Τρίτη 6 Αυγούστου 2024

Βιβλιοπαρουσίαση για βιβλίο Μηνά Στραβοπόδη: «Συμπληγάδες αξιών», Λόφος Στράνη, 5 Αυγούστου 2024

 


Φίλες & Φίλοι,

Δεν υπάρχει καλύτερη επιλογή κατά τη γνώμη μου για την παρουσίαση του αποψινού βιβλίου από το συγκεκριμένο χώρο, στο Λόφο του Στράνη, τόπο συναισθηματικά φορτισμένο και ποιητικά καθαγιασμένο από την σκιά του μεγάλου Ποιητή, καθώς είμαι σίγουρη πως η ρομαντική κι ευαίσθητη ψυχή Του, θα χαίρεται, που απόψε θα ξεφυλλίσουμε το βιβλίο ενός άλλου ευαίσθητου κι προβληματισμένου, όπως υπήρξε κι εκείνος, νέου, του Μηνά Στραβοπόδη, που μέσα από τη δική του πνευματική βάσανο, μας προσφέρει ένα νέο μυθιστόρημα και μάλιστα, με πρωτότυπο όσο και μυστηριώδη τίτλο.

Δεν υπάρχει καλύτερη επιλογή και από το χρόνο που επιλέχθηκε η παρουσίαση, ως αφορμή για προβληματισμό, καθώς σήμερα είναι η παραμονή μίας ημερομηνίας που άλλαξε τον ρου της παγκόσμιας ιστορίας, σκορπώντας τον απόλυτο τρόμο σε ολόκληρο των πλανήτη. Αναφέρομαι στην θλιβερή επέτειο της ρίψης της ατομικής βόμβας από την Αμερική, στις 6 και 9 Αυγούστου του 1945, μία χρονιά που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στην συλλογική μνήμη, ως η χρονιά εκείνη που με τη ρίψη της πυρηνικής βόμβας ουρανίου σκοτώθηκαν ακαριαία 110.000 άμαχοι άνθρωποι στη Χιροσίμα, το πρωινό της 6ης Αυγούστου 1945, ενώ με τη ρίψη της ατομικής βόμβας πλουτωνίου, στις 9 Αυγούστου, στο νησί Ναγκασάκι, εξαφανίστηκαν 70.000 άνθρωποι, ενώ, ο αριθμός απωλειών αυξήθηκε δραματικά το επόμενο διάστημα και τον οποίο οι Ιάπωνες, μόνο για τη Χιροσίμα υπολογίζουν σε 247.000 ψυχές.

Σήμερα, 79 χρόνια μετά, όλος ο πλανήτης κρατάει την ανάσα του, περιμένοντας και πάλι τα τύμπανα του πολέμου να ηχήσουν στη Μέση Ανατολή, μετά τα τελευταία γεγονότα της Ισραηλοϊρανικής σύγκρουσης, στα οποία δυστυχώς εμπλέκεται άμεσα και η χώρα μας, με τη συμμετοχή της φρεγάτας μας ΨΑΡΑ στα ύδατα της Ερυθράς Θάλασσας.

Και είναι πραγματικά ευφυές που σε ένα κομβικό σημείο της αφηγηματικής επεξεργασίας του, ο Μηνάς αναφέρεται στο τραγικό αυτό γεγονός, του Αυγούστου του 1945. Προφητικό για τα γεγονότα του σήμερα; Αφυπνιστικό για τα γεγονότα του χθες; Σε κάθε περίπτωση, βοηθητικό για τον ένα από τους δύο άξονες που χτίζεται η αποψινή παρουσίαση.

Πρόκειται για τον άξονα που αναφέρεται στην έντονη εσωτερική δράση, η οποία προκαλείται από την ανάγνωση και δημιουργείται από συγκεκριμένα ρεαλιστικά - πραγματικά στοιχεία. Σαν τέτοιο λοιπόν είναι η αναφορά, για παράδειγμα, στη ρίψη των βομβών.

Με άλλα λόγια ο συγγραφέας επιλέγει κομβικά γεγονότα της νεότερης ιστορίας  για να αφυπνίσει, να προβληματίσει, να "διορθώσει", επιτρέψτε τη λέξη, λάθη, όπως για παράδειγμα με την αναφορά του στον εορτασμό από τη χώρα μας, της έναρξης του Β' Παγκοσμίου πολέμου και όχι της λήξης του (12-10-1944), όπως εορτάζεται σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο.

Αλλά η εσωτερική δράση δεν κερδίζεται μόνο από την αναφορά των ιστορικών γεγονότων. Το βιβλίο κερδίζει σε συγκινησιακό φτερούγισμα, από την αφιέρωση κιόλας, σε δύο αγαπημένα του πρόσωπα: το ένα στην μνήμη του θείου Κίμωνα  και το άλλο στη μητέρα του. Για το δεύτερο, που γνωρίζω, είναι η οφειλόμενη τιμή, η βαθιά αναγνώριση στο πρόσωπο που  γαλούχησε,  έχτισε, δίδαξε το συγγραφέα, δείγμα της δικής του ποιότητας χαρακτήρα, ο οποίος βαδίζει μπροστά, αναγνωρίζοντας τα σταθερά του έρμα.

Εσωτερική δράση ενεργοποιείται με το αρχαιοελληνικό όνομα του βασικού ήρωα (Κίμωνας), που με το επίθετό του (Ζερβός), τοποθετείται ήδη στην αριστερή πλευρά των εδράνων της Βουλής, σαν να είναι προδιαγεγραμμένη η πορεία που θα ακολουθήσει. Είναι ο ίδιος ήρωας που στο τέλος του βιβλίου και με αφορμή το λουλούδι, που του προσφέρει η Βεατρίκη (ονοματολογική υπόμνηση στην αγαπημένη και μούσα του Δάντη), μετατρέπεται στον «άνθρωπο με το γαρύφαλλο», τον ήρωα της ομώνυμης ελληνικής, δραματικής, κινηματογραφικής ταινίας του 1980, που το σενάριό της είναι βασισμένο στις τελευταίες μέρες του Νίκου Μπελογιάννη.

Όλα τα φανταστικά πρόσωπα του βιβλίου, από τον καθηγητή που ήδη αναφέραμε, μέχρι τον μαθητή, Βίκτωρα Φωτεινό, ο οποίος με την αυτοχειρία του έχει ήδη κερδίσει μία φωτεινή θέση, στον πνευματικό γαλαξία, δεν παρουσιάζονται λεπτομερειακά, με τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά. Είναι οι ιδέες και οι πράξεις τους εκείνες, που συνθέτουν το προφίλ τους. Μια ελαφριά ειρωνική τοποθέτηση για την ανάγκη της εποχής μας να επιβαλλόμαστε με την εξωτερική εμφάνιση, μέσα από τις κάθε είδους προσπάθειες για να σταματήσουμε (γυναίκες και άντρες) το χρόνο και όχι για τις ιδέες και τις πράξεις μας.

Γι’ αυτό εύκολα ο συγγραφέας μπορεί να περάσει στην αφηγηματική ένταξη και άλλων προσώπων – συμβόλων της νεότερης ιστορίας και λογοτεχνίας. Έτσι ζωντανεύουν -ενδεικτικά αναφέρω - με τις ιδέες τους ο Ρουσώ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Λουντέμης και ο Γκάντι, αλλά και Αϊζενχάουερ, ο Χάρυ Τρούμαν, ο Τσώρτσιλ, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, παίζοντας ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης, ενώ το έργο του Ουμπέρτο Έκο «Φύλλο μηδέν», εμβολίζει το δικό του μυθιστόρημα.

Δεν είναι ο ρόλος μου απόψε να σας αποκαλύψω πώς όλα αυτά τα σπουδαία πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους και γνέθουν την πλοκή του βιβλίου του Μηνά. Αυτό που θέλω είναι να σας ελκύσω να το προμηθευτείτε και να χαρείτε την ανάγνωσή του, όπως έκανα εγώ.

Και δεν μόνο τα πρόσωπα, είναι και τα ηχηρά τοπόσημα που δίνουν τις συντεταγμένες της δράσης (Λονδίνο, Μαρσασλόκκ, Café Centrale, Παρθενώνας, Κάστρο Σερίφου), ενώ ένας άλλος ΟΥ-ΤΟΠΟΣ, στα σύννεφα, υπερίπταται, παρακολουθεί κι ανακουφίζει ψυχικά, όταν όλα, εδώ κάτω στη γη, τα ανόητα, τελειώνουν.

Σκηνές που φέρνουν γροθιά στο στομάχι, όπως εκείνη με τον άστεγο clochard και τους δύο βουλευτές, ή τη δολοφονία του μοναχού, συνθέτουν την έντονη εσωτερική δράση, που αναπτύσσεται σε πολλαπλά χρονικά επίπεδα.

Ακόμη ευρήματα, όπως η συγγραφή και η τύχη της επιστολής, η αναζήτηση για την επίλυση του γρίφου και η λήψη του πρώτου Νόμπελ Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, μας κρατούν σε αγωνία, δίνοντας την ευκαιρία στο συγγραφέα να ξεδιπλώσει όλο το αφηγηματικό του ταλέντο.

Ο άλλος άξονας της αποψινής παρουσίασης είναι η εξωτερική δράση, η οποία αναπτύσσεται μέσα από τη γλώσσα και το ύφος του συγγραφέα, που φλερτάρει ανάμεσα σε ακαδημαϊκές εκφράσεις και τη σύγχρονη αργκώ (argot), με τέτοια άνεση και αυτοπεποίθηση, που πραγματικά σε κάνει να χαίρεσαι για τη δύναμή της να σε ταξιδέψει στο λογοτεχνικό του σύμπαν.

Γιατί η γλώσσα του είναι απλή χωρίς να είναι απλοϊκή, είναι μεστή χωρίς να βερμπαλίζει, ο ρυθμός της εναλλαγής των κεφαλαίων, παρ’ όλο  που η πλοκή ταξιδεύει μπρος-πίσω συνέχεια στο χρόνο, δεν μπερδεύει, αντίθετα, κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο, χτίζοντας την ιστορία, ακόμα και μέσα από την επιλεκτική χρήση της μουσικής-ποίησης (Bella Ciao).

Τελικά, ο προβληματισμός «για το βιβλίο που έγραψε ο Μηνάς» ή «το βιβλίο που διάβασα εγώ», όπως τον θέτει ο ίδιος στη σελίδα 200, είναι πολύ χαρακτηριστικός για τις πολλαπλές αναγνώσεις του. Γι’ αυτό είμαι σίγουρη πως όσα άτομα είμαστε στην αποψινή παρουσίαση τόσες αναγνώσεις θα γίνουν. Το σημαντικό όμως είναι να γίνουν.

Και ο πιο σημαντικός για μένα λόγος δεν είναι η πλούσια κι αδιαπραγμάτευτη εσωτερική και εξωτερική δράση του, ένα χαρακτηριστικό, το οποίο με ενθουσίασε και στην ανάγνωση του πρώτου του βιβλίου.

Τότε, στον «Επαναστάτη της Αβύσσου», διέκρινα κι αθώωσα τα χαρακτηριστικά μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς του Μηνά, την οποία από συνήθεια έχουμε μάθει να απαξιώνουμε για τις επιλογές και τα λάθη της, φορτώνοντας πάνω της τα δικά μας λάθη.

Ήταν η γενιά της ανόδου του νεοναζισμού στην Ευρώπη, η γενιά της καραντίνας, η γενιά που έβλεπε μπροστά της την άβυσσο, που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στις συμπληγάδες της Ιστορίας και τον ενθουσιασμό της Νιότης. 

 Σήμερα, τρία χρόνια μετά, με τα τύμπανα του πολέμου να χτυπάνε στη γειτονιά μας,  δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω πως αυτή η γενιά, του Μπαζ Λαϊτγίαρ, της Μπάρμπι και του Σπάιντερμαν, ωρίμασε και δεν περιμένει από εμάς να της φωτίσουμε το δρόμο.

Βασανιζόμενη μέσα σε «Συμπληγάδες Αξιών», τολμά να βάζει στο στόμα του βραβευμένου με Νόμπελ Καθηγητή Κίμωνα Ζερβού, μπροστά στη Σουηδική Ακαδημία,  την καταγγελία για το έγκλημα που επιτελείται στη Γάζα.

Αυτή η ηθική, που εκπηγάζει από το βιβλίο, μέσα από τεράστιες θυσίες και αυτοθυσίες πραγματικών και φανταστικών ηρώων, είναι  εκείνη που στα δικά μου μάτια δίνει ελπίδα για το αύριο.

Είναι η ίδια ελπίδα που οφείλει να μας ενεργοποιήσει όλους αν θέλουμε αυτός ο πλανήτης να έχει συνέχεια.

Γι’ αυτό συγχαίρω το Μηνά για το νέο συγγραφικό του πόνημα και περιμένω με ανυπομονησία το επόμενο, με την ελπίδα και τα νέα για τον πλανήτη μας να είναι ευνοϊκότερα.

Σας ευχαριστώ!



Κυριακή 4 Αυγούστου 2024

Προλόγισμα Έκθεσης Γιάννη Τσολάκου Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, 3 Αυγούστου 2024

     

Φίλες  & Φίλοι,

Είμαι πραγματικά ευγνώμων για την πρόσκληση του εξ Ηλείας ορμώμενου, αλλά πολιτογραφημένου Ζακυνθινού πλέον Γιάννη Τσολάκου, να προλογίσω την έκθεση σχεδίων και προσχεδίων του ξυλόγλυπτου διακόσμου του Ιερού Ναού των Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας Μαχαιράδου.

Και ο λόγος έγκειται στο ότι απόψε, στο αδικημένο, λόγω χρήσης του, Πνευματικό Κέντρο της πόλης μας, μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια και να κάνουμε ένα ταξίδι προκειμένου να γνωρίσουμε τον (ξυλόγλυπτο) διάκοσμο ενός από τους ωραιότερους και αρχαιότερους ναούς του νησιού μας.

Και η ευγνωμοσύνη πηγάζει από την παραδοχή ότι, η λατρευτική χρήση όλων των εικαστικών και όχι μόνο μερών, που απαρτίζουν τον εικονογραφικό και γλυπτικό διάκοσμο ενός ναού, διαφέρει από την μουσειακή έκθεσή τους.

Απόψε λοιπόν έχουμε την τύχη να δούμε από κοντά όσα η διασωστική, αναστατική και φιλοκαλής ανασύνθεση του δημιουργού μάς προσφέρει, πριν τοποθετηθούν τα μέρη αυτά και αφού ολοκληρωθεί η ξυλόγλυπτη αποτύπωσή τους, εντός του ναού.

Έτσι μπορούμε να θυμηθούμε ότι, η Ζακυνθινή, ανήκοντας σε μια τέχνη που αναπτύχθηκε ανάμεσα  σ’ Ανατολή και Δύση, αποτελεί προπύργιο του δυτικού κόσμου κατά της επεκτατικής ροπής της Ανατολής, αλλά και σημείο συναλλαγής της με τη Δύση, διευκολύνοντας τη διαμόρφωση επαφών και επιτρέποντας να διαπλαστεί ο δικός της, χαρακτηριστικά ιδιότυπος αισθητικός κόσμος.


Μπορούμε έτσι, ορμώμενοι από το μπαρόκ τέμπλο του ναού της Αγίας, όπως ζωντανεύει μέσα από το σχεδιαστικό σύμπαν του δημιουργού του, να προβληματιστούμε για τη σημερινή κατάσταση, την οποία έχουμε επιτρέψει να κυριέψει το νησί μας.

Να προβληματιστούμε για το σήμερα, αλλά και να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα στοιχεία εκείνα, τα οποία αιματοδοτούσαν τους καλλιτέχνες της εποχής, τις αξίες που τους ενδυνάμωναν, με τα λίγα μέσα που διέθεταν και να συλλογιστούμε γιατί σήμερα έχουμε παραδοθεί στο «ετοιματζίδικο», το σουηδικό, το φασόν.

Να ξανασκύψουμε πάνω στο θρύλο και να θυμηθούμε πως η  εικόνα βρέθηκε από βοσκό του χωριού Λαγοπόδο, ο οποίος είδε φως πάνω σ’ ένα φράχτη, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα ο ναός των Μαρτύρων, και όπου κατά την παλαιοχριστιανική εποχή υπήρχε δυσπρόσιτο λαγκάδι, και πως οι συγχωριανοί του θέλησαν να χτίσουν ναό προς τιμήν της Μάρτυρος, αλλά η εικόνα εξαφανιζόταν κατά τρόπο ανεξήγητο, για να ξαναβρεθεί ύστερα από λίγο στον τόπο της πρώτης ευρέσεώς της.

Να  ξαναθυμηθούμε πως έτσι προσφέρθηκαν οι κάτοικοι του Μαχαιράδου κι έχτισαν ένα ξωκλήσι στο σημείο που βρέθηκε η ιερή εικόνα και αργότερα στον ίδιο τόπο, ναό μεγαλύτερο, και μοναστήρι, από την οικογένεια Νταβαρία ή Ταβαρία.


Να ξεφυλλίσουμε τα βιβλία και να διαβάσουμε πως ο ναός αυτός καταστράφηκε από σεισμό και δωρίθηκε από τον Ανδρέα Νταβαρία σε Αδελφάτο, στις 16 Ιουλίου του 1632, που τον ξανάχτισε. Όμως και αυτός ο Ναός που έχτισε το Αδελφάτο έπαθε μεγάλες φθορές από σεισμούς και άλλες θεομηνίες και επισκευάστηκε ριζικά το 1873.

Να γνωρίσουμε πως επί Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου Δημητρίου, γύρω στο 1938, πως μετατράπηκε από Συναδελφικός Ναός σε Ενοριακό και με τους σεισμούς του 1953, έπαθε πάλι ζημιές, αλλά αναστηλώθηκε λίγο αργότερα με τη συνδρομή των χριστιανών και την αρωγή της πολιτείας.

Να πληροφορηθούμε πως το περίφημο πυργοειδές κωδωνοστάσιο  του ναού, που έχει ύψος 37 μέτρα, ότι χτίστηκε το 1802, ενώ οι καμπάνες του, που φημίζονται για τη γλυκύτητα και την αρμονία του ήχου τους, κατασκευάστηκαν στη Βενετία.

Και να φτάσουμε και στο διαδίκτυο, γκουγκλάροντας την αποφράδα ημερομηνία 10-12-2005, όταν η πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς το εσωτερικό του και χάθηκε μέσα σε λίγες ώρες θησαυρός ασύλληπτης θρησκευτικής και καλλιτεχνικής αξίας.

Χάθηκε πρώτα η θαυματουργή εικόνα της Αγίας, που χρυσώθηκε το 1896 με δαπάνη της βασίλισσας Όλγας, ενώ προηγουμένως, το 1849, ο Καλαρίτης χρυσωτής Γεώργιος Παπαστεφάνου, κατασκεύασε το ασημένιο της πουκάμισο.

Χάθηκε η ωραία  ξυλόγλυπτη επιχρυσωμένη καθέδρα, έργο του ξυλογλύπτη Αντωνίου Κουρελή (1876-1957), με τις  αργυρόγλυπτες παραστάσεις, αγνώστου, με το μαρτύριο και τα θαύματα της αγίας.

Χάθηκε η εικόνα της Κυρίας των Αγγέλων, βυζαντινής τέχνης, που επαργυρώθηκε το 1815.

Χάθηκε η υπέροχη ουρανία.

Χάθηκαν οι εικόνες που στόλιζαν τους τοίχους του ναού, με θέματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, άλλες  του Αποστόλου Νικ. Λάτση (1840-1909) και άλλες του Σπυρίδωνα Πελεκάση (1842-1916), δυτικής τεχνοτροπίας.

Χάθηκε η εικόνα που απεικόνιζε τον άγιο Τιμόθεο, η τοποθετημένη σε καλλιτεχνικότατη ασημένια θήκη, με  παραστάσεις από τη ζωή και το μαρτύριο των αγίων Τιμοθέου και Μαύρας, η οποία κατασκευάστηκε το 1897 με τη φροντίδα του  Άγγελου Μωρέττη.

Χάθηκε και το υπέροχο τέμπλο, έργο Διονυσίου Νικολάου Μπελέτη (1834-1902) και του γιου του Αντωνίου Μπελέτη (1865-1896). Ο Μπελέτης, μαθαίνουμε ίδρυσε μεγάλο κατάστημα εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής, στο οποίο είχε αρχιτεχνίτη τον Ιταλό σκαλιστή Φραγκίσκο Ντεφέο, ενώ αργότερα συνεργάστηκε με το λαμπρό ντόπιο ινταγιαδόρο, Σπύρο Θεοδόση. Μαζί δε με το γιο του, σκάλισαν τα ωραία τέμπλα της Παναγίας του Σκουλικάδου και του Αγίου Νικολάου στο Τραγάκι.


Είναι το ίδιο τέμπλο, που τύχη αγαθή έφερε το Γιάννη Τσολάκο, να φωτογραφίσει λίγες μέρες πριν την καταστροφή. Αυτές οι φωτογραφίες, μαζί με όσες φωτογραφίες έχουν δημοσιευτεί σε μελέτες επτανησιακής τέχνης και αρχιτεκτονικής (Ντίνου Κονόμου, Διονύση Ζήβα), αποτέλεσαν τον οδηγό για όσα βλέπετε απόψε να εκτίθενται.

Σήμερα, δέκα εννιά χρόνια μετά την πυρκαγιά του Δεκεμβρίου του 2005, ξαναθυμόμαστε τα ερωτήματα που είχαμε θέσει στο αφιέρωμα για το ναό, με αφορμή την καταστροφή του, στην τοπική εφημερίδα «ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΝΘΟΣ», σε ένα άρθρο, με τίτλο: Η καταστροφή της Αγίας Μαύρας: «Τι νά ΄γιναν οι τόσες προσευχές…»:

Είναι μόνο η καταστροφή ενός μνημείου-μουσείου για την ιστορία της τέχνης και της αρχιτεκτονικής, που κάνει τους Ζακυνθινούς να δακρύζουνε;

Είναι μόνο η απώλεια της εκκλησίας που χτυπούσε η καρδιά του χωριού του Μαχαιράδου για τους γάμους, τις κηδείες, τα βαφτίσια τους και τώρα σταμάτησε;

Είναι πάλι το πλήγμα στην οικονομική ζωή της περιοχής, που το αντέτι του προσκυνήματος στη Χάρη της είχε γίνει για ντόπιους και ξένους ένα εμπορικό πανηγύρι αντίστοιχο μ’ εκείνο που γίνεται τον Αύγουστο του Αγίου;

Είναι που το νυφοπάζαρο για τις νέες και τους νέους που κρατάνε ανά χείρας πια τα κινητά έβρισκε αφορμή να διαρκεί ολονυχτίς;

Είναι που ο tour operator θα κάνει μικρότερη τη διαδρομή στην τουριστική περιήγηση που έχει εντάξει στο πρόγραμμά του;

Ναι, είναι όλα αυτά, αλλά είναι και κάτι περισσότερο.

Είναι που χάθηκε ένα ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ, στην άσχημη ζωή μας, που ως τώρα στόλιζε ολόκληρη τη Ζάκυνθο…

Φίλες και Φίλοι,

Αυτό το ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ, ξαναχτίζεται. Χάρη στον δραστήριο ιερέα, τους Μαχαιραδιώτες συγχωριανούς, τον αείμνηστο Διονύση Τσουκαλά, τους αγαπητούς Διονύση Παπαδάτο και Νίκο Καραμαλίκη και το άοκνο χέρι του Γιάννη Τσολάκου, τον οποίο συγχαίρω για το πολύμοχθο έργο του, τον ίδιο, που φιλοτέχνησε και πριν λίγα χρόνια και την εικόνα της Αγίας,  και σήμερα συνεχίζει, έχοντας μπολιάσει με την ίδια αγάπη για την τέχνη και τον συνεχιστή του, επίσης ζωγράφο, ταλαντούχο Διονύση, μπορούμε να ελπίζουμε ότι η Ζάκυνθος του Καντούνη και του Κουτούζη δεν έχει χαθεί.

Αν σκύψουμε πάνω από τα σχέδια για τον ξυλόγλυπτο διάκοσμο της Αγίας Μαύρας, με τον ιδιότυπο ζακυνθινό εκλεκτικισμό, που διακατέχει κάθε έκφανση της ζακυνθινής ψυχής, δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε, πως σ’ αυτόν διακρίνονται τα ίδια χαρακτηριστικά, που ο αείμνηστος Καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης, Χρύσανθος Χρήστου, στο περίφημο βιβλίο του για «την Ευρωπαϊκή Ζωγραφική του 17ου αι. -Το Μπαρόκ», διακρίνει, δηλαδή: «όλη την πολυσημαντικότητα και την αντιφατικότητα της περιόδου,  όλη την έκταση των ανησυχιών και όλο το βάθος των αντιθέσεών της, όλο τον τραγικό διχασμό της μεταξύ του χθες και του αύριο».

Ας δούμε τα προσχέδια για τον ξύλινο γλυπτικό διάκοσμο της Αγίας Μαύρας ως έναν τέτοιο αγώνα και ας προσπαθήσουμε ο καθένας με τις δυνάμεις του να ενισχύσει το σπουδαίο έργο που επιτελείται.

Σας ευχαριστώ.

 


Ενδεικτική Βιβλιογραφία 

  • Κατερίνας Δεμέτη,  Από το Inlook στο Outlook, εκδ. Τρίμορφο, Ζάκυνθος 2012, σελ. 88. 
  • Ντίνου Κονόμου, «Αγία Μαύρα Μαχαιράδου», στο  ΗΩΣ, Μηνιαία εικονογραφημένη επιθεώρησις, περίοδος 3η, έτος 4ον, αριθ. 48/49 -αριθ. 7/8, εν Αθήναις, 1961, σελ. 78-79.
  •  Ντίνου Κονόμου, Εκκλησιές και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1967, σελ.89-90.·
  •  Ντίνου Κονόμου, Ζάκυνθος, Πεντακόσια χρόνια, τ. 5ος, Τέχνης Οδύσσεια, τεύχος Β΄, ΘρησκευτικήΤέχνη, Αρχιτεκτονική-Ξυλογλυπτική-Αργυρογλυπτική,  Αθήνα 1989, σελ. 69.
  • Παντελεήμονος Μπεζενίτη, «Ο Ναός των Αγίων στο Μαχαιράδο Ζακύνθου», στο: Επισκόπου Θεόφιλου Καναβού, Οι Θησαυροί του Μαχαιράδου Ζακύνθου. Οι Άγιοι Μάρτυρες Τιμόθεος & Μαύρα, έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, σ. 122-124. 
  • Χρύσανθου Χρήστου, Η Ευρωπαϊκή Ζωγραφική του 17ου αι. -Το Μπαρόκ, εκδόσεις Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα, 1986,  σελ. 14.


 

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΛΕΡΑΙΝΑ του Κωνσταντή…


  

      Μέσα  από μια νέα δεξιοτεχνική επεξεργασία, η Ομάδα Τέχνης ΖύμΩση, ανασυνθέτει το κλασικό έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου «Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας», στο οποίο ζωντάνεψε η δημοτική γλώσσα και η αξιακή βαρύτητα των θεατρικών προσώπων, χρησιμοποιώντας καινούργιες φόρμες και τεχνικές.

Η εμπνευσμένη καθοδήγηση του Κωνσταντή Μουζάκη, ο οποίος πειραματίζεται σκηνικά, ζωντανεύει ένα αγαπημένο  έργο, το οποίο έχει γράψει τη δική του ιστορία στο νεοελληνικό θέατρο και μάλιστα μέσα από ερμηνείες - σταθμούς, μετά το πρώτο του ανέβασμα, στις 30 Ιουλίου 1904, από τον θίασο της Νέας Σκηνής του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, με Βαλέραινα την Ευαγγελία Παρασκευοπούλου.

Το έργο περιλαμβάνεται στα «ζακυνθινά» έργα του Ξενόπουλου και ανασταίνεται με ενάργεια, μέσα από τις ερμηνείες των ηθοποιών, των οποίων οι χαρακτήρες ψυχογραφούνται από το χέρι του συγγραφέα και ξαναγεννιούνται από τη διδασκαλία του σκηνοθέτη.

Κάθε ήρωας αντιπροσωπεύει και διαφορετική εποχή και αντίληψη για τη ζωή και τις αξίες της: η Βαλέραινα, την εποχή της Αγγλοκρατίας με τους πλούσιους φεουδάρχες αφέντες, ο Μανώλης και η Τασία, την εποχή μετά την Ένωση με τις πρακτικές απόψεις για την ευμάρεια, ο Παυλάκης, την εποχή μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 με την παρακμή και τον ξεπεσμό των ευγενών και ο Πάπουζας, που στο ζακυνθινό γλωσσικό ιδίωμα ονομάζεται ο τσαλαπετεινός, το εμπορικό πνεύμα της νέας εποχής.[1]

Όλοι οι ηθοποιοί, διαλεγμένοι ένας-ένας και μία-μία από τον Κωνσταντή Μουζάκη, αποδίδουν αριστοτεχνικά και με ήθος την ατμόσφαιρα του έργου.

Μέσα από την εξέλιξη της υπόθεσης που διεξάγεται μέσα σε μια μέρα, με τα ίδια σκηνικά και τα ίδια λίγα πρόσωπα, ο συγγραφέας κατορθώνει με λιτότητα να παραδώσει στο σκηνοθέτη ένα μοναδικό δράμα, που πραγματεύεται την αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Παρ’ όλο ότι ο Ξενόπουλος δεν κέρδισε το «Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών» για το έργο αυτό το 1919, γεγονός που τον οδήγησε στην περίφημη «απεργία» του, δηλαδή στην αποχή από τη δημόσια εξάσκηση της φιλολογικής σταδιοδρομίας, η θύελλα που ξεσήκωσε αυτή η αδικία, απέδειξε ότι το έργο είχε ήδη κερδίσει την επιδοκιμασία της κοινής γνώμης. [2]

Το Δεκέμβρη του 2023, παρακολουθήσαμε την πρόδρομη παράσταση μέσα στο Σπίτι-Μουσείο του Γρηγορίου Ξενόπουλου, το οποίο περιμένει υπομονετικά να τύχει ευήκοους ακροατές για να ολοκληρώσει την ψηφιοποίηση του πολύτιμου αρχείου του.[3]

Η μουσική του Παύλου Καρρέρ, από το δεξιοτέχνη πιανίστα Διονύση Σεμιτέκολο, από τις παρτιτούρες της MARIA ANTONIETTA, που φυλάσσονται στο αρχείο του Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων, αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα χρήσης της ψηφιοποίησης.

Με την ευχή η παράσταση αυτή να αποτελέσει την αφορμή για να ανοίξει όπως πρέπει και το μοναδικό Δημοτικό Μουσείο του Δήμου Ζακύνθου, συγχαίρουμε την Ομάδα Τέχνης ΖύμΩση, για την άκρως διαπλαστική της θεατρική επιλογή, για τον τρόπο που την μελέτησε και μας την παρουσιάζει.

                      



 


 



[1] Σπύρος Αλ. Καββαδίας, «Γρηγορίου Ξενόπουλου Το Μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας, στο ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ, τόμος ΚΑ’, 3-4, Αφιέρωμα στον Γρηγόριο Ξενόπουλο (1867-1951), πενήντα χρόνια από τον θάνατό του, Ζάκυνθος, Φθινόπωρο - Χειμώνας 2001

[2] Διονύσης Η. Μουσμούτης, Ο Ξενόπουλος, το Αριστείον, η απεργία και ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΑΙ, εκδ. Τρίμορφο, Ζάκυνθος 2006.


Παρασκευή 18 Αυγούστου 2023

Ομιλία σε εκδήλωση Δήμου Ζακύνθου: «Χαίρε, ώ Χαίρε», Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο, 16-8-2023.

 


Κυρίες και Κύριοι,

Τιμώντας απόψε την επέτειο των 200 χρόνων από τη συγγραφή του Ύμνου εις την Ελευθερίαν, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι τιμάμε ένα ποιητικό έργο που γράφτηκε σε άλλη εποχή και υπηρετούσε έναν άλλο σκοπό. Ωστόσο η συγκίνηση κάθε φορά που τον ακούμε να παιανίζει στις επίσημες εορτές, μέσα στα γήπεδα, όταν η Εθνική Ελλάδος αγωνίζεται, όταν ένας αθλητής μας ανεβαίνει στο πιο ψηλό βάθρο, όταν συνοδεύει μαζί με την ελληνική σημαία νεκρούς ποιητές, σπουδαίους συνθέτες, μεγάλους πολιτικούς, μάς γεννά τη σκέψη ότι σημαίνει και πολλά άλλα για τη δική μας εποχή.

Η αποψινή εκδήλωση με το παλίμψηστο των καλλιτεχνικών εκφράσεων που θα απολαύσουμε (απαγγελίες, χορωδία, εικόνα), ξαναγράφει μέσα από τη δική της εκδοχή, θεάσεις του Ύμνου, που εμβολίζουν την παρελθοντική χρήση του και τον κάνουν οικείο, ζωντανό κι επιτρέψτε μου και χρήσιμο για τη δική μας και δική σας παρουσία, εδώ, στο Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο της πόλης.

Αυτή η οικειοποίηση, ωστόσο πρέπει να γίνει με γνώση και ιστορική ακρίβεια.

Γι' αυτό πρέπει όλοι να γνωρίζουμε ότι ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, γράφτηκε από τον 25χρονο Σολωμό, τον Μάιο του 1823, και τυπώθηκε τρεις φορές μέσα στο 1825.

Η ανάγκη της έκδοσης και κυρίως η φροντίδα της μετάφρασής του σε ξένες γλώσσες, αποδεικνύουν ότι ο Ύμνος γράφτηκε με σκοπό να συγκινήσει τους δυνατούς της Ευρώπης να σκύψουν πάνω στην υπόθεση της Ελλάδας για να την βοηθήσουν έμπρακτα.

Η πρώτη έκδοση έγινε στο Παρίσι, με αντικριστή γαλλική μετάφραση του Stanislas Julien, στο δεύτερο τόμο της συλλογής των δημοτικών τραγουδιών του Φοριέλ (Faurile) και η δεύτερη στο Λονδίνο, σε αγγλική μετάφραση του φιλέλληνα Charles Brinsley Sheridan, στον τόμο The Songs of Greece from the Romaic Text.

Επειδή όμως ο Σολωμός δεν έμεινε ευχαριστημένος με τις μεταφράσεις αυτές, αποφάσισε να επιμεληθεί ο ίδιος μια μετάφραση, η οποία δεν θα πρόδιδε το κείμενό του και θα λειτουργούσε ως βάση για να φιλοτεχνηθούν μελλοντικά καλύτερες μεταφράσεις, ενδεχομένως και έμμετρες, από άλλους ποιητές. Έτσι, την ίδια χρονιά, μέσα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, ο Ύμνος τυπώθηκε ξανά μαζί με μια πεζή ιταλική μετάφραση, την οποία υπογράφει ο φίλος του Γκαετάνο Γκρασέτι.

Πόσο συναισθηματικά μεγάλος ο συμβολισμός της μετάφρασης του Ύμνου στον ίδιο τόπο που ο Ποιητής εμπνέεται ένα από τα κορυφαία έργα του, το οποίο τον απασχόλησε σε όλη τη διάρκεια της ώριμης ποιητικής του περιόδου, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους!

Το χειρόγραφο του Ύμνου δεν σώζεται. Μόνον στο χειρόγραφο Ζακύνθου αρ. 12 βρίσκονται σκόρπιες επεξεργασίες μεμονωμένων στίχων.

Επειδή απόψε ανάμεσά μας, όμως, βρίσκονται και πολλοί νέοι και επισκέπτες του νησιού μας, αξίζει να σημειώσουμε ότι τα χειρόγραφα που περιέχουν τα έργα του Σολωμού βρίσκονται στη Ζάκυνθο, στο Μουσείο Σολωμού και επιφανών Ζακυνθίων και στην Αθήνα, σε τρία διαφορετικά σημεία: στην Ακαδημία Αθηνών, στην Εθνική Βιβλιοθήκη και στην ιδιωτική βιβλιοθήκη Σπυρίδωνος Λοβέρδου (ένα χειρόγραφο).

Η συλλογή του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων συγκροτήθηκε με την ευκαιρία του εορτασμού των εκατό χρόνων από τη γέννηση του Ποιητή. Τότε η Ασπασία Σορντίνα Ρίγκλερ, αδελφή της γυναίκας του Ιάκωβου Πολυλά, του φίλου και εκδότη των λογοτεχνικών καταλοίπων του ποιητή (Ευρισκόμενα), κατέθεσε στην Τεκτονική Στοά Ζακύνθου όσα σολωμικά χειρόγραφα είχαν μείνει στα χέρια του Πολυλά, ενόψει της νέας έκδοσης του σολωμικού έργου, που ετοίμαζε σε συνεργασία με τον Γεώργιο Καλοσγούρο.

Το 1953 η συλλογή χειρογράφων του Μουσείου κινδύνεψε και αυτή από τον καταστροφικό σεισμό και τη φωτιά, ωστόσο διασώθηκε χάρη στην επέμβαση του Νικολάου Βαρβιάνη, ο οποίος για δεύτερη φορά τα διασώζει μετά την ιταλική κατοχή, όταν οι Ιταλοί τα αναζητούσαν για να τα μεταφέρουν στην Ιταλία. Τότε ο Βαρβιάνης τα διέσωσε κρύβοντάς τα στο κτήμα του στο Καλουπάκι, μέσα σε δοχεία που φύλαγε στο φαρμακείο του το οινόπνευμα.

Σήμερα τα διασωσμένα χειρόγραφα μπορεί κανείς να τα δει στην Αίθουσα Σολωμού του Μουσείου, αλλά και να τα ξεφυλλίσει μέσα από την ιστοσελίδα του, στην οποία έχουν όλα αναρτηθεί και τεκμηριωθεί, μετά την ψηφιοποίησή τους.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Ύμνο.

Το 1828 ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος, προσωπικός φίλος του ποιητή, συνέθεσε τη μουσική για 24 στροφές πάνω σε λαϊκά μοτίβα για τετράφωνη ανδρική χορωδία και έκτοτε παιζόταν τακτικά σε εθνικές εορτές. Έτσι καθιερώθηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν κι άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο, μια εκ των οποίων υπέβαλε στον βασιλιά Όθωνα, η οποία και βραβεύτηκε.

Όταν ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την Κέρκυρα το 1865, αμέσως μετά την ενσωμάτωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της πρώτης μελοποίησης που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας και εντυπωσιάστηκε. Ακολούθησε Βασιλικό Διάταγμα που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα».

Έτσι από το 1856 οι δύο πρώτες στροφές υιοθετήθηκαν ως ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και από τις 18 Νοεμβρίου 1966 ως εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Είναι ένα ποίημα που συνδυάζει τον κλασικισμό και τον ρομαντισμό και αποτελείται από 158 στροφές (632 στίχους). Οι στροφές του είναι τετράστιχες, ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων μέτρων.

Ο Σολωμός στον Ύμνο ενσωματώνει την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού από τη μυθική αρχαιότητα έως την Επανάσταση με σύμβολο συνοχής την Ελευθερία ως μορφή και ως έννοια. Το αρχαίο κλέος, τα δεινά της σκλαβιάς, οι κορυφαίες στιγμές της Τριπολιτσάς και του Μεσολογγίου, οι νικηφόρες μάχες στη θάλασσα και τέλος η σπαρακτική έκκληση της Ελευθερίας προς τους Έλληνες για ομόνοια και αδελφοσύνη, ηχούν διαχρονικά, και απηχούν την οικουμενικότητα του έργου του.

Ωστόσο στοχεύει σ’ αυτό που προαναφέραμε: να ενεργοποιήσει όσους μπορεί για να βοηθήσουν στη μεγάλη υπόθεση της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους Τούρκους. Γι' αυτό και η πιστή αναφορά σε όλες τις νικηφόρες μάχες, που έδωσαν οι Έλληνες, από την αρχαιότητα έως τις μέρες του. Και οι μάχες είναι πολλές: εκτείνονται σε 158 στροφές! Έτσι αφού αυτός ο λαός από την αρχαιότητα έχει δώσει αίμα και κόκκαλα για να είναι ελεύθερος, πρέπει η Ελευθερία να επιστρέψει στη χώρα αυτή.

Με άριστη σκευή, ο ιταλοσπουδασμένος νεαρός Σολωμός, επιστρέφοντας το 1818, στη Ζάκυνθο, η οποία τότε ήταν αγγλικό προτεκτοράτο, σε ηλικία 20 χρόνων, έχει πρόθεση, να βοηθήσει στην απελευθέρωση της Ελλάδας.

Χαρακτηριστικό είναι εκείνο που του γράφει ο αγαπητότατος φίλος του Montani που βαθιά λυπήθηκε για το χωρισμό τους όταν αναχώρησε από την Ιταλία: «Στο καλό, λοιπόν, αγαπημένε μου Διονύσιε, στο καλό! Το πνεύμα των θαλασσών, το πνεύμα της αγνής φιλίας και το πνεύμα της ελευθερίας ας σε συντροφεύει…Για σε η φιλοπατρία θα είναι η υψηλότερη έμπνευσις, που μπορεί να γίνει. Και όσο καλύτερος ποιητής είσαι τόσο και καλύτερος πολίτης…».

Στα χρόνια εκείνα η Ζάκυνθος είχε μεγάλη πνευματική κίνηση. Ανοιχτά τα αρχοντικά του Μερκάτη, του Δε Ρώσση, του Γαλβάνη, του Στράνη, του Μάτεση, του Πελεκάση, του Δομενεγίνη, στα οποία συναντούσε λογίους της εποχής. Ανοιχτά και τα φιλολογικά σαλόνια του Τερτσέτη, του Μιχαλίτση, του Λούντζη, του Κομιώτη, του Κοκκίνη, του Διαμαντόπουλου, του Ταγιαπιέρα κ. ά., που οι περισσότεροι είχαν σπουδάσει στην Ευρώπη. Στους κύκλους αυτούς έγινε αμέσως αισθητή η πνευματική του υπεροχή.

Στη Ζάκυνθο εξακολουθεί να γράφει λυρικά ποιήματα και σονέτα στην ιταλική γλώσσα. Στα τέλη του 1822 κατά τον Πολυλά ή στις 15/1/1823 κατ’ άλλους, ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873), «Γενικός Γραμματεύς της Επικρατείας», δηλαδή Πρωθυπουργός της εποχής του και ιστορικός της Ελληνικής Επανάστασης, προσκεκλημένος στη Ζάκυνθο από το φιλέλληνα λόρδο κόμητα Νοrth του Ghilford, θέλησε να επισκεφτεί το Σολωμό, που η φήμη του ήταν απλωμένη στο νησί. Όταν εκείνος του διάβασε ποιήματά του στα Ιταλικά, σα να ήταν απεσταλμένος του Έθνους που ζητούσε τον αναμενόμενο Μεσσία του, του έδωσε την εξής απάντηση: «Το ποιητικό σας τάλαντο θα σας εξασφαλίσει καλή θέση στον ιταλικό Παρνασσό, αλλά οι πρώτες θέσεις εκεί είναι πιασμένες. Ο Παρνασσός της νεωτέρας Ελλάδος δεν απόκτησε ακόμη τον Dante της». Στη μετριόφρονα δικαιολογία του ποιητή: «Δεν ξέρω καλά τα ελληνικά και επομένως δεν μπορώ να γράψω κάτι καλό», ο Τρικούπης του είπε: «Η γλώσσα που βυζάξατε μαζί με το γάλα της μάνας σας είναι η ελληνική. Δεν έχετε παρά να την ξαναφέρετε στη μνήμη σας». Του έδωσε μάλιστα και τα «Λυρικά» του Αθ. Χριστόπουλου, για μελέτη.

Ύστερα από αυτές τις συστάσεις, αλλά προπάντων από εσωτερική παρόρμηση, ο Σολωμός άρχισε να καλλιεργεί και να προσέχει, με την ακοή ως αισθητήριο όργανο, την απλή γλώσσα του λαού και ιδίως τα δημοτικά τραγούδια. Σε άλλη συνάντηση με τον Τρικούπη ο Σολωμός του απήγγειλε την «Ξανθούλα».

Ωστόσο δεν ήξερε καλά τα ελληνικά. Αγωνίζεται να τα κατακτήσει μελετώντας, ακούγοντας, γράφοντας, διορθώνοντας. Στα χειρόγραφά του, όπως φαίνονται στο Μουσείο Σολωμού, διακρίνεται καθαρά αυτή η πάλη. Θα χρησιμοποιεί σπανιότατα τους τόνους, έστω και με την εσφαλμένη τοποθέτησή τους και μερικά μόνο σημεία στίξης. Στο «Διάλογο» γράφει στους Στοχασμούς του Ποιητή: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;».

Με τη βοήθεια του γιατρού Ταγιαπιέρα ήρθε σε επαφή με την ποίηση του Βηλαρά. Από τον ίδιο έμαθε και τις γλωσσικές αντιλήψεις του Κοραή, που τον γνώριζε στο Παρίσι. Ο καθηγητής Αναστάσιος Καραβίας που δίδασκε ελληνικά στο δημόσιο σχολείο τον μύησε στους Έλληνες κλασικούς: Όμηρο, Πλάτωνα, Θουκυδίδη. Επίσης στο Μέγα Βασίλειο και το Χρυσόστομο, στον Πίνδαρο και τον Αισχύλο. Επηρεάστηκε πολύ και από το κρητικό θέατρο, καθώς διάβαζε επίσης τον «Ερωτόκριτο», την «Ερωφίλη», τη «Βοσκοπούλα» και τη «Θυσία του Αβραάμ», που μαζί με το δημοτικό τραγούδι θα τον βοηθήσει στο μέτρο.

Από το 1818-1823 έγραψε ποιήματα ειδυλλιακής ή ελεγειακής πνοής μέσα στα οποία φαίνεται η πάλη να υποτάξει το γλωσσικό όργανο.

Μέσα του ήταν ζωντανή και η εκπαίδευση που έλαβε από τους πρώτους του δασκάλους πριν φύγει για την Ιταλία:

  • από τον ιερέα Νικόλαο Κασιμάτη, «άριστο παιδαγωγό» της εποχής του, ο οποίος τον δίδαξε τα πρώτα γράμματα και του «στάλαξε ευσέβεια εις την ψυχήν του», όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι ιστορικοί Χιώτης και Δεβιάζης,

  • από τον Αντώνιο Μαρτελάο, λόγιο ιεροδιάκονο, δεινό ιεροκήρυκα και φλογερό ριζοσπάστη, τον δάσκαλο του Ugo Foscolo, του Γεωργίου Τερτσέτη, του Αντωνίου Μάτεση, του Πάνου και του Γιάννη Κολοκοτρώνη, ο οποίος πρωτοστάτησε στο κάψιμο της “Χρυσής Βίβλου” των ευγενών (30/7/1797), στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου και στο φύτεμα του “Δέντρου της Ελευθερίας” και συμμετείχε στην απελευθέρωση των Εβραίων το 1799, που ήταν κλεισμένοι σε “γκέτο” από το 1712.

  • Τέλος από τον καθολικό ιερέα Don Santo Rossi, ο οποίος διωγμένος από την πατρίδα του την Κρεμόνα από τους Αυστριακούς, επειδή έτρεφε φιλελεύθερα φρονήματα και συμπαθούσε τη Γαλλική Επανάσταση, κατέφυγε στη Ζάκυνθο, όπου παρέδιδε μαθήματα για να ζει. Ο Rossi τον δίδαξε συστηματικά την ιταλική γλώσσα, τον μύησε στις εκκλησιαστικές ακολουθίες και φυσικό ήταν λόγω της εξορίας του, να του εμπνεύσει και αυτός την αγάπη προς την ελευθερία, την ισότητα και την αποστροφή προς κάθε τυραννικό πολίτευμα.

Σιγά σιγά άρχισε να έρχεται σε επαφή με την επαναστατημένη Ελλάδα και στη συνέχεια η επαφή αυτή γίνεται αδιάκοπη. Συγκεντρώνει μαρτυρίες προφορικές και γραπτές για τα πεδία των μαχών, για τα πολεμικά κατορθώματα των ηρώων, για τις πολιτικές ενέργειες των Φιλελλήνων. Και όταν βλέπει στους δρόμους τα τουρκοκυνηγημένα γυναικόπαιδα της προσφυγιάς ματώνει η καρδιά του. Με αγωνιώδη συναισθήματα και με σφιγμένη την καρδιά του, απομονωμένος στην έπαυλη του Στράνη, κάτω από ένα γέρικο πουρνάρι, γράφει τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν».

Μητρική γλώσσα του ποιητή, ήταν η Νεοελληνική Κοινή, όπως την άκουγε από τα χείλη της μητέρας του, με τα νανουρίσματα και τα παραμύθια. Στα πρώτα 10 χρόνια της ζωής του με τον προφορικό λόγο και το αισθητήριο όργανο της ακοής είχε αποκτήσει εμπειρίες στη νεοελληνική γλωσσική ύλη. Αυτές οι λανθάνουσες καταβολές κοιμήθηκαν, αλλά δεν πέθαναν με τις δεκάχρονες σπουδές του στην Ιταλία, όπου φοίτησε ως οικότροφος στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης της Βενετίας και στη συνέχεια ακολούθησε νομικές σπουδές στο αρχαίο και ονομαστό Πανεπιστήμιο της Παβία, (1815 – 1818).

Αρχίζει να διαβάζει με πάθος τον Όμηρο από το πρωτότυπο. Μελετάει επίσης Δάντη, Πετράρχη, Μόντι, Παρίνι, Αλφιέρι, Λεοπάρντι, Πιντεμόντι, Μεταστάσιο, Φώσκολο. Το πιστοποιούν τα βιβλία της Βιβλιοθήκης του, που φυλάσσονται στο Μουσείο Σολωμού, δωρεά Αγγελικής Ζώη.

Δεν εντρυφούσε μόνο στην ιταλική λογοτεχνία, αλλά και στην αγγλική (Shakespeare, Milton, Byron). Την επαφή με τη γερμανική λογοτεχνία, θα αποκτήσει πολύ αργότερα στην Κέρκυρα, όχι από άμεση μελέτη, αλλά από μεταφράσεις στην ιταλική, που του έκαναν οι γερμανομαθείς φίλοι του. Στο Μουσείο Σολωμού σώζονται οι 24 κώδικες του Νικολάου Λούντζη. Πρόκειται για 24 δεμένους τόμους με χειρόγραφες μεταφράσεις γερμανικής λογοτεχνίας και φιλοσοφίας στα ιταλικά, τις οποίες έκανε για λογαριασμό του Διονυσίου Σολωμού ο συνομήλικος και φίλος του Νικόλαος Λούντζης.

Κυρίες και Κύριοι,

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο Άξιον Εστί, προέτρεψε:

«Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».

Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

Οι πολλαπλές αναγνώσεις του έργου του Σολωμού, κάποιες από τις οποίες είχαμε και θα έχουμε τη χαρά να παρακολουθήσουμε απόψε, μέσα από τις καλλιτεχνικές εκφράσεις των αφηγητών, των χορωδών, της Φιλαρμονικής και της ίδιας της εκλεκτής επιμελήτριας της αποψινής εκδήλωσης για τα 200 χρόνια από τη συγγραφή του Ύμνου εις την Ελευθερίαν, αλλά και του Αντιδήμαρχου κ. Δημ. Κάνδηλα, τον οποίο ευχαριστώ για την τιμητική πρόσκληση, αποδεικνύουν ότι το έργο του, ανεξάρτητα από το αν γράφτηκε σε άλλη εποχή και για άλλο σκοπό, εξακολουθεί να μας συγκινεί και να μας εμπνέει.

Ίσως, γιατί οι προκλήσεις για την επίκληση να επιστρέψει η Ελευθερία σε διάφορους τομείς της ανθρώπινης ζωής, είναι πάντα επίκαιρες.

Ίσως πάλι γιατί μας έδειξε ότι παρ’ όλο που και η δική του διαδρομή του βίου δοκιμάστηκε από γεγονότα που βασανίζουν τις μικρές ζωές όλων μας, μπορεί κανείς να καταφέρει μέσα από τιτάνια προσπάθεια να τα χρησιμοποιήσει σαν εφαλτήριο για να αναπτύξει ένα αξεπέραστο πνευματικό έργο.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε!