πιστεύω επίσης στη σημασία της ιστορικής γνώσης τόσο για τη συγκρότηση μιας προσωπικότητας όσο και γενικότερα στην ταυτότητα των λαών. Μόνο με ιστορική συνείδηση μπορείς νηφάλια να εκτιμήσεις, να στοχεύσεις πιο αποτελεσματικά για να οδηγηθείς σε πιο ασφαλή συμπεράσματα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο αυταρχικές και αποτρόπαιες εξουσίες πολέμησαν την ιστορική συνείδηση και πρόταξαν τη λήθη».
Δεν θα ήταν λοιπόν σκόπιμο να βγάλουμε και μεις από τη λήθη τους μεγάλους των γραμμάτων μας, να γνωρίσουμε τους φανταστικούς τους ήρωες και να πάρουμε παράδειγμα μίμησης ή αποφυγής για τα λάθη μας.
Ο Θεσσαλονικιός Ισίδωρος Ζουργός μας ανοίγει την πόρτα .
Στο χέρι μας είναι εάν θα αξιοποιήσουμε τους σπουδαίους των γραμμάτων μας, για να αποκτήσουμε την ιστορική γνώση και παιδεία, που τόσο μας λείπει…


Δημοσιεύεται στο πολιτιστικό ένθετο  "Τέχνης Λόγια", τεύχος 1/22.7.2015, που κυκλοφορεί σήμερα με την εφημερίδα ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, αρ. φύλλου 5020.






[1] Κωνσταντίνου Θεοτόκη: «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους», εκδ. Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2010, σελ.30-31
[1] http://www.kathimerini.gr/766156/article/proswpa/synentey3eis/is-zoyrgos-anazhtoysa--gia-hrwa-enan-kalo--an8rwpo, ΣΥΜΕΝΤΕΥΞΕΙΣ , ΓΙΩΤΑ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ, 11.05.2014, Ισίδ. Ζουργός: Αναζητούσα για ήρωα έναν καλό άνθρωπο».

Συνέντευξη Ισίδωρου Ζουργού στην Κατερίνα Δεμέτη


Δημοσιεύεται στο πολιτιστικό ένθετο  "Τέχνης Λόγια", τεύχος 1/22.7.2015, που κυκλοφορεί με την εφημερίδα ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, αρ. φύλλου 5020.


Είθισται για λόγους ευγένειας να τηρείται ο πληθυντικός. Αυτό όμως θα συντηρούσε μια πλαστή απόσταση με έναν συγγραφέα που γνωρίζω καλά, όχι μόνο μέσα από τα βιβλία του, αλλά κυρίως μέσα από τις κοινές μας συζητήσεις, με έναν άνθρωπο  σταθμό στη ζωή μου και που με τίποτα δεν θα χαρακτήριζα, απλό γνωστό. Καθώς λοιπόν πάγος δεν υπάρχει περνάω κατ’ ευθείαν στον ενικό και στις ερωτήσεις.

Ερωτήσεις:

1.     ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια είναι η γνώμη σου για το «ιστορικό μυθιστόρημα» και πόσο μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για να κάνει πιο γοητευτική την Ιστορία για τους νέους;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όλα τα μυθιστορήματα που σχετίζονται με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο με την Ιστορία – δεν είναι όλα ιστορικά μυθιστορήματα- ασκούν γοητεία σε ένα μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού. Νομίζω πως υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό: Η έμφυτη περιέργειά μας για την καθημερινή ζωή σε άλλες εποχές, όπως επίσης και η ανάγκη απόδρασης από την τωρινή καθημερινότητα που μας φαίνεται βαρετή και ανούσια- να σας θυμίσω επ’ ευκαιρία τον Φλωμπέρ που είχε πει όταν έγραψε τη Σαλαμπώ, ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην αρχαία Καρχηδόνα, ότι το έκανε για να δραπετεύσει από την πεζή καθημερινότητα της εποχής του. Η εποχή του Φλωμπέρ, τα μέσα του 19ου αιώνα, στα δικά μας μάτια φαίνεται πολύ ρομαντική και συναρπαστική, όχι όμως για εκείνον που ήταν σύγχρονός της. Πέρα όμως από αυτή την ανάγκη της απόδρασης από τον τόπο και τον χρόνο η σχέση μας με το παρελθόν μέσα από μια συστηματική επεξεργασία διευρύνει τη θέαση του φαινομένου του ανθρώπου διαχρονικά και βαθαίνει την κρίση μας σε προβλήματα επίκαιρα. Αυτό, όπως καταλαβαίνεις, έχει ιδιαίτερη σημασία για τους νέους ανθρώπους.


2.     ΕΡΩΤΗΣΗ: Ισίδωρε, πώς αποφάσισες να χρησιμοποιήσεις τους ήρωες του «Θρήνου της Κάντιας» στο βιβλίο σου; Τι είναι αυτό που σε συγκίνησε στο έργο του Ρώμα και τους ξέθαψες μέσα από τη λήθη της λογοτεχνικής μας βιβλιοθήκης;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η αναγνωστική μου σχέση με τον Ρώμα ξεκίνησε πριν από δυο δεκαετίες, σχέση πραγματικού έρωτα. Το έργο του Ρώμα με ξελόγιασε, με τη βοήθεια πάντα της σαγηνευτικής έκδοσής του από την Εστία. Προϋπήρχαν όμως και οι παιδικές μου μνήμες από την τηλεοπτική του μεταφορά στην ασπρόμαυρη τηλεόραση μιας άλλης εποχής, τη θυμάσαι αλήθεια; Συνάντησα βέβαια πολλές αναγνωστικές ανηφόρες, δυσκολίες εννοώ, μπορείς να τις φανταστείς: το γλωσσικό ιδίωμα κυρίως αλλά και η άγνοια του τόπου και της νοοτροπίας των ανθρώπων, η έλλειψη συλλογικού βιώματος. Όμως μέσα στις σελίδες του βρισκόταν ο κοσμοπολιτισμός του συγγραφέα, η ανοιχτή ματιά του στην Ευρώπη, ο επιτονισμός του τραγικού στοιχείου, τόσα πολλά… Σε ό,τι έχει να κάνει ειδικά με το «Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο» η σχέση με τον Ρώμα περνάει και μέσα από την ιστορία της ιατρικής. Ο Ρώμας είναι, απ’ αυτά γνωρίζω, ένας από τους ελάχιστους νεοέλληνες πεζογράφους που φιλοξενεί τέτοιες πληροφορίες. Αν δεν υπήρχε το έργο του Ρώμα, το τελευταίο μου βιβλίο θα ήταν φτωχότερο.

3.     ΕΡΩΤΗΣΗ: Η λέξη «απουσία», με την οποία τελειώνεις το μεγάλο ταξίδι του μυθιστορήματος του Ματίας, ποιους αφορά τελικά;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Τους πάντες και το άπαν.

4.     ΕΡΩΤΗΣΗ: Πόσο δύσκολη είναι η μετά τη συγγραφή φάση της έκδοσης και προώθησης ενός βιβλίου στις μέρες μας και πόσο δέσμιος είναι ο συγγραφέας στη διαδικασία αυτή;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η λέξη προώθηση είναι μια σκληρή λέξη όμως στην περίπτωση των βιβλίων έχει μειωμένη ισχύ κι αυτό όχι γιατί το βιβλίο δεν είναι ένα προϊόν που συντονίζεται με τους νόμους της αγοράς αλλά γιατί διαφέρει από τα άλλα διακινούμενα αγαθά στο εξής: Η φήμη ενός βιβλίου δε χτίζεται τόσο από διαφημίσεις και άλλου είδους προώθηση αλλά κυρίως από την από στόμα σε στόμα κρίση και αποδοχή των αναγνωστών. Είναι ένα ευτύχημα αυτό για τους δημιουργούς, θα έλεγα μια ανακούφιση. Οι βιβλιοπαρουσιάσεις, για παράδειγμα, είναι ένας μηχανισμός προώθησης αλλά ταυτόχρονα και μια συνάντηση και συνομιλία του συγγραφέα με τους αναγνώστες του. Είναι και χαρά επίσης, και μάθημα ζωής για τον συγγραφέα, να μάθει να ακούει και τους άλλους όχι για να τους κάνει τα χατίρια και να περιορίζει τα οράματά του, αλλά για να συνεισφέρει έστω και λίγο στο κοινωνείν, καθότι η γραφή δεν μπορεί να είναι μόνο μια ναρκισσευόμενη έμπνευση αλλά και μια συνομιλία, μια συνάντηση.

5.     ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια είναι η γνώμη σου για τα πρότυπα που περνάμε στη νέα γενιά;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Υπάρχει πολλή τηλεθέαση στην Ελλάδα και μάλιστα σε κακής ποιότητας εκπομπές. Η τηλεόραση έχει ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης αλλά δεν είναι μόνο αυτή και το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Κάποιες φορές το κιτς, το ρηχό λάιφ στάιλ, η τραγική έλλειψη παιδείας και η άγνοια φαντάζουν πραγματικά ανίκητα. Πιστεύω όμως ότι δεν είναι έτσι, γιατί υπάρχουν θύλακες ποιοτικής αντίστασης, το σχολείο είναι ένας από αυτούς και συνεχίζει και μάχεται όσο κι αν αυτό δε γίνεται πάντα αντιληπτό από τον κόσμο. Να μη ξεχνάμε όμως τη γενικότερη αλήθεια, ότι οι νέοι άνθρωποι διαπαιδαγωγούνται όχι από νουθεσίες αλλά από τη δύναμη του παραδείγματος που υπάρχει δίπλα τους.

6.     ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια είναι η γνώμη σου για τον τρόπο που πρέπει να προωθείται η φιλαναγνωσία στα ελληνικά σχολεία;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα και δεν μπορώ να σας πω πολλά γιατί θα χρειάζονταν σελίδες επί σελίδων. Θα μείνω μόνο σε ένα: στην εφηβεία, ηλικία καίρια για τη διαμόρφωση της αναγνωστικής συμπεριφοράς, υπάρχει αυτό το συγκεκριμένο σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων. Τα συμπεράσματα δικά σας.

7.     ΕΡΩΤΗΣΗ: Παραφράζοντας το «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» του Ρίλκε, τι θα ήθελες να πεις σ’ ένα νέο, που θα ήθελε να ασχοληθεί με τη συγγραφή, στην Ελλάδα της κρίσης;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Να σκεφτεί πριν από όλα αν μπορεί να ζήσει χωρίς τη βάσανο της γραφής. Αν μπορεί, ας το αφήσει στην άκρη κι ας ασχοληθεί με κάτι άλλο χρήσιμο για τους ανθρώπους και την κοινωνία. Αν το νιώθει ως απαραίτητη συνθήκη για την ύπαρξη του την ίδια, τότε είναι μάλλον εφ’ όρου ζωής μολυσμένος από το μικρόβιο. Αυτή η αρρώστια θα του δώσει  χαρές και λύπες. Ας του αφιερώσω κάτι από έναν μεγάλο ποιητή του εικοστού αιώνα, από τον Έζρα Πάουντ: Κανείς δεν ξέρει αρκετά για την τέχνη. Είδα νέους εξαίσια προικισμένους που δεν μπορούσαν να υπολογίσουν το μάκρος της διαδρομής.

8.     ΕΡΩΤΗΣΗ: Ετοιμάζεις κάποιο καινούργιο μυθιστόρημα και αν ναι, σε τι αναφέρεται;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Φτιάχνεται ακόμη στο μυαλό μου και όπως καταλαβαίνεις, Κατερίνα, κατά την ενδομήτρια περίοδο δε λέμε και πολλά πολλά. Σε ευχαριστώ πολύ.



Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Για το θάνατο του Γκύντερ Γκρας.


Όταν ένας αγαπημένος συγγραφέας «φεύγει», πρώτη ασυναίσθητη κίνηση η αναζήτηση στη βιβλιοθήκη των βιβλίων που σε δέσανε μαζί του, δεύτερη να ξεφυλλίσεις και πάλι τις σημειώσεις που κρατούσες για κάθε τι που σε εντυπωσίασε, σκεπτόμενος πως κάποια στιγμή θα το χρειαστείς κάπου, και τρίτη να ανασύρεις τις εφημερίδες που κάπου έχεις τρυπώσει με τις ειδήσεις, γι’ αυτόν τον αγαπημένο πνευματικό συγγενή, αυτόν το μακρινό θείο, που μπορεί να μην σε ήξερε ο ίδιος προσωπικά, εσύ όμως παρακολουθούσες τις εκδόσεις του και χαιρόσουνα πάντα να μαθαίνεις τα νέα του και γι’ αυτό η είδηση του θανάτου του σε αφήνει τώρα μ’ ένα κενό…
Κάπως έτσι συνέβη και με μένα στην είδηση του θανάτου του Γερμανού συγγραφέα και ποιητή Γκύντερ Γκρας, του βραβευμένου με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1999, ο οποίος έφυγε σε ηλικία 87 ετών, στις 13 Απριλίου.
Γιατί μπορεί για τους περισσότερους να έγινε γνωστός μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, δικός μου γνωστός ωστόσο έγινε το 1986, μέσα από την δωρεά του «Τενεκεδένιου Ταμπούρλου» από ένθερμο φιλολογικό μου χορηγό, ο οποίος παραφράζοντας την αφιέρωση του εν λόγω βιβλίου του συγγραφέα του «Στην Άννα Γκρας», το είχε κάνει: « Τι λες καλέ; Στην Κατερίνα βρε»!
Ένα βιβλίο λοιπόν αφιερωμένο σε μένα (!!!), που με κέρδισε από τις πρώτες κιόλας σελίδες και που στάθηκε η αιτία να θελήσω να ξεκινήσω να μαθαίνω αυτήν την τόση δύσκολη και υπέροχη γλώσσα, τη γερμανική, για να το διαβάσω κάποια στιγμή από το πρωτότυπο.
Και δεν με τρόμαζε το μέγεθος των βιβλίων του.
Αντίθετα όσο πιο χοντρά, τόσο μεγαλύτερη χαρά ένιωθα για τις ώρες που θα πέρναγα μαζί τους. Έτσι ταξίδεψα με το «Γάτα και Ποντίκι», έργο του 1961, το «Σκυλίσια μέρα», έργο του 1963, που μαζί με το «Τενεκεδένιο ταμπούρλο», που εκδόθηκε το 1959, αποτελούν την Τριλογία του Ντάντσιχ. Άλλα γνωστά του έργα, που μεταφράστηκαν στα ελληνικά, είναι: «Η πρόβα της εξέγερσης των πληβείων» (1966), «Ο Μπουτ το ψάρι» (1977), «Δυσοίωνα κοάσματα» (1992), «Γράφοντας μετά το Άουσβιτς» (1993), «Ένα ευρύ πεδίο» (1995), «Ο αιώνας μου» (1999) και το «Σαν τον κάβουρα» (2002).
Το 2012 μάλιστα είχε γράψει το ποίημα με τίτλο «Η Ντροπή της Ευρώπης» με τη μορφή αρχαιοελληνικής ωδής, προκειμένου να προειδοποιήσει την Ευρώπη ότι κινδυνεύει με πνευματική πενία αν αποπέμψει από τις αγκάλες της τη χώρα μας.
Έγραφε χαρακτηριστικά σε αυτό:
«Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές· κι Εσύ μακριά από τη Χώρα, που Σου χάρισε το λίκνο.

Όσα Εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες, τώρα θα καταλυθούν, και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα.

Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός, υποφέρει μια Χώρα· κι Εσύ, αντί για το ευχαριστώ που της οφείλεις, προσφέρεις λόγια κενά. 

Καταδικασμένη σε φτώχεια η Χώρα αυτή, που ο πλούτος της κοσμεί Μουσεία: η λεία που Εσύ φυλάττεις.…
Στερημένη από πνεύμα, Εσύ θα φθαρείς χωρίς τη Χώρα, που το πνεύμα της, Εσένα, Ευρώπη, εδημιούργησε.»

Τώρα που το ταμπούρλο του έχει σιγήσει και στον απόηχο των τραγικών ειδήσεων για το χαμό 900 ψυχών στα νερά της Μεσογείου, και άλλων 300 και άλλων 400 και άλλων 20 και άλλων 7 και άλλων και πάει λέγοντας…, οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε ότι οι δυνάμεις της τεχνοκρατικά εκσυγχρονισμένης γηραιάς Ευρώπης  έχουν χρεοκοπήσει.
Μοναδική μας παρηγοριά και πηγή έμπνευσης η δημοκρατική σκέψη μαχητικών διανοούμενων όπως ο Γκρας, ο οποίος υπερασπιζόμενος τα δικαιώματα των Ρομά, υποστήριξε την ανάγκη χορήγησης σε αυτούς ευρωπαϊκού διαβατηρίου, που θα τους επιτρέπει τη διαμονή σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό κράτος. Δημιούργησε δε στη Ρουμανία ένα ίδρυμα για τους Ρομά, με την ονομασία «Εταιρία για τους απειλούμενους λαούς», το οποίο κάθε χρόνο έδινε βραβεία σε όσους προσπαθούσαν να βελτιώσουν τη ζωή τους. 
Τραγικά επίκαιρος σήμερα ο λόγος του, μετά τα τελευταία γεγονότα, μας κάνει να σκεφτούμε ότι ο θάνατός του δεν αποτελεί μόνο απώλεια για τη χώρα του, για την οποία ήταν για πάνω από μισό αιώνα, ένα είδος «ηθικής συνείδησης», αφού με τις δημόσιες παρεμβάσεις του προσπάθησε να εμποδίσει τον εφησυχασμό των συμπατριωτών του για τα ναζιστικά εγκλήματα που διέπραξαν στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά απώλεια πανευρωπαϊκή και παγκόσμια.
Και ευχή μας είναι ο λόγος του να αφυπνίσει επιτέλους τους δυνατούς της γης, γιατί αν πιστέψουμε τους αρχαίους, η νέμεσις, η τιμωρία δηλαδή που επιβάλλεται από μια ανώτερη δύναμη σε όποιον παραβαίνει τους ηθικούς νόμους, δεν αργεί.
Έτσι το ταμπούρλο γρήγορα θα ξαναχτυπήσει….



Δημοσιεύτηκε και στις  "ΕΠΙΛΟΓΕΣ" της τοπικής εφημερίδας της Ζακύνθου ΕΡΜΗΣ, την Παρασκευή 24/4/2015, αρ. φύλλου 4579.