Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Συνέντευξη σε Διονύση Φλεμοτόμο.

Ξεκινάμε την καινούργια χρονιά με μια συνέντευξη, σ’ έναν άνθρωπο που κατ’ εξοχήν εκφράζει τον Πολιτισμό στο νησί μας. Η συνεχής πολιτιστική του ενασχόληση και δράση, μέσα από επιστημονικές μελέτες και ανακοινώσεις σε διεθνή και πανελλήνια συνέδρια, μέσα από παρεμβατικά άρθρα στον τοπικό τύπο, μέσα από πολιτιστικά σωματεία και συλλόγους, μέσα από ραδιοφωνικές εκπομπές-σταθμούς για τα τοπικά ραδιοκύματα, μέσα από την ποιητική, τη συγγραφική, την πανεπτανησιακή, την «αιρετική» συχνά παρουσία του, δε μας αφήνει περιθώρια για να σκιαγραφήσουμε προλογικά το προφίλ του. Και ο μοναδικός λόγος είναι γιατί όλοι γνωρίζουμε το Διονύση Φλεμοτόμο. Θα πούμε μόνο ευχαριστώ στον Φίλο, που δέχτηκε να συνομιλήσει μαζί μας.




1η Eρώτηση: Η φωταγώγηση του Κάστρου μας, σηματοδοτεί μια άλλη εποχή για το μνημείο-σύμβολο, που δεσπόζει της πόλης μας. Ποια είναι η γνώμη σου για την επίδραση των μνημείων-συμβόλων στη διαμόρφωση της κουλτούρας ενός τόπου και πόσο πιστεύεις ότι τρώθηκαν οι  μέρες μας από την κλειστή πλατεία Σολωμού;
Απάντηση: Mετά την καταστροφή που είχαμε από το σεισμό του ‘53, το κάθε τι που έμεινε, ακόμα και τα σπαράγματα, είναι απαραίτητο. Και εμείς όπως όλοι οι άλλοι χρειαζόμαστε την συνέχεια του πολιτισμού μας, αλλά και στηρίγματα από το χθες για το σήμερα. Με τον τρόπο αυτό έχουμε και μια συνέχεια και μια ευθύνη. Δυστυχώς μετά το σεισμό και ιδίως τα τελευταία χρόνια, προσπαθούμε, επειδή δεν έχουμε ούτε την παιδεία ούτε τη γνώση της ιστορίας μας, να δώσουμε μια νέα μορφή στην πόλη, αγνοώντας το παρελθόν της. Εμένα όλα αυτά μου θυμίζουνε τη Γεωργία Βασιλειάδου στην ταινία «Η Θεία από το Σικάγο», που πετά όλα τα παλιά έπιπλα που είναι για αντίκες, πιστεύοντάς τα παλιατζούρες, αντικαθιστώντας τα με άλλα πολύ υποδεέστερα, αγορασμένα από το Μοναστηράκι. Αυτό  βέβαια είναι αποτέλεσμα έλλειψης γνώσης και πολιτισμού. Σε αυτά τα πλαίσια βλέπω και το θέμα της πλατείας, που θέλαμε να της δώσουμε μια σύγχρονη μορφή, άσχετη με την αισθητική μας, και εκείνο που με ενοχλεί περισσότερο είναι πως την ετοιμάζουμε για υποδοχή τουριστών και όχι για τη δική μας καθημερινότητα.

2η Eρώτηση: Υπήρξες από τις φωτεινές εξαιρέσεις των εκπαιδευτικών που στο παρελθόν, ως εν ενεργεία δάσκαλος,  και αργότερα, ως Υπεύθυνος Προγραμμάτων της Α/θμιας Εκπ/σης, επισκεπτόσουν με σχολεία το Μουσείο Σολωμού, υλοποιώντας το μάθημα της τοπικής ιστορίας, αλλά και ανταποκρινόμενος κάθε φορά στις προσκλήσεις του Μουσείου για τα εκπαιδευτικά του προγράμματα. Πόσο σημαντική θεωρείς τη συμβολή ενός μουσείου στην τοπική κοινωνία και πώς κρίνεις την αδιαφορία των τοπικών αρχών για τα προβλήματα λειτουργίας τους;
Απάντηση: Ένα Μουσείο είναι πάντα ένας ζωντανός οργανισμός και τα εκθέματά του δεν είναι για να μας θυμίζουν το χθες, αλλά για να συνομιλούν μαζί μας. Ειδικά με το Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων, υπάρχει μια μεγαλύτερη ευθύνη, επειδή εκεί φιλοξενούνται πρώτα οι δύο μεγάλοι μας ποιητές και ύστερα όλοι εκείνοι που θεμελίωσαν τον Πολιτισμό μας. Όπως είπες και συ πολλές φορές και επαγγελματικά και προσωπικά έχω επισκεφτεί το Μουσείο και έχω διαπιστώσει πως κάθε φορά τα εκθέματά του έχουν κάτι καινούργιο να σου πούνε. Αυτό συμβαίνει με κάθε μουσείο. Νομίζω ότι η αδιαφορία των τοπικών αρχών προέρχεται από έλλειψη αληθινής γνώσης και παιδείας και επειδή αυτοί εξαρτώνται από τον κάθε ψηφοφόρο, τον Πολιτισμό τον έχουν περιορίσει στο «άρτος και θεάματα».

3η Eρώτηση: «Αντι-κείμενα», ονομάζεται η έκδοση, που κυκλοφόρησε το 2013, περιλαμβάνοντας ένα απάνθισμα από τα δημοσιεύματά σου στον  τοπικό τύπο. Θα ήθελα τη γνώμη σου αναφορικά με το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για τέτοια άρθρα και αν ενστερνίζεσαι τη δική μου άποψη πάνω στη συγγραφή τους , ότι δηλαδή έχουν παιδευτικό χαρακτήρα ανεκτίμητης αξίας, λειτουργώντας διασωστικά πάνω σε σημαντικά θέματα του επτανησιακού πολιτισμού,  συνεχίζοντας μία μακρά πορεία επτανησίων αρθρογράφων, όπως ο Δημήτριος Κοριατόπουλος, ο Κώστας Καιροφύλλας, ο Διονύσης Ρώμας, ο Νίκιας Λούντζης, ο Στέλιος Τζερμπίνος, ο Γιάννης Δεμέτης, ο Νιόνιος Μελίτας, ο Γιάννης Πομόνης-Τζαγκλαράς και πολλοί άλλοι.
Απάντηση: Θα απαντήσω με ερώτηση, η οποία περιέχει και την απάντηση. Υπάρχει αναγνωστικό κοινό σήμερα στο νησί μας; Και αυτό γιατί πιστεύω ότι για να υπάρχει δημιουργία δεν είναι απαραίτητοι μόνο οι λογοτέχνες ή οι λόγιοι, αλλά και το κοινό που θα τους διαβάσει.
Παλιότερα το κοινό αυτό υπήρχε και μάλιστα σε αυτό ανήκε και το μεγαλύτερο μέρος του  Ζακυνθινού λαού, γι’ αυτό και τα τόσα έντυπα που κυκλοφόρησαν και πραγματικά πρόσφεραν στον τόπο. Το κοινό αυτό σήμερα συνεχώς λιγοστεύει και πιστεύω ότι κινδυνεύει να χαθεί. Αυτό όμως θα είναι και το σταμάτημα του Πολιτισμού. Αν δούμε τα σημερινά περιοδικά και τις εφημερίδες, όχι μόνο της Ζακύνθου, αλλά και τα υπόλοιπα, διαπιστώνουμε πως περιορίζονται μονάχα σε φωτογραφικό υλικό με μικρά και απλοϊκά κείμενα. Αυτό όμως δείχνει έναν λαό που δεν έμαθε να διαβάζει, άρα και να μη σκέφτεται. Με το κείμενο, όπως είπαμε προηγουμένως και με τα εκθέματα του μουσείου, υπάρχει και διάλογος και επιλογή. Σου επιτρέπει να έχεις τη γνώμη σου. Με την εικόνα όμως τα πράγματα αλλάζουν. Σου επιβάλει αυτό που θέλει.
Γι’ αυτό και η θλιβερή περίπτωση των ημερών μας: η τηλεόραση να μπορεί να εκλέγει ακόμα και κυβερνήσεις.

4η Eρώτηση: Μια ερώτηση, που πάντα ήθελα να σου την κάνω: Πότε ξεκίνησες να γράφεις ποίηση, πόσο σημαντικό είναι για σένα και ποιος είναι ο αγαπημένος σου Έλληνας ποιητής;
Απάντηση: Πιστεύω ότι η ποίηση γεννιέται ή όχι μέσα σου. Όσο και να σου φανεί παράξενο το πρώτο μου ποίημα γράφτηκε στην πρώτη Δημοτικού. Θυμάμαι πως στην πρώτη έκθεση αντί να γράψω σε πεζό λόγο έγραψα με στίχους. Ευτυχώς που η δασκάλα μου δεν το πήρε στραβά. Πάντα σα μαθητής είχα και με δασκάλους και με καθηγητές μια μεγάλη αντίρρηση. Αυτοί λέγανε στο μάθημα των Ελληνικών πως υπάρχουν δύο είδη λόγου: ο πεζός, που είναι και εύκολος και ο ποιητικός, που είναι δυσκολότερος. Εγώ πάντα σαν το άκουγα απορούσα και έλεγα πως το σωστό είναι ακριβώς το αντίθετο.
     Πάντα μου άρεσε ο μεστός λόγος και πολλές φορές δε σου κρύβω ότι δυσκολευόμουν να γράψω ακόμα και γράμμα, μια και με την πρώτη γραμμή τα είχα πει όλα και μετά σκεφτόμουν πώς να γεμίσω τη σελίδα.
     Επίσης πάντα μου άρεσαν οι ποιητές που μπορούσαν να γράψουν λιτά και περιεκτικά. Σε αυτούς θα βάλω απαντώντας στην ερώτησή σου όχι έναν αλλά τρεις:  είναι ο Σολωμός, ο Κάλβος και ο Καβάφης. Θυμάμαι, πως από μικρό παιδί, ξεφυλλίζοντας την Ανθολογία του Περάνθη, σε αυτούς στεκόμουν. Είναι και σήμερα οι ποιητές που διαβάζω και ξαναδιαβάζω. Θέλω να προσθέσω και έναν άλλο ακόμα, που δεν τον έβαλα με τους άλλους γιατί μαζί του έχω περισσότερο μια φιλική σχέση: είναι ο Ούγος Φώσκολος, που μεγάλωσα στη γειτονιά του, έπαιξα στο οικόπεδο του σπιτιού του και από τα πρώτα μου βήματα κάθε πρωί, αντίκριζα απέναντί μου την πινακίδα με το «Οδός Φωσκόλου». Εκτός από μεγάλο ποιητή, τον θεωρώ και μια κορυφαία προσωπικότητα, και πιστεύω ότι εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλον την Ζάκυνθο.

5η Eρώτηση: Για πάνω  από 25 χρόνια, υπήρξες ραδιοφωνικός παραγωγός σε διάφορες ραδιοσυχνότητες. Το 1989 στην εκπομπή σου «ναι μεν …αλλά», στην ΕΡΖ του Σπύρου Χειμαριού μάλιστα, με είχες φιλοξενήσει ως τελειόφοιτη τότε αρχαιολόγο. Τι πιστεύεις ότι λείπει σήμερα από τα ΜΜΕ και έχουν απολέσει την παλιά τους εκείνη ρομαντική διάσταση; Η πληθώρα των media προάγει την ποιότητα της παρεχόμενης πληροφόρησης ή λειτουργεί ανασταλτικά ως προς αυτή;  
Απάντηση: Θα ξεκινήσω από το τέλος, λέγοντάς σου, πόσο σοφό είναι εκείνο το «ουκ εν τω πολλώ το ευ». Είναι ακριβώς το ίδιο με τους διάφορους πολιτιστικούς συλλόγους. Το ότι υπάρχουν πολλοί δεν θα πει ότι παράγεται και πολιτισμός. Στις περισσότερες φορές συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Πράγματι το ραδιόφωνο έχει χάσει την παλιά του αίγλη και την λέξη ψυχαγωγία την ερμηνεύει με τη σημερινή και όχι με την γνήσια, πρωταρχική της σημασία. Πολλές φορές μάλιστα μπορώ να πω ότι και αυτό, όπως και η τηλεόραση, όχι μόνο δεν προσφέρουν, αλλά αντίθετα κάνουν κακό. Ίσως και αυτός είναι ένας λόγος, που κυριολεκτικά μέσα σ’ ένα βράδυ, άλλαξε και η αισθητική του νησιού μας. Έτσι αυτό που για τους γονείς μας ήταν ξένο, για τις νεώτερες γενιές έχει γίνει οικείο. Γνωρίζοντας τις ευαισθησίες των πριν από μας, έχω πολλές φορές αναρωτηθεί: «τι ακούν οι Ζακυνθινοί, Χριστέ μου».
     Παλιότερα από τα Μέσα Ενημέρωσης άκουγες τον Τσαρούχη, το Χατζιδάκη, τον Κουν και πολλούς άλλους και μπορούσες να έχεις μία συνομιλία μαζί τους. Σήμερα πολλές φορές, ειδικά στην τηλεόραση, όταν την ανοίγω, βλέπω με λύπη μου παρουσιαστές και κοινό, που εκστασιάζονται ακούγοντας κάθε μετριότητα. Θυμάμαι σκηνές, που οι παραπάνω, παρακολουθούν καψουροτράγουδα ή τραγούδια δεύτερης και τρίτης επιλογής και το ύφος και η στάση τους δείχνουν πως παρακολουθούν τουλάχιστον την Κάλλας στην Τραβιάτα! Το κακό είναι πως αν κάμεις μια βόλτα στην πλατεία Ρούγα θα νομίζεις πως ζεις στην προέκταση ενός σίριαλ.

6η Eρώτηση: Διονύση, τι είναι αυτό που σε χαροποιεί και τι είναι αυτό που σε πληγώνει σήμερα στη Ελλάδα;
Απάντηση: Ανάποδος πάντα, θα απαντήσω ανάποδα: με πληγώνει ο νεοελληνισμός. Με χαροποιεί ο ελληνισμός, όταν αυτός δεν ερμηνεύεται σαν τζατζίκι, φουστανέλα και τσαρούχι.

7η Eρώτηση: Τα τελευταία χρόνια αποδημείς συχνά στην Κέρκυρα. Τι είναι αυτό που σε τραβάει στο νησί των Φαιάκων και χάνω την πρωινή σου επίσκεψη στο Μουσείο;
Απάντηση: Το ότι είμαι Επτανήσιος, και για μένα, όλα τα Ιόνια νησιά, είναι πατρίδα μου. Η Κέρκυρα πιστεύω είναι πολύ πιο κοντά στη Ζάκυνθο και οι Κορφιάτες μοιάζουν πολύ με μας. Είναι επίσης το μόνο νησί που διατήρησε, έστω και φθαρμένο, το σκηνικό του, μια και τα υπόλοιπα τα ισοπέδωσε ο σεισμός, η φωτιά, και η ανθρώπινη αδηφαγία.  Όχι μόνο στην Κέρκυρα, αλλά και στα άλλα νησιά μας νοιώθω πως βρίσκομαι στο χώρο μου.

8η Eρώτηση: Τι ευχή θα έδινες στους αναγνώστες μας για τη νέα χρονιά που ανοίγεται μπροστά μας;
Απάντηση: Το μόνο που μπορώ να ευχηθώ για να είμαι ουσιαστικός είναι να αποκτήσουν παιδεία. Έτσι θα μπορέσουν να είναι ελεύθεροι και ευτυχισμένοι.

ΔΙΟΝΥΣΗ, Σ΄ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!

Ευχαριστώ θερμά τον Παναγιώτη Χιώνη για τις φωτογραφίες της συνέντευξης, αλλά και τη φωτογραφία του εξαιρετικού εξωφύλλου του "Τέχνης Λόγια 13".


Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τέχνης Λόγια", Νο 13 / 5125 / 13.01.2016, που διανέμεται 


με την εφημερίδα "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ"
 




Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Συνέντευξη στον Δρ. Ευθύμη Λ. Λέκκα

 
Γιατί η τελευταία συνέντευξη του 2015 είναι από τον σεισμολόγο Καθηγητή δρ. Ευθύμη Λέκκα , που τον έχουμε συνδέσει με τις φυσικές καταστροφές και αγωνιούμε κάθε φορά που τον βλέπουμε στα τηλεπαράθυρα;
Η πρώτη ερμηνεία είναι ότι, η χρονιά που τελειώνει ήταν δεόντως καταστροφική.
Ο πραγματικός λόγος όμως είναι γιατί θέλουμε το 2016 να ανοίξει  με αισιοδοξία, θετική σκέψη, ελπίδα, σωστό προγραμματισμό, ανατροφοδότηση αξιών και με την σκέψη ότι μπορεί η καταστροφή να συνυπάρχει με τη δημιουργία, αλλά ο άνθρωπος προκαλεί συχνά την καταστροφή του από τις δικές του επιλογές και ενέργειες.
Οι απαντήσεις του δρ. Ευθύμη Λέκκα στις ερωτήσεις μας, που μιλάνε για αισθητική, μέτρο, για εξισορρόπηση αξιών και τελικά για Πολιτισμό, ίσως είναι η απάντηση στο πώς θα θέλαμε να είναι η χρονιά που έρχεται.
Ας τον ακούσουμε λοιπόν: 
Ερωτήσεις

1η Ερώτηση: Κύριε Καθηγητά, όλες οι εικόνες είναι ανθρωπογενείς και κάθε εικόνα ενσωματώνει έναν τρόπο του να βλέπει κανείς. Ακόμα και μια φωτογραφία. Οι φωτογραφίες δεν αποτελούν μια μηχανική καταγραφή. Κάθε φορά που κοιτάμε μια φωτογραφία συνειδητοποιούμε, έστω και αμυδρά ότι ο φωτογράφος έχει επιλέξει αυτό το θέμα από μια απειρία άλλων πιθανών θεμάτων. 
Το 2010, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, από 3-8 Ιουνίου, πραγματοποιήσατε Έκθεση Φωτογραφίας στο Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας του Τμήματος Γεωλογίας & Γεωπεριβάλλοντος, στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου, με τίτλο: «Δασικές πυρκαγιές ένα περιβαλλοντικό ολοκαύτωμα». Στον κατάλογο της έκθεσης σημειώνατε ότι «τα δέντρα είναι οι άνθρωποι του δάσους που γεννιούνται, αναπτύσσονται, ωριμάζουν, γερνούν και πεθαίνουν, άλλες φορές με τρόπο φυσικό, άλλες με βίαιο. Τότε αντιδρούν, αντιστέκονται, μάχονται μέχρις εσχάτων. Τα σημάδια της μάχης με τις πυρκαγιές, είναι χαραγμένα πάνω στη φυλλωσιά, στα κλαδιά, στους κορμούς, στις ρίζες ακόμα και στις στάχτες τους». Και πιο κάτω: «…Κι όμως σε ορισμένες περιοχές, από τη στάχτη ξεπροβάλλουν νέοι κορμοί, αχνοπράσινα φύλλα, για να αρχίσει ένας νέος κύκλος ζωής. Είναι σαν άνθρωποι με τις ίδιες αντιδράσεις, την ίδια συμπεριφορά, την ίδια θέληση για επιβίωση».
Ο εντοπισμός λοιπόν μέσα από τις φωτογραφίες σας της ομοιότητας ανάμεσα στον άνθρωπο και στο δέντρο, πόσο αισιόδοξους μπορεί να μας κάνει για τη συνέχιση της ζωής μέσα σ’ ένα πλανήτη που καθημερινά καταστρέφεται από περιβαλλοντικές και άλλες καταστροφές;

Απάντηση: Αν θεωρήσουμε ότι η ζωή του πλανήτη μας εξομοιώνεται σε ένα ημερολογιακό έτος, η ανθρώπινη παρουσία δεν αντιστοιχεί παρά μόνο στα 10 τελευταία δευτερόλεπτα πριν την λήξη του χρόνου. Αυτό αποδεικνύει και πόσο στιγμιαία είναι η διαδρομή της ανθρωπότητας και πόσο ασήμαντη είναι σε αυτά που εξελίχθηκαν 4.6 δισεκατομμύρια χρόνια όσο και η πορεία της γης.
Μέσα λοιπόν στον χρόνο που προηγήθηκε της δικής μας παρουσίας, διαδραματίστηκαν εκατομμύρια γεγονότα, τα οποία αντιστοιχίζονται με φυσικές καταστροφές, οι οποίες προκάλεσαν τεράστιες εξαφανίσεις ειδών σε όλο τον πλανήτη.
Η πιο γνωστή από όλες είναι η εξαφάνιση των δεινοσαύρων - του κυρίαρχου είδους στην γη - πριν 70 εκατομμύρια χρόνια από την πτώση ενός μετεωρίτη. Μαζί με τους συμπαθείς, από τις κινηματογραφικές ταινίες, δεινοσαύρους εξαφανίστηκε το 90% των ειδών στο τέλος της Κρητιδικής περιόδου.
Αυτό όμως ήταν τελικά που επέτρεψε την ανάπτυξη στην συνέχεια των θηλαστικών, τα οποία δεν είχαν καμία τύχη εάν υπήρχαν οι δεινόσαυροι. Από αυτά τα θηλαστικά σιγά - σιγά εξελίχθηκαν και προέκυψαν οι άνθρωποι τα τελευταία 500.000 περίπου χρόνια.
Ηθικό δίδαγμα: η εξαφάνιση των δεινοσαύρων ουσιαστικά δρομολόγησε την επικράτηση των ανθρώπων. Η καταστροφή συνυπάρχει με την δημιουργία. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Η μόνη διαφορά: ο άνθρωπος μπορεί να προκαλέσει ο ίδιος την εξαφάνισή του από τις δικές του επιλογές και ενέργειες.
Πόσο μπορεί να το αποτρέψει ή να το απομακρύνει, πραγματικά δεν είμαι σε θέση να το εκτιμήσω.

2η Ερώτηση: Στο Διεθνές Συνέδριο "Κρίσεις & Καταστροφές - Ψυχοκοινωνικές Επιπτώσεις", που πραγματοποιήθηκε  στην Αθήνα το 2013, στην ανακοίνωσή σας με θέμα «Ο ρόλος της Διαπολιτισμικότητας στη διαχείριση Φυσικών Καταστροφών», είχατε υποστηρίξει ότι, στα τρία στάδια της διαχείρισης των φυσικών καταστροφών, δηλαδή το προκαταστροφικό, το συνκαταστροφικό και το μετακαταστροφικό στάδιο, οι υφιστάμενες συνθήκες κάθε περιοχής ή χώρας παίζουν κυρίαρχο ρόλο στην ανάκαμψη, και γενικά στην επαναφορά στην προ της καταστροφής κατάσταση.
Η Ζάκυνθος μετά το 1953, δέσμια της ανάγκης για ταχεία αποκατάσταση, κλήθηκε να επουλώσει τις πληγές, άλλοτε μελετώντας πιστά το πνεύμα που αναδύθηκε απ’ τον ισοπεδωμένο τόπο και άλλοτε αυθαιρετώντας και παραλλάσσοντας  το ρυθμό του, με αποτέλεσμα η σύγχρονη νέα Ζάκυνθος, να έχει κάνει άνοιγμα στην παρόρμηση, στο συγκυριακό και στο απρόβλεπτο, παραδομένη στον εύκολο πλουτισμό και τον τουρισμό.
Γιατί πιστεύετε ότι απομακρύνθηκε τόσο πολύ από το πνεύμα της προσεισμικής Ζακύνθου και ποιες αντιστάσεις πρέπει να αναπτύσσει μια τοπική κοινωνία ώστε η ανάκαμψη να είναι υγιής και απόλυτα συνταιριασμένη με τους ιστορικούς μύθους της ;
Απάντηση:
Είναι σαφές ότι η χώρα μας από τη δεκαετία του 70 και έπειτα, παρουσίασε ένα ιδιαίτερο και ιδιόμορφο μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο πολύ επιτυχημένα περιγράφετε. Μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο, η Ελλάδα παράπεσε μεταξύ των μοντέλων ανάπτυξης που επέβαλε η τότε ψυχροπολεμική συγκυρία.
Η Ζάκυνθος το ίδιο χρονικό διάστημα είχε να αντιμετωπίσει δυο επιπλέον προκλήσεις. Την ολοκληρωτική καταστροφή από τον σεισμό, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα γινόταν ήδη τα πρώτα δειλά βήματα οικονομικής ανάπτυξης, και την μόνη ελπίδα διαφυγής προς τα εμπρός, αξιοποιώντας τα συγκριτικά της περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα προς την κατεύθυνση του τουρισμού.
Η επιλογή ήταν μονοσήμαντη και η αλλαγή πλεύσης από τις προϋπάρχουσες πολιτιστικές και κοινωνικές αξίες προς μια νέα αναπτυξιακή προοπτική, η οποία απαιτούσε θυσίες αλλά είχε και δελεαστικά ανταλλάγματα.
Σε κάθε περίπτωση όμως τώρα μπορούμε και επιβάλλεται να αναπτυχθούν μηχανισμοί εξισορρόπησης των αξιών, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της οικονομικής ευημερίας. Αυτό είναι και το στοίχημα για την σημερινή Ζάκυνθο.

3η Ερώτηση: Η εμπειρία σας από την σεισμική δραστηριότητα, πόσο αγνωστικιστή σας έχει κάνει, αναφορικά με την ισότητα που έχουμε όλοι, απέναντι στο φαινόμενο;
Απάντηση:
Πραγματικά ο σεισμός, αλλά και όλα τα φυσικά φαινόμενα δεν διακρίνουν διαφοροποιήσεις σε κοινωνικό επίπεδο και είναι αταξικοί. Σε κάθε ένα μας, έστω και εάν ζει στο Παρίσι που δεν έχει σεισμούς, θα μπορούσε να συμβεί κάτι και κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού αναψυχής πχ. στο Λος Άντζελες ή στην Ινδονησία!
Οι άνθρωποι πανταχού της γης παραμένουν ευάλωτοι στους σεισμούς και στους κινδύνους και αυτό είναι κάτι καθολικό που ισχύει σε όλο τον πλανήτη μας.


4η Ερώτηση:  Σε μετώπη της  ανατολικής πλευράς του Παρθενώνα, που έχει σαν θέμα της την Γιγαντομαχία, παριστάνεται ο Εγκέλαδος, τον οποίο η Αθηνά κατατρόπωσε κατά την περίφημη μάχη Θεών και Γιγάντων.  Από την εμπειρία σας στις πόλεις του κόσμου, έχετε γνωρίσει άλλον λαό, που με τέτοιον τρόπο προσπαθεί να αποτυπώσει ένα φαινόμενο, που τον απειλεί και καταστρέφει τη ζωή του;
Απάντηση:
Οι Γίγαντες, ο Εγκέλαδος, Ο Πολυβώτης και τόσοι άλλοι που αντιπροσωπεύουν τα φυσικά φαινόμενα, αποτελούν την πλέον επιτυχημένη προσέγγιση σε όλο τον κόσμο να αποτυπωθούν με ένα εύλογο τρόπο και με λογικό περιεχόμενο.
Μέσα από τη δράση των θεοποιημένων προσώπων αποτυπώνονται και ερμηνεύονται όλες οι επιμέρους πτυχές των φαινομένων με λεπτομερείς αναφορές ακόμα και σε φαινόμενα που μόλις πρόσφατα ερμηνεύτηκαν.
Η ελληνική προσέγγιση είναι παρασάγγας μπροστά αν κάποιος την συγκρίνει με προσεγγίσεις άλλων εθνών όπως, της κινεζικής με τον δράκο της Ιαπωνίας, με το γατόψαρο, κλπ. Η ελληνική ευρηματικότητα σε όλο της το μεγαλείο που δεν πηγάζει παρά μόνο από την ευφυΐα της φυλής μας, της αισθητική, το μέτρο και τελικά τον πολιτισμό μας.

5η Ερώτηση:  Τον τελευταίο καιρό γίνεται μεγάλη συζήτηση για το «ενεργειακό πιστοποιητικό» στα σπίτια. Πόσο ασφαλείς μπορούμε να νοιώθουμε από ένα αντίστοιχο  «αντισεισμικό πιστοποιητικό»,  αναφορικά με τον τρόπο κατασκευής των οικοδομών σήμερα; Μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι;
Απάντηση:
Θεωρώ ότι το αντισεισμικό πιστοποιητικό, είναι ένα πιστοποιητικό, δηλαδή αποτυπώνει το ιστορικό μιας κατασκευής, σε σχέση με επεμβάσεις, συντηρήσεις, τροποποιήσεις, ανακαινίσεις, είναι μια πολύ σωστή διαδικασία έτσι ώστε να γνωρίζουμε τελικά την αντισεισμική αντοχή. Μόνο έτσι μπορούμε να εκτιμήσουμε σωστά την τρωτότητα ενός κτηρίου και πόσο αυτό είναι ασφαλές ή όχι και να διασφαλίσουμε την αντοχή αν χρειάζονται κάποιες εργασίες ενίσχυσης.

6η Ερώτηση:  Το προηγούμενο Σάββατο 5-12, παρακολούθησα την εισήγησή σας στο Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, στα πλαίσια της άσκησης «Τηλέμαχος 2015», που πραγματοποιήθηκε στο νησί μας, κατά την οποία προσομοιώθηκε σεισμική δραστηριότητα και ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός πολιτικής προστασίας με επεισόδια πεδίου. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός της μεγάλης ακρίβειας στη μέτρηση των σεισμικών φαινομένων σε σχέση με το τι συνέβαινε 100 χρόνια πριν. Αυτή η ακρίβεια στις μετρήσεις και η γενικότερη επιστημονική εξέλιξη, έχει αντίστοιχο όφελος στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται το σεισμικό φαινόμενο από τον πληθυσμό μιας περιοχής;
Απάντηση:
Έχει καθοριστική σημασία να αποτυπώνει κανείς με ακρίβεια ένα φαινόμενο. Ειδικά στο φαινόμενο του σεισμού η ακρίβεια μας δίνει την δυνατότητα να καθορίσουμε την ένταση και στη συνέχεια την ανταπόκρισή μας προκειμένου να μειώσουμε τις επιπτώσεις σε σημαντικό βαθμό.


7η Ερώτηση:  Κύριε Καθηγητά, το πλούσιο βιογραφικό σας (http://elekkas.gr/el/home.html), αποδεικνύει όχι μόνο την άρτια επιστημονική σας κατάρτιση, αλλά κυρίως την αγάπη σας για την επιστήμη της Δυναμικής Τεκτονικής & Εφαρμοσμένης Γεωλογίας. Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον τομέα αυτό; Υπάρχει κάποιος εμπνευσμένος δάσκαλος στα μαθητικά θρανία, ένα βιβλίο – σταθμός που σας ενέπνευσε, μια εμπειρία ζωής που σας στιγμάτισε και αποφασίσατε να εισχωρήσετε τόσο βαθιά στα έγκατα της Γης;
Απάντηση:
Είχα κάποια προτίμηση στο θετικό κλάδο των επιστημών. Όμως εκείνοι που με ενέπνευσαν ήταν οι Πανεπιστημιακοί μου δάσκαλοι μετά την σχεδόν τυχαία είσοδό μου στο Γεωλογικό Τμήμα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πραγματικά τους οφείλω τα πάντα και ήμουν τυχερός που είχα τέτοιους δασκάλους. Ο Γαλανόπουλος, ο Δρακόπουλος, ο Συμεωνίδης, ο Δερμιτζάκης, ο Μαριολάκος, ήταν μερικοί από αυτούς, που επέδρασαν καθοριστικά και χάραξαν νέα μονοπάτια στην επιστημονική μου σκέψη και πορεία. Αναφέρω βεβαίως όσους έχουν αφυπηρετήσει ή δεν είναι πια μαζί μας και όχι όσους ακόμα προσφέρουν στην Πανεπιστημιακή διδασκαλία.

8η Ερώτηση:  Στους περισσότερους από εμάς οι σεισμολόγοι είστε κάτι σαν το γιατρό που αναγκαζόμαστε να συμβουλευτούμε στο επείγον περιστατικό. Σαν πανεπιστημιακός δάσκαλος, τι θα λέγατε σε έναν φοιτητή σας που θα ήθελε να ακολουθήσει τα βήματά σας; Υπάρχει ένας τομέας που ονειρεύεστε να εξερευνηθεί και θα τον ωθούσατε να οδηγήσει τα βήματά του στην έρευνά του;
Απάντηση:
Υπάρχουν πολλές και μεγάλες επιστημονικές προκλήσεις στο χώρο των γεωεπιστημών. Δεν θα ήθελα να αναφέρω κάποια συγκεκριμένη. Εκείνο όμως που θα μπορούσα να συμβουλεύσω είναι ότι, με όποιο εξειδικευμένο αντικείμενο να ασχοληθεί, να μην αφήσει στην άκρη την επαφή με τον άνθρωπο και το κοινωνικό κύκλο. Το σημαντικότερο για μένα είναι το αποτέλεσμα της έρευνας να είναι ένα μικρό λιθαράκι σε αυτό που αποκαλούμε κοινωνική προσφορά και πρόοδο.

Κύριε Καθηγητά, σας ευχαριστώ για την ανταπόκριση στην πρόσκλησή μου.

    

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τέχνης Λόγια", Νο 12 / 5180 / 30.12.2015, που διανέμεται 
με την εφημερίδα "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ"



Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Μια Συνέντευξη στον Ηλία Τουμασάτο.

Οι συνεντευξιαζόμενοί μου έχουν πάντα μία ιδιότυπη σχέση με τον ηλικιακό τους προσδιορισμό. Άλλοι ξεκινούν από τα 200 plus έτη…., άλλοι έχουν διαβεί την τέταρτη, την πέμπτη, την έκτη και την έβδομη δεκαετία της ζωής τους, άλλοι απλώς είναι όσο τους θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια, καθώς μεγάλωσα κι εγώ μαζί τους…Είναι ωστόσο η πρώτη φορά που παίρνω συνέντευξη από έναν έφηβο, που παρ’ όλο που το βιογραφικό του είναι γεμάτο από πτυχία και διακρίσεις, τον κάνεις - δεν τον κάνεις 18 ετών…. Απέναντί μου λοιπόν έχω τον φίλο Ηλία Τουμασάτο, τον συγγραφέα, τον ερευνητή, τον δικηγόρο, τον θεατρολόγο, τον επί 9,5 χρόνια Διευθυντή της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης Αργοστολίου, τον πρωτεύσαντα στο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ και σήμερα καθηγητή πολιτικών και κοινωνικών επιστημών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Βαλλιάνειο  Γενικό Λύκειο Κεραμειών, τον διδάκτορα του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Τον άνθρωπο που η απλότητα του χαρακτήρα του και το φωτεινό του χαμόγελο σε κερδίζουν από την πρώτη ματιά και δίχως να το καλοσκεφτείς θες να μάθεις το μυστικό της νιότης του…


Ερωτήσεις

  1. Ηλία, η μαθητεία σου το διάστημα που διηύθυνες την Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου κοντά σε σημαντικές μορφές της κεφαλονίτικης πνευματικής ζωής, όπως ο καθηγητής Γεώργιος Ν. Μοσχόπουλος, και οι αείμνηστοι Γεράσιμος Πεντόγαλος, Γεώργιος Γ. Αλισανδράτος και Σπύρος Λουκάτος, πόσο πλούτισαν το ενδιαφέρον σου για την τοπική ιστορία και πόσο θεωρείς την γνώση αυτή απαραίτητη για την αντίσταση κάθε μικρής γωνιάς της πατρίδας μας στο παγκοσμιοποιημένο σύστημα που προσπαθεί να ισοπεδώσει ήθη, έθιμα, παραδόσεις και γενικά εκφάνσεις του λαϊκού μας πολιτισμού;
Αγαπητή Κατερίνα, είμαι σίγουρος πως από τη δική σου εμπειρία στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων μπορείς από πρώτο χέρι να καταλάβεις γιατί θεωρώ μεγάλη τύχη και ανεκτίμητο βίωμα τη θητεία μου στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη. Βρέθηκα εκεί χάρη στον καθηγητή Γεώργιο Ν. Μοσχόπουλο, πολύ νέος, στα 26, και με ελάχιστη τότε ερευνητική εμπειρία. Ήταν πραγματικά για μένα μαθητεία. Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς πόσο συναρπαστική δουλειά είναι να δουλεύεις σε μια βιβλιοθήκη με τόσο πλούσιο υλικό για τους ερευνητές (όπως και όλες οι επτανησιακές βιβλιοθήκες) και να έρχεσαι σε επαφή με σπουδαίους ανθρώπους του πνεύματος, όπως οι άνθρωποι που προανέφερες, που είχαν μάλιστα τη διάθεση να μοιραστούν μ’ εμάς τους νεότερους την αγάπη τους για την έρευνα του επτανησιακού χώρου. Και, παράλληλα, να μας «μεταδώσουν» τη συναίσθηση της αναγκαιότητας όχι απλά να «αντισταθούμε» στην ισοπέδωση της κατά τόπους ιστορικής μνήμης, αλλά και να επαναδιατυπώνουμε, ως τοπικές κοινωνίες, την ιδιαίτερη ταυτότητά μας. Οι βιβλιοθήκες και τα μουσεία των Επτανήσων είναι, από τη φύση και την ιστορικότητά τους, οι πιο ισχυροί χώροι αντίστασης και ταυτόχρονα δυναμικές εστίες εκκόλαψης του καινούριου μέσα στον ιόνιο χώρο. Γι’ αυτό πρέπει να υποστηρίζονται από τις τοπικές κοινωνίες, με διασφαλισμένες πάντα τις εγγυήσεις για την ανεξάρτητη λειτουργία τους σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης.


  1. Στις αρχές του 2014, από τις εκδόσεις «Αιγιαλός», του Παναγή Μοσχονά, τυπώθηκε το πρώτο σου βιβλίο «Ο μικρός μάγος και άλλες ιστορίες», που αγκαλιάστηκε από το κοινό της Κεφαλονιάς, (η πρώτη του έκδοση εξαντλήθηκε και ξανατυπώθηκε) και αναφέρεται σε έναν μικρό μάγο που ενηλικιώνεται, και ξεκινάει το δικό του, ξεχωριστό ταξίδι στη ζωή. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο «Στο Δημήτρη, τον καλύτερο γιο του κόσμου», που από όσο γνωρίζω πρόκειται για έναν μαθητή σου και αποτελείται από είκοσι έξι μικρές ιστορίες. Από την εμπειρία σου με τους μαθητές που επισκέπτονταν την Βιβλιοθήκη παλιότερα και τώρα μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας, πόσο πιστεύεις ότι τα νέα παιδιά βοηθούνται από το εκπαιδευτικό σύστημα να ξεκινήσουν ενισχυμένα το ταξίδι της ζωής. Ποιοι είναι οι παράγοντες εκείνοι που θα τα βοηθήσουν να αντιμετωπίσουν με σθένος και επιτυχία την εισαγωγή τους στην ενήλικη ζωή;
«Ο μικρός μάγος» ήταν πραγματικά μια ευτυχισμένη στιγμή για μένα, μια και ήτανε το πρώτο «δικό μου» βιβλίο, με κείμενα που γράφτηκαν τόσο στα χρόνια της Βιβλιοθήκης όσο και πιο πρόσφατα, στη μικρή διδακτική μου εμπειρία. Ο «μικρός μάγος», ο Δημήτρης, που τώρα πια είναι φοιτητής, είναι από κείνα τα χαρισματικά παιδιά που τα βλέπεις σιωπηλά σ’ ένα θρανίο, κι αναρωτιέσαι πού να ταξιδεύει ο νους τους, την ώρα που εσύ τους μαθαίνεις για τη Βουλή και το Α.Ε.Π. της χώρας… Και κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι εκείνο το παιδί με τα λυπημένα μάτια που νομίζεις ότι δεν σε προσέχει, έχει μέσα του τέτοιο πλούτο συναισθημάτων, τέτοιο μεγαλείο ψυχής και τέτοιες ανησυχίες, που δεν μπόρεσαν ποτέ να χωρέσουν στη διδακτέα και την εξεταστέα ύλη. Η αλήθεια είναι ότι το εκπαιδευτικό σύστημα, από την εποχή που ήμασταν εμείς μαθητές, αλλά πολύ περισσότερο μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα στο Λύκειο ευνοεί την αποστήθιση, τη χρησιμοθηρία, φορτώνει τα παιδιά με μεγάλο όγκο ύλης, δίνει πολύ μεγάλο βάρος στις εξετάσεις. Η δημιουργικότητα, η φαντασία, η καλλιτεχνική παιδεία, η έρευνα, το πείραμα, η χαρά της καινούριας μάθησης ασφυκτιούν υπό την «δαμόκλειο σπάθη» της ύλης. Την ίδια στιγμή τα παιδιά μας ζουν σ’ έναν κόσμο πολύ πιο άγριο απ’ αυτόν που ζήσαμε εμείς, και χρειάζονται πολύ περισσότερη στήριξη όχι μόνο σε μαθησιακό αλλά και σε συναισθηματικό επίπεδο. Πιστεύω ότι αυτό που μπορεί να κάνει το σχολείο είναι να λειτουργεί σαν μια μεγάλη οικογένεια (γονείς – μαθητές – δάσκαλοι) κι αυτό είναι ευθύνη και εμάς των δασκάλων. Εμείς είμαστε μέσα στην τάξη, συνυπάρχουμε με τα παιδιά και στο διάλειμμα, στην εκδρομή, στις γιορτές, το δικό μας παράδειγμα είναι καθοριστικό. Είναι βασικό να μην οδηγούμε τα παιδιά από το χέρι στην ενήλικη ζωή, και μετά να τους λέμε «τώρα είσαι μόνος σου, παρακαλώ να περάσουν οι επόμενοι». Με αλληλοσεβασμό, αλληλεγγύη, αμοιβαία εμπιστοσύνη, πρέπει να μεγαλώνουμε ελεύθερους, σκεπτόμενους ανθρώπους που έχουν δύναμη, αυτοεκτίμηση, αλτρουισμό, και με θέληση κυνηγούν τα όνειρά τους.

  1. Το 2004 έγραψες τα κείμενα για το λεύκωμα του Κοργιαλενείου Ιδρύματος «Η παλαιά Κεφαλονιά – ένας ατέλειωτος Αύγουστος», όπου παρουσιάζεται το προσεισμικό Αργοστόλι μέσα από τα μάτια μιας φανταστικής ηρωίδας, της Χριστίνας, την 9η Αυγούστου 1953, οπότε σημειώθηκε ο πρώτος από τους τρεις καταστροφικούς σεισμούς που ισοπέδωσαν το νησί. Πόσο πιστεύεις ότι η σεισμική ιδιαιτερότητα του τόπου μας επηρεάζει τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτά, όχι μόνο σε επίπεδο οικονομικό, που αυτό είναι προφανές, αλλά κυρίως σε επίπεδο πνευματικό; Και ποιο θεωρείς το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της «Συναισθηματικής Τοπιογραφίας», κατά το Δημήτρη Πικιώνη, των γειτονικών μας νησιών μας, Ζακύνθου – Κεφαλονιάς, που η μοίρα τους είναι δεμένη με τον Εγκελάδο;
Η «Παλιά Κεφαλονιά» ήταν η δική μου ευκαιρία να «περπατήσω» σε μια πόλη που δεν υπάρχει πια. Τα νησιά μας με τους σεισμούς του 1953 (αλλά και η Λευκάδα λίγα χρόνια πριν, το 1949), έχασαν αυτό που λέμε «κτισμένη κληρονομιά», η Ζάκυνθος μάλιστα βίωσε και την οδύνη της πυρκαγιάς. Αυτή η απώλεια, δυστυχώς, έχει συμβεί για τα νησιά μας κι άλλες φορές στην Ιστορία. Σαν μια συμπυκνωμένη «κοσμική» στιγμή να σαρώνει τα πάντα και να αφήνει αναλλοίωτο για πάντα το φυσικό τοπίο, απαράμιλλο και στα δυο νησιά, κάπως πιο άγριο στην Κεφαλονιά, πιο ήπιο στη Ζάκυνθο. Σ’ αυτό το αναλλοίωτο τοπίο, οι άνθρωποι χάνουν τα πάντα και τα ξαναχτίζουν από την αρχή. Το φυσικό τοπίο των νησιών μας είναι μια θεατρική σκηνή, που κάθε εκατό-διακόσια χρόνια, μετά από μια οδυνηρή αυλαία, επανακατασκευάζεται για να παιχτεί ένα καινούριο έργο. Και το παλιό έργο κατοικεί στην ψυχή όσο υπάρχουν αναμνήσεις, μνημεία του λόγου και της τέχνης – με την ιδιαίτερη γλώσσα ή τα χρώματα και τις μελωδίες των άλλων τεχνών. Το τοπίο μας λοιπόν έχει και λέξεις και ήχους.
  1. Διαβάζοντας το εξαιρετικό λεύκωμα των Γεωργίου Ν. Μοσχόπουλου- Κώστα Ευαγγελάτου: Προσωπογραφίες και Συνθέσεις (17ος -20ος αιώνας), Συλλογή Κοργιαλενείου Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου, Αθήνα 2004, μένω εντυπωσιασμένη από την προσφορά στο τόπο τους σημαντικών ευεργετών. Αναφέρω μόνο τα ονόματα του Ευάγγελου Τυπάλδου-Μπασιά (Χρηματοδότησε τον ηλεκτροφωτισμό του Ληξουρίου. Στη διάρκεια του πολέμου με χρηματικές δωρεές  είχε ενισχύσει τις συμμαχικές  δυνάμεις. Με τους καταστροφικούς σεισμούς του 1953 συνέβαλε οικονομικά στην ανοικοδόμηση των μεγαλύτερων μονών και πολλών ιερών ναών της Κεφαλονιάς, καθώς και στην ενίσχυση υποδομών: Δημαρχιακό Μέγαρο, Φιλαρμονική Σχολή, και Ματζαβινάτειο Νοσοκομείο στο Ληξούρι, Λαογραφικό Μουσείο, Οικοτροφείο Θηλέων, Ορφανοτροφείο, Επισκοπικό Μέγαρο, Λέσχη Προσκόπων στο Αργοστόλι, Πνευματικό Κέντρο στα Διλινάτα κ. ά.), της Αγνής Μεταξά (Ανέπτυξε σημαντική φιλανθρωπική δράση, ιδρύοντας συσσίτιο στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διοργανώνοντας εράνους υπέρ φιλανθρωπικών σκοπών και πρωτοστατώντας στην ίδρυση του ορφανοτροφείου Αργοστολίου «Ο Σωτήρ». Μετά τους Σεισμούς του 1953 που κατέστρεψαν το κτήριο  του Ορφανοτροφείου η Α.Μ. διεκδικεί και πετυχαίνει την ανοικοδόμησή του, καθώς και την ίδρυση  στο ίδιο συγκρότημα Βρεφοκομείου) και του Παναγή Βαλλιάνου (Το Βαλλιάνειο Κληροδότημα στην Κεφαλονιά ενίσχυσε δραστικά την παροχή εκπαίδευσης με τη δημιουργία της Πρακτικής Γεωπονικής Σχολής Παναγή Βαλλιάνου, της Βαλλιανείου Εμποροναυτικής Σχολής στο Αργοστόλι, της Βαλλιανείου Επαγγελματικής Σχολής στο Ληξούρι, του Γυμνασίου Κεραμειών και των Σχολών Απόρων στο Αργοστόλι, στο Ληξούρι και τη Λειβαθώ. Άλλα κληροδοτήματα που του αποδίδονται είναι η Χαροκόπειος Σχολή στην Αθήνα, και η Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη).         Ηλία, γιατί ελλείπουν οι μορφές αυτές από τον τόπο μας σήμερα, που η  κρίση είναι  τόσο έντονη και πόσο πιστεύεις ότι είναι εφικτό μέσα από τέτοιες ιδιωτικές πρωτοβουλίες να εξέλθουμε από την δυσχερή θέση που μας αποδυναμώνει ατομικά και εθνικά.
Πραγματικά, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα οι ευεργέτες υποκατέστησαν την έλλειψη κοινωνικού κράτους στην Κεφαλονιά και τα Επτάνησα. Η Κεφαλονιά απέκτησε νοσοκομεία, σχολεία, γηροκομείο, ορφανοτροφείο, βιβλιοθήκες χάρη στους ευεργέτες, και με λυπεί που ορισμένες φορές κάποιες ιδεοληψίες προσπαθούν να μειώσουν την αξία αυτής της συμβολής. Μετά τους σεισμούς του 1953 είχαμε στην Κεφαλονιά μια δεύτερη γενιά ευεργετών που συνέβαλε αποφασιστικά στην ανοικοδόμηση του νησιού. Σήμερα πιστεύω ότι οι λόγοι που σπανίζουν αυτές οι πρωτοβουλίες είναι σύνθετοι. Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα ισχυροποιήθηκε το κοινωνικό κράτος και περάσαμε από τη φάση της φιλάνθρωπης ευεργεσίας στην οργανωμένη παρέμβαση της πολιτείας υπέρ της κοινωνίας, η οποία είναι στην Ελλάδα και συνταγματική υποχρέωση του κράτους. Δυστυχώς το κοινωνικό κράτος υποχωρεί όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη και αναζωπυρώνεται αυτή η ανάγκη ίσως όχι για νέους ευεργέτες, αλλά πλέον για αξιόπιστες συλλογικές πρωτοβουλίες με ανθρωπιστικό, κοινωνικό και πολιτιστικό περιεχόμενο, μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι θα αισθάνονται ασφάλεια να διαθέσουν τα χρήματά τους, θα ξέρουν ότι θα πιάσουν τόπο και δεν θα διασπαθιστούν. Από την άλλη, και το κράτος δεν μπορεί να παραμένει αμέτοχο, δεδομένου ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί να δημιουργήσει υποδομές, αλλά είναι δύσκολο να τις συντηρήσει, μια και εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να λειτουργήσουν με τους νόμους της αγοράς.
  1. Ηλία μου, πόσο πιστεύεις ότι το ελληνικό σχολείο βοηθάει στον επιτυχή επαγγελματικό προσανατολισμό του νέου; Η δική σου διόλου ευκαταφρόνητη «συλλογή» πτυχίων, σε συνδυασμό με την εργασιακή  ποικιλία,  με κάνει να σκεφτώ, ότι η δική σου οικογένεια  σου έδωσε πραγματική ελευθερία να ψάξεις και να ψαχτείς σε τόσο διαφορετικούς τομείς. Είμαστε ώριμοι σαν κοινωνία να αποδεχτούμε αυτή την επαγγελματική εναλλαγή; Μήπως αυτή ακριβώς μας οδηγεί στην ατομική ευτυχία;
Στο ελληνικό σχολείο, και παρά τις πολύ φιλότιμες προσπάθειες που κάνουν τα Κέντρα Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, είναι εξαιρετικά δύσκολο τα παιδιά να έχουν έναν επιτυχή επαγγελματικό προσανατολισμό. Αυτό που είναι το πιο δύσκολο απ’ όλα, και που κι εγώ σαν παιδί δεν μπόρεσα να αποδεχτώ ποτέ, είναι ότι στα 18 δεν είναι δυνατόν να πάρεις αποφάσεις για όλη σου τη ζωή. Όσον αφορά εμένα, πιστεύω ότι στη ζωή στάθηκα εξαιρετικά τυχερός. Οι γονείς μου δεν προσπάθησαν ποτέ να με επηρεάσουν και αποδέχτηκαν όλες μου τις επιλογές. Και κάθε φορά που έκλεινε μια πόρτα, άνοιγε μια καινούρια, χωρίς να καταβάλω μεγάλες προσπάθειες. Αυτές οι εναλλαγές είχαν βέβαια το τίμημά τους, αφού πρέπει κάθε τόσο να ξεκινάς από το μηδέν, αλλά όπως είπαμε και παραπάνω, Επτανήσιοι είμαστε, από το DNA μας ξέρουμε να τα χάνουμε όλα και να τα ξαναχτίζουμε. Φοβάμαι ότι στη σημερινή εποχή οι περισσότεροι θα είμαστε αναγκασμένοι να αλλάζουμε δουλειές στη ζωή μας, και σίγουρα δεν είναι αυτές οι αλλαγές πάντα εισιτήριο για την ευτυχία.  Αυτές οι περιπλανήσεις έχουν την ομορφιά τους, αλλά η ευτυχία βρίσκεται στους ανθρώπους που αγαπάμε. Είναι σημαντικό να αγαπάς τη δουλειά σου και να νιώθεις ότι προσφέρεις, αλλά δεν νομίζω ότι συγκρίνεται με την ευτυχία που νιώθει κανείς όταν βλέπει τα παιδιά του να μεγαλώνουν.  Όσοι είστε γονείς, σίγουρα το ξέρετε καλά αυτό.
  1. Το 2003 κυκλοφόρησε από το Κοργιαλένειο Μουσείο η μελέτη σου «Ιππηλάσιον-Γκιόστρα, άθλημα και θέαμα στα βενετοκρατούμενα Επτάνησα». Τα τελευταία χρόνια η αναβίωση του δρωμένου αυτού έχει πάρει μεγάλη αίγλη στη Ζάκυνθο. Με τι τρόπους η αναβίωση τέτοιων ιστορικών αναπαραστάσεων βοηθά στην σωστή γνώση της Ιστορίας του τόπου μας και πόσο εύκολο είναι να ξεφύγει και να γίνει καρναβαλική  επίδειξη;
Χαίρομαι που η Γκιόστρα αναβίωσε στη Ζάκυνθο, και λυπάμαι που δεν έχω καταφέρει ποτέ να έρθω, παρότι έχω προσκληθεί. Οπότε δεν έχω προσωπική εμπειρία, κι αυτό που θα πω έχει να κάνει όχι με τη γκιόστρα καθαυτήν, αλλά συνολικά με τις «αναβιώσεις». Για μένα αυτό που είναι σημαντικό είναι ένα δρώμενο να ξαναγίνει αυθεντικό κομμάτι της ζωής των ανθρώπων της τοπικής κοινωνίας, και όχι απλά μια τουριστική ατραξιόν. Στα νησιά, το ζούμε στην Κεφαλονιά και φαντάζομαι και στη Ζάκυνθο, παρατηρούμε το καλοκαίρι μεγάλο αριθμό πολιτιστικών εκδηλώσεων, με πολλά «δρώμενα» ενταγμένα σ’ αυτές, ενώ το χειμώνα πέφτουμε σε μια ιδιότυπη «χειμερία νάρκη». Είναι λογικό από τη μία, καθώς οι καλοκαιρινοί επισκέπτες είναι πολλοί, αλλά και λίγο θλιβερό από την άλλη, γιατί, κακά τα ψέματα, όποιος θέλει να δει την πραγματική ζωή στα νησιά μας καλό είναι να έρθει τον Νοέμβριο ή τον Φεβρουάριο. Στο βαθμό λοιπόν που η τοπική κοινωνία συμμετέχει στα δρώμενα και τα χαίρεται εξίσου με τους επισκέπτες και σ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, νομίζω ότι αξίζουν αυτές οι προσπάθειες.
  1. Το επόμενο Πανιόνιο Συνέδριο το ετοιμάζει η Κεφαλονιά. Είμαι σίγουρη ότι θα παίξεις σε αυτό ενεργό ρόλο. Ποια είναι η γνώμη σου για την πανεπτανησιακή πνευματική ένωση των νησιών  μέσα από τέτοιους θεσμούς και τι προσδοκάς  για το υπό οργάνωση Πανιόνιο Συνέδριο;
Είναι μεγάλη τιμή για την Κεφαλονιά, και την Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, να διοργανώσει, για δεύτερη φορά μετά το 1986, το IA’ Πανιόνιο Συνέδριο. Τα Πανιόνια Συνέδρια είναι ακριβώς αυτό που είπες, συναντήσεις και συζητήσεις ουσιαστικές, επιστημονικές των Επτανησίων λογίων και όσων αγαπούν και μελετούν τα Επτάνησα. Είναι ανάγκη να κρατάμε ανοιχτή την «συνομιλία» μεταξύ μας οι Επτανήσιοι, έχουμε τόσα πολλά που μας ενώνουν κι αυτό το νιώθουμε όταν βρισκόμαστε σε κάποιο άλλο από τα νησιά: παρά τις ιδιαιτερότητές μας συνειδητοποιούμε πόσο έκδηλη είναι και η «συγγένειά» μας. Η ευθύνη για το Πανιόνιο Συνέδριο είναι μεγάλη, όμως η Εταιρεία έχει την εμπειρία και πιστεύουμε ότι θα υπερνικήσουμε τις δυσκολίες που φέρνει η παρούσα οικονομική συγκυρία, αλλά και οι «τραυματισμένες»  ακόμη υποδομές του νησιού από τους δίδυμους σεισμούς του 2014, και θα οργανώσουμε ένα συνέδριο αντάξιο της ιστορίας του και των νησιών μας.


  1. Ηλία, ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σου σχέδια;  
Στους επόμενους μήνες θα κυκλοφορήσει ένας ακόμη τόμος με μικρές ιστορίες, και πάλι από τις εκδόσεις «Αιγιαλός», με τίτλο «Η ψυχή μιας καληνύχτας». Η μικρή φόρμα του διηγήματος ή του δοκιμίου που μοιάζει με παραμύθι μ’ έχει κερδίσει, αλλά δεν σου κρύβω ότι θα ‘θελα να πειραματιστώ και με άλλα πράγματα. Στα απώτερα σχέδια είναι και η έκδοση της διδακτορικής διατριβής μου για τον Μπάμπη Άννινο. Από κει και πέρα, όταν εμείς κάνουμε σχέδια, ο θεός γελάει… Για μας τους dilettanti επτανήσιους, το γράψιμο είναι χαρά, όχι επάγγελμα, οπότε η έμπνευση έρχεται αβίαστα, όποτε θέλει εκείνη…

Ηλία, σ΄ευχαριστώ!!!!
Κι εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ Κατερίνα!

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τέχνης Λόγια", Νο 11 / 5111 / 16.12.2015, που διανέμεται 
με την εφημερίδα "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ"

 




Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Μια συνέντευξη με την Ελισάβετ.

Σε μια εποχή που κατακλυζόμαστε όλοι από μεγάλη ανασφάλεια για το μέλλον του τόπου μας και των παιδιών μας, η προσπάθεια να βιώσουμε τον πολιτισμό μας ως δυναμικό παρελθόν, που ασφυκτιά στο παρόν και επιθυμεί να εκτιναχθεί στο μέλλον, μέσα από τη διοργάνωση εκπαιδευτικών δράσεων στα Μουσεία μας, μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο για να ξαναδούμε τις αλήθειες μας και να ανακαλύψουμε ξανά τον τόπο μας και τη δύναμη του Πολιτισμού μας.
Η εμπειρία μας δε από το μουσειοπαιδαγωγικό πρόγραμμα «Ανακαλύπτοντας το Μουσείο Σολωμού συντροφιά με την Ελισάβετ», το οποίο ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2015, σαν μια προσπάθεια για ενίσχυση της επισκεψιμότητας του Μουσείου Σολωμού, που το σχεδίασαν, το υλοποίησαν και το εμψυχώνουν, η κ. Πηνελόπη Αβούρη, θεατρολόγος (ΜΑ)- εκπαιδευτικός, υπεύθυνη του Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Λιθακιάς μαζί με την υπογράφουσα, και συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία καθ’ όλη τη διάρκεια της φετινής σχολικής χρονιάς, μας κάνει ξεκάθαρο ότι, τα Μουσεία μπορούν να παίξουν ενεργό ρόλο μέσα σε μια τοπική κοινωνία.
Γιατί καθώς δεν ανήκουν ούτε στο χώρο του θεάματος, που τόσο έχει διαστρεβλώσει την πραγματικότητα μέσα από την κακή χρήση της εικόνας,  ούτε στο χώρο της εκπαίδευσης, που νοσεί αθεράπευτα από ένα εξεταστικό σύστημα που οδηγεί τα παιδιά μακριά από την αγάπη για το βιβλίο και τη χαρά της γνώσης, μπορούν μέσα από την αλήθεια της εμπειρίας, καλώντας τις Τέχνες (Θέατρο, Μουσική, Τραγούδι, Χορό, Κίνηση, Εικαστική Έκφραση), να συμβάλλουν και να αναδείξουν την πολιτισμική διάσταση της εκπαίδευσης.
Σήμερα, που συμπληρώνονται τέσσερις μήνες που το πρόγραμμα με την Ελισάβετ υλοποιείται στο Μουσείο Σολωμού, μια συνέντευξη μαζί της, φωτίζει μια ακόμα παραμελημένη «τέχνη», την οποία η δημιουργός της γνωρίζει καλά: την τέχνη του να διδάσκεις και να γοητεύεις.
Ας αφεθούμε λοιπόν στη γοητεία της και ας της θέσουμε τις ερωτήσεις μας.


Ερωτήσεις:
 1η ερώτηση: Δεσποσύνη Ελισάβετ Μουτσά- Μαρτινέγκου, το Σάββατο 22 Αυγούστου, στις 11.00΄το πρωί, επισκέφτηκες το πορτραίτο σου στο Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων κι αποφάσισες να αναζητήσεις οικόσημα, πρόσωπα, αντικείμενα, μουσικά όργανα της εποχής σου, και να ξεναγήσεις τους μικρούς φίλους του Μουσείου, που θέλησαν να σε ακολουθήσουν σε αυτή την «διαφορετική» επίσκεψη. Ποιες ήταν οι αντιδράσεις των μικρών επισκεπτών στη θέαση ενός πορτραίτου που ζωντάνεψε ξαφνικά μπροστά στα μάτια τους και πόσο «ανοιχτά» ήταν τα παιδιά στην εμπειρία αυτής της πρωτότυπης ξενάγησης;

Απάντηση: Αγαπητή μου, καταρχήν οφείλω να ευχαριστήσω τον πρόεδρο και το διοικητικό συμβούλιο του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων για την ευκαιρία που μου έδωσαν να γνωρίσω από κοντά το τελευταίο ζωντανό κομμάτι της Ζακύνθου της εποχής μου, την διευθύντρια για την συνεργασία, τις καίριες παρατηρήσεις της, τις γόνιμες ιδέες και τις γνώσεις της για τα εκθέματα που μοιράστηκε απλόχερα μαζί μου, τέλος, το προσωπικό του Μουσείου για την διάθεση συνεργασίας και την φιλικότητα του.
Η περιδιάβαση στις αίθουσες του Μουσείου μου προσέφερε μεγάλη παρηγορία και την ευκαιρία να αναπολήσω προσφιλή πρόσωπα και να θυμηθώ γεγονότα του παρελθόντος.
Τα κορίτσια και τα αγόρια,  με τα οποία μοιράστηκα την πρώτη μου επίσκεψη, στην αρχή ξαφνιάστηκαν. Δεν υπήρξα ωραία, δεν γίνομαι εύκολα συμπαθής … Οι «γαμήλιες» περιπέτειές μου, το απέδειξαν περίτρανα!
Ωστόσο, τα παιδιά βλέπουν με τα μάτια της καθάριας και ευγενικής ψυχής τους και τους ήταν εύκολο να με γνωρίσουν, να με αποδεχτούν (κι ας μην μοιάζω με την Μπάρμπι) και να διασκεδάσουν γνωρίζοντας το Μουσείο μέσα από την δική μου οπτική.
Μοιραστήκαμε ιστορίες και γνώσεις, παίξαμε με τα φύλλα εργασίας, διερευνήσαμε πτυχές των εκθεμάτων που δεν είναι εμφανείς στην πρώτη, επιπόλαιη ματιά του επισκέπτη.
Τέλος, τα παιδιά ενδιαφέρθηκαν για την κατασκευή και την λειτουργία της μαρότας, ενός τύπου κούκλας που κινείται με ένα ξύλινο ραβδί, που διαπερνάει το σώμα και καταλήγει στο κεφάλι της που είναι στερεωμένο πάνω στο ξύλο. Ο χειριστής κρατάει τη μαρότα από το ξύλο ενώ το ένα του χέρι μπαίνει στο μανίκι του ριχτού φορέματος για να δίνει με την κίνησή του έμφαση στα λεγόμενα της κούκλας. Θέλησαν να επεξεργαστούν την κούκλα Ελισάβετ και να δοκιμάσουν με πολλή προσοχή και σεβασμό τον χειρισμό της.

 2η ερώτηση: Ελισάβετ, πόσο εύκολο είναι να γίνει κατανοητή στα παιδιά η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη θέση της γυναίκας στην εποχή σου, στη θέση της γυναίκας σήμερα στις δυτικές κοινωνίες;

Απάντηση: Οι γυναίκες σήμερα, απελευθερωμένες από τα δεσμά της «τζελουτζίας»! Τις βλέπω να περπατούν ευθυτενείς και χαρούμενες κάτω από το παράθυρο μου, να γελούν και να συνομιλούν με τις φίλες και τους φίλους τους. Τις παρακολουθώ να συμμετέχουν ισότιμα στην κοινωνική ζωή, να πηγαίνουν στο σχολείο το πρωί, να πίνουν καφέ στα ζαχαροπλαστεία και τα καφέ σαντάν το απόγευμα, να αρθρώνουν πολιτικό λόγο, να ψηφίζουν στις εκλογές και συγκινούμαι.
Άλλαξαν τόσα πολλά από την εποχή που παρατηρούσα τον κόσμο πίσω από την τζελουτζία, άλλαξαν τόσα, ακόμη και από την εποχή που οι σουφραζέτες έκαιγαν τους στηθόδεσμους.
Ωστόσο δεν άλλαξαν όλα. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν τεθεί μια σειρά από ζητήματα σε σχέση με την άνιση γλωσσική αναπαράσταση των φύλλων και έχουν πολλάκις επισημανθεί οι διακρίσεις εις βάρος των γυναικών, οι οποίες προορίζονται για συγκεκριμένες θέσεις υποταγής: αντικείμενα ηδονής και υπηρέτριες, με εξ αντικειμένου αποτέλεσμα τον αποκλεισμό τους από θέσεις ισχύος – τον οποίο οι ίδιες καταλήγουν να θεωρούν ως απόρροια της προσωπικής τους γνωστικής και μορφωτικής ανεπάρκειας.
Τα συμβολικά ή θεωρητικά σχήματα που κατασκεύασαν κοινωνικοί επιστήμονες, όπως ο Rousseau, τους προηγούμενους αιώνες για να νομιμοποιήσουν την γυναικεία κατωτερότητα εν πολλοίς ισχύουν και σήμερα στις δυτικές κοινωνίες. Πιστεύω ότι πλήθος παραδείγματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να κατανοήσουν τα παιδιά τις θετικές αλλαγές που έφεραν οι προσπάθειες των εμπνευσμένων γυναικών, αλλά και τις αλλαγές που χρειάζεται να γίνουν για να επιτευχθεί η πλήρης ισότητα των φύλων.

 3η ερώτηση: Εσύ, σαν άνθρωπος του πνεύματος, που συνέγραψες στα ελληνικά και ιταλικά διάφορα δράματα, τραγωδίες και κωμωδίες και στην «Αυτοβιογραφία» σου, αποκρυστάλλωσες την καταπιεσμένη ζωή σου, τι λες στα παιδιά για την αξία της γνώσης και της πνευματικής καλλιέργειας; Πόσο παρηγορητική μπορεί να είναι η παιδεία και πόσο αφυπνιστική για τις συνειδήσεις των καταπιεσμένων;
Απάντηση: Προσφιλεστάτη μου Κατερίνα, θα σου απαντήσω με ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Ερμάννου Λούντζη, την οποία μελέτησα προσφάτως: «η εκπαίδευσις προς μεν τας ευπορούσας τάξεις της κοινωνίας είναι η πρώτη διανοητική τροφή, προς δε τον λαόν η ακτίς του εξευγενισμού, ήτις εισδύει εις τα βάθη της κοινωνίας».

4η ερώτηση: Αντικρίζοντας την πλατεία του Αγίου Μάρκου από το παράθυρο του Μουσείου το καλοκαίρι, με τους τόσους Ζακυνθινούς και τους τουρίστες που έβλεπες να περνούν από κάτω, ποια θεωρείς τη σημαντικότερη διαφορά της Ζακύνθου του σήμερα από εκείνη της εποχής σου;
Απάντηση: Ο Thomas Gallant στο έργο του «Η εμπειρία της αποικιακής κυριαρχίας» (Αλεξάνδρεια, 2014) σχολιάζει τον γνωστό πίνακα του Edward Dodwell «Άποψη της πλατείας του Αγίου Μάρκου με τα παρακάτω λόγια: «[…] εκείνο που προκάλεσε φρίκη στους βρετανούς επισκέπτες του νησιού είναι η φαινομενική αταξία που κυριαρχούσε στην επτανησιακή κοινωνία. […] Δίπλα δίπλα βρίσκονταν χωρικοί και χωραΐτες, αριστοκράτες και γυρολόγοι. Λειτουργίες και δραστηριότητες έμοιαζαν να συμβαίνουν φύγδην μίγδην: αγορές και πωλήσεις, χαρτοπαιξία και κουτσομπολιό, εργασία και παιγνίδι, φαίνονταν να πραγματοποιούνται χωρίς κάποια, έστω επιφανειακή, ευταξία ή δομή. Είναι ολοφάνερη η ανάμειξη των τάξεων, καθώς εργάτες, πωλητές, στρατιώτες, έμποροι και αριστοκράτες διαγκωνίζονταν για λίγο χώρο στην πολυσύχναστη πλατεία. […] Πλούσιοι και φτωχοί, νέοι και γέροι, αποικιοκράτες και αποικιοκρατούμενοι, άνθρωποι και ζώα, όλοι συγχρωτίζονταν στο κέντρο της νησιωτικής πρωτεύουσας».
Παρατηρώντας το πλήθος να πηγαινοέρχεται στην πλατεία Αγίου Μάρκου από την προνομιακή μου θέση στο παράθυρο του πρώτου ορόφου του Μουσείου συνειδητοποίησα ότι από την εικόνα που ζωγράφισε ο  Dodwell λείπουν – ευτυχώς! -  σήμερα οι αποικιοκράτες και οι στρατιώτες τους, οι ζακυνθινοί μου παρέμειναν οι ίδιοι!

5η ερώτηση: Πώς είναι το να κατοικείς μέσα σ’ ένα μουσείο; 


Απάντηση: Ενδιαφέρον και … οικείο. Τα έπιπλα, τα πορτραίτα, τα βιβλία, τα μικροαντικείμενα ομοιάζουν με εκείνα του πατρικού μου σπιτιού και της οικίας του συζύγου μου. Στο σαλονάκι που φιλοξενεί το πορτραίτο μου διασκεδάζω παίζοντας στο πιάνο του Τσακασιάνου. Στην βιβλιοθήκη περνάω ευχάριστες ώρες ξεφυλλίζοντας τα βιβλία. Στην αίθουσα Ρώμα ανακάλυψα το θέατρο πρόζας. Στην αίθουσα Σολωμού μελετώ ποίηση. Κάθε μέρα ανακαλύπτω και κάτι καινούριο. Σε κάθε γωνιά με περιμένει μια έκπληξη.

 6η ερώτηση: Η κ. Αννίτα Παναρέτου, διδάκτορας του Παν/μίου της Κρήτης, με σπουδές στην Αγγλική και Ελληνική Φιλολογία,  συνέγραψε το βιβλίο: « Η παρηγορία των επιστολών σου..: Ευανθία Καΐρη – Ελισάβετ Μουτζάν- Μαρτινέγκου: Αλληλογραφώντας, όπως θα      ήθελαν» (εκδ. Ωκεανίδα, 2007)». Μέσα από τις φανταστικές σελίδες του περνά η μικροϊστορία Άνδρου, Ζακύνθου και Σύρου, αλλά και η φανταστική σχέση δύο σπουδαίων γυναικών, που έζησαν την ίδια εποχή, αλλά δεν συναντήθηκαν ποτέ. Ελισάβετ, πόσο σου λείπει μία φίλη από την εποχή σου και πώς βλέπεις τις φιλίες, που χτίζονται άμα τη εμφανίσει σου στο Μουσείο;
Απάντηση: Απέκτησα, αγαπητή μου, περιδιαβαίνοντας τους τελευταίους μήνες τις αίθουσες του Μουσείου τις ώρες της σχόλης δυο καινούριες φιλενάδες, την κυρία Έλενα Μιχαλίτση - Ρώμα και την κυρία Ισαβέλλα Ιατρά - Καρρέρ και ελπίζω ότι σύντομα θα εγκατασταθούν κι αυτές εδώ και θα κάνουμε καθημερινά συντροφιά.
Είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους και τόσο ενδιαφέρουσες που η συζήτηση μαζί τους ποτέ δεν με κουράζει.
Η αγαπητή Έλενα (- Χρυσούλα κόρη του Καντιάνου Ρώμα), υπήρξε η «δαχτυλοδεικτούμενη» ωραία της εποχή της, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Διονύσιος Ρώμας, και ιδανική ερωμένη του μεγάλου θείου του συζύγου μου, του Αντωνίου Μαρτινέγκου. Ελεύθερη – σε αντίθεση με μένα – πλούσια και εξυπνότατη, έκανε το κοσμικό της σαλόνι κέντρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής του νησιού μας. Οι ιστορίες που μου διηγείται, πικάντικες πολλές φορές, με διασκεδάζουν και φωτίζουν την τοπική μας ιστορία με έναν ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο.
Φεμινιστικό σύμβολο μιας εποχής που προηγείται της δικής μου, όπως η φιλτάτη Ισαβέλλα, η πριμαντόνα που σε πείσμα των συγχρόνων της, παντρεύτηκε από έρωτα τον μουσουργό Καρρέρ και παράλληλα έκανε καριέρα ως τραγουδίστρια της όπερας, και υπήρξε το σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης στα μέσα του 19ο αιώνα. Η ωραία Ισαβέλλα μιλά για τα παρασκήνια των θεάτρων και τις καλλιτεχνικές αγωνίες του συνθέτη συζύγου της με παραστατικότητα και πάθος αξιοζήλευτο.
Η φιλία τους με τιμά και με βελτιώνει ως άνθρωπο και ως διανοούμενη.

7η ερώτηση:Πιστεύεις ότι υπάρχουν όρια στην προσέγγιση της ιστοριογραφίας και ποιον θεωρείς εσύ ως το σημαντικότερο ιστορικό της Επτανήσου;
Απάντηση:Αγαπητή φίλη, αποτελεί κοινό τόπο, ότι στο ευρύτερο κοινωνικό – πολιτικό πλαίσιο κάθε ιστορικής προσέγγισης αναδύεται ένα σημαντικό πολιτικό διακύβευμα που αφορά στη συντηρητικότητα ή το μετασχηματισμό της εκάστοτε κοινωνίας.
 Επομένως, η «ιστορία» της ιστοριογραφίας διαμορφώνεται από γεγονότα και ιδέες που δεν έχουν να κάνουν μόνο με αυτά καθαυτά τα ιστορικά/κοινωνικά/πολιτικά γεγονότα μιας εποχής, αλλά και με τις πολιτικές ή/και κοινωνικές προεκτάσεις που έχει σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια η μία ή η άλλη ερμηνεία των γεγονότων αυτών από τον ιστορικό και η πρόσληψη του έργου του ιστορικού από τους αναγνώστες του ειδικούς και μη ειδικούς.
Στις ώρες της μοναξιάς μου στο Μουσείο, διαβάζω πολύ στην βιβλιοθήκη. Από τους ιστορικούς που μελέτησα ξεχώρισα δυο.

Τον κατά πέντε χρόνια νεότερο μου ιστορικό της εποχής του διαφωτισμού Ερμάννο Λούντζη, ο οποίος, πρωτοπόρος για την εποχή του, ασχολήθηκε με την εις βάθος μελέτη και την ερμηνεία των πηγών, με αποτέλεσμα στο έργο του να  κυριαρχούν τα αγωνιώδη ερωτήματα για την αξία της ανθρώπινης ζωής, την ολοκλήρωση του ατόμου και του πολίτη, το μέγεθος και το νόημα της πνευματικής εργασίας, την σύμπλευση και την απόκλιση από τις κοινωνικές επιταγές της εποχής του.

Και τον σύγχρονό σας ιστορικό, Δημήτρη Αρβανιτάκη, η επί διδακτορία διατριβή του οποίου με θέμα το «Ρεμπελιό των ποπολάρων», απομυθοποιεί την «επανάσταση»  του 1628  και αναδεικνύει ότι ο χαρακτήρας της  δεν ήταν κοινωνικός, αλλά οικονομικός και κυρίως πολιτικός.
Ο Αρβανιτάκης, ενδιαφέρεται για την κοινωνική και πολιτική κατάσταση στη Ζάκυνθο του 17ου αιώνα, μελετά τις προγενέστερες ερμηνείες του «ρεμπελιού» από συγγραφείς, ιστοριοδίφες και λογοτέχνες και εξετάζει τις καταβολές του βασικού κειμένου για τα γεγονότα, της «Διήγησης» του σιορ Άντζολου Σουμάκη. Καταδεικνύει τη λειτουργία των κοινωνικών στρωμάτων του νησιού που ήρθαν σε σύγκρουση και αναδεικνύει τις προσωπικές στρατηγικές και την πολυδιάσπαση της κοινωνίας, η οποία τον 17ο αιώνα διερχόταν μια περίοδο ανασυγκρότησης εξαιτίας της σύγκρουσης των οικονομικών δυνάμεων και της αναμέτρησης των πολιτικών ανδρών για τον έλεγχο του νησιού κάτω από τη βενετική διοίκηση. Αποδεικνύοντας έτσι ότι τα γεγονότα του «ρεμπελιού» ήταν απόρροια αυτής ακριβώς της μεταβατικής περιόδου και της οικονομικής ανόδου των πλούσιων ποπολάρων που διεκδικούσαν την πολιτική τους αυτονόμηση και ενδυνάμωση.

8η ερώτηση: Όταν τα παιδιά φεύγουν και τα φώτα στο μουσείο σβήνουν, με ποιο πορτραίτο σου αρέσει να συνομιλείς; 

Απάντηση: Με τον Διονύσιο Ταβουλάρη και τον Ιωάννη Τσακασιάνο. Πάντα με συγκινούσαν οι ποπολάροι – κι ας προσπάθησε να εξαλείψει ο ακριβός μου Ελισαβέτιος στην έκδοση της αυτοβιογραφίας την αδυναμία μου αυτή.
Ωστόσο υπάρχουν και άλλοι λόγοι που με συγκινούν οι νεαροί συνομιλητές μου. Έζησαν, όσα λαχταρούσα και δεν απήλαυσα!
Ο «Σπουργίτης» Τσακασιάνος, καυστικός στο χιούμορ του … ένας νεαρός «κουρεύς» με ανήσυχο πνεύμα! Και με τι δεν καταπιάστηκε! Ποιητής, ερασιτέχνης ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας – από τους πρώτους που συνέγραψαν κωμειδύλλια, εκδότης φιλολογικού περιοδικού με αναγνώστες σε όλες τις ελληνόφωνες περιοχές της μεσογείου, συνθέτης – η μελοποίησή του για την «Καταστροφή των Ψαρών» του Σολωμού εκτίθεται στο Μουσείο, ιμπρεσάριος της όπερας που ήταν το προσφιλές θέαμα των κατοίκων του νησιού μας, και φυσικά ιδιοκτήτης καταστήματος Νεωτερισμών και όταν δυστυχώς εφαλίρισε  τελώνης στο Ναύπλιο για να ζήσει την οικογένεια του. Οι ιστορίες του δεν τελειώνουν … και ο τρόπος που τις διηγείται απαράμιλλος.
Μαθαίνω ότι σύντομα θα υλοποιήσετε στο Μουσείο πρόγραμμα δημιουργικής γραφής με θέμα την πορεία του στα γράμματα και τις τέχνες. Μια προοπτική που τον έχει ενθουσιάσει. Όλο γι’ αυτό μου μιλάει τελευταία.



Και ο Ταβουλάρης, ο διάσημος στην εποχή του ηθοποιός, ταξίδεψε στα μέρη που ονειρεύτηκα να ταξιδέψω – Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ρουμανία και σε ολόκληρη την Ελλάδα που εγώ την γνώρισα μόνο μέσα από τα βιβλία της βιβλιοθήκης του πατρός μου.
Ντυμένος με το κοστούμι του Άμλετ, περιφέρεται τις νύχτες στο Μουσείο ωραίος και μελαγχολικός. Ω! πόσο τον θαυμάζω ... Αυτοδίδακτος όπως κι εγώ, υπήρξε μεταφραστής έργων του Σαίξπηρ, αλλά και γαλλικών και ιταλικών κωμωδιών.
Πιστεύω ότι το επόμενο μουσειοπαιδαγωγικό πρόγραμμα που θα επιμεληθείτε στο πλαίσιο του Μουσείου θα πρέπει να έχει την ζωή και το έργο του ως θέμα.


Πηνελόπη (Ελισάβετ), σε ευχαριστώ θερμά για τη συνέντευξη και τη γενικότερη συνεργασία.
  


Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τέχνης Λόγια", Νο 10 / 5102 / 2.12.2015, που διανέμεται 
με την εφημερίδα "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ"

 


Ευχαριστώ τον κ. Γιάννη Παντάκη για τις ατμοσφαιρικές φωτογραφίες της Ελισάβετ.