Κυριακή 4 Αυγούστου 2024

Προλόγισμα Έκθεσης Γιάννη Τσολάκου Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, 3 Αυγούστου 2024

     

Φίλες  & Φίλοι,

Είμαι πραγματικά ευγνώμων για την πρόσκληση του εξ Ηλείας ορμώμενου, αλλά πολιτογραφημένου Ζακυνθινού πλέον Γιάννη Τσολάκου, να προλογίσω την έκθεση σχεδίων και προσχεδίων του ξυλόγλυπτου διακόσμου του Ιερού Ναού των Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας Μαχαιράδου.

Και ο λόγος έγκειται στο ότι απόψε, στο αδικημένο, λόγω χρήσης του, Πνευματικό Κέντρο της πόλης μας, μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια και να κάνουμε ένα ταξίδι προκειμένου να γνωρίσουμε τον (ξυλόγλυπτο) διάκοσμο ενός από τους ωραιότερους και αρχαιότερους ναούς του νησιού μας.

Και η ευγνωμοσύνη πηγάζει από την παραδοχή ότι, η λατρευτική χρήση όλων των εικαστικών και όχι μόνο μερών, που απαρτίζουν τον εικονογραφικό και γλυπτικό διάκοσμο ενός ναού, διαφέρει από την μουσειακή έκθεσή τους.

Απόψε λοιπόν έχουμε την τύχη να δούμε από κοντά όσα η διασωστική, αναστατική και φιλοκαλής ανασύνθεση του δημιουργού μάς προσφέρει, πριν τοποθετηθούν τα μέρη αυτά και αφού ολοκληρωθεί η ξυλόγλυπτη αποτύπωσή τους, εντός του ναού.

Έτσι μπορούμε να θυμηθούμε ότι, η Ζακυνθινή, ανήκοντας σε μια τέχνη που αναπτύχθηκε ανάμεσα  σ’ Ανατολή και Δύση, αποτελεί προπύργιο του δυτικού κόσμου κατά της επεκτατικής ροπής της Ανατολής, αλλά και σημείο συναλλαγής της με τη Δύση, διευκολύνοντας τη διαμόρφωση επαφών και επιτρέποντας να διαπλαστεί ο δικός της, χαρακτηριστικά ιδιότυπος αισθητικός κόσμος.


Μπορούμε έτσι, ορμώμενοι από το μπαρόκ τέμπλο του ναού της Αγίας, όπως ζωντανεύει μέσα από το σχεδιαστικό σύμπαν του δημιουργού του, να προβληματιστούμε για τη σημερινή κατάσταση, την οποία έχουμε επιτρέψει να κυριέψει το νησί μας.

Να προβληματιστούμε για το σήμερα, αλλά και να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα στοιχεία εκείνα, τα οποία αιματοδοτούσαν τους καλλιτέχνες της εποχής, τις αξίες που τους ενδυνάμωναν, με τα λίγα μέσα που διέθεταν και να συλλογιστούμε γιατί σήμερα έχουμε παραδοθεί στο «ετοιματζίδικο», το σουηδικό, το φασόν.

Να ξανασκύψουμε πάνω στο θρύλο και να θυμηθούμε πως η  εικόνα βρέθηκε από βοσκό του χωριού Λαγοπόδο, ο οποίος είδε φως πάνω σ’ ένα φράχτη, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα ο ναός των Μαρτύρων, και όπου κατά την παλαιοχριστιανική εποχή υπήρχε δυσπρόσιτο λαγκάδι, και πως οι συγχωριανοί του θέλησαν να χτίσουν ναό προς τιμήν της Μάρτυρος, αλλά η εικόνα εξαφανιζόταν κατά τρόπο ανεξήγητο, για να ξαναβρεθεί ύστερα από λίγο στον τόπο της πρώτης ευρέσεώς της.

Να  ξαναθυμηθούμε πως έτσι προσφέρθηκαν οι κάτοικοι του Μαχαιράδου κι έχτισαν ένα ξωκλήσι στο σημείο που βρέθηκε η ιερή εικόνα και αργότερα στον ίδιο τόπο, ναό μεγαλύτερο, και μοναστήρι, από την οικογένεια Νταβαρία ή Ταβαρία.


Να ξεφυλλίσουμε τα βιβλία και να διαβάσουμε πως ο ναός αυτός καταστράφηκε από σεισμό και δωρίθηκε από τον Ανδρέα Νταβαρία σε Αδελφάτο, στις 16 Ιουλίου του 1632, που τον ξανάχτισε. Όμως και αυτός ο Ναός που έχτισε το Αδελφάτο έπαθε μεγάλες φθορές από σεισμούς και άλλες θεομηνίες και επισκευάστηκε ριζικά το 1873.

Να γνωρίσουμε πως επί Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου Δημητρίου, γύρω στο 1938, πως μετατράπηκε από Συναδελφικός Ναός σε Ενοριακό και με τους σεισμούς του 1953, έπαθε πάλι ζημιές, αλλά αναστηλώθηκε λίγο αργότερα με τη συνδρομή των χριστιανών και την αρωγή της πολιτείας.

Να πληροφορηθούμε πως το περίφημο πυργοειδές κωδωνοστάσιο  του ναού, που έχει ύψος 37 μέτρα, ότι χτίστηκε το 1802, ενώ οι καμπάνες του, που φημίζονται για τη γλυκύτητα και την αρμονία του ήχου τους, κατασκευάστηκαν στη Βενετία.

Και να φτάσουμε και στο διαδίκτυο, γκουγκλάροντας την αποφράδα ημερομηνία 10-12-2005, όταν η πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς το εσωτερικό του και χάθηκε μέσα σε λίγες ώρες θησαυρός ασύλληπτης θρησκευτικής και καλλιτεχνικής αξίας.

Χάθηκε πρώτα η θαυματουργή εικόνα της Αγίας, που χρυσώθηκε το 1896 με δαπάνη της βασίλισσας Όλγας, ενώ προηγουμένως, το 1849, ο Καλαρίτης χρυσωτής Γεώργιος Παπαστεφάνου, κατασκεύασε το ασημένιο της πουκάμισο.

Χάθηκε η ωραία  ξυλόγλυπτη επιχρυσωμένη καθέδρα, έργο του ξυλογλύπτη Αντωνίου Κουρελή (1876-1957), με τις  αργυρόγλυπτες παραστάσεις, αγνώστου, με το μαρτύριο και τα θαύματα της αγίας.

Χάθηκε η εικόνα της Κυρίας των Αγγέλων, βυζαντινής τέχνης, που επαργυρώθηκε το 1815.

Χάθηκε η υπέροχη ουρανία.

Χάθηκαν οι εικόνες που στόλιζαν τους τοίχους του ναού, με θέματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, άλλες  του Αποστόλου Νικ. Λάτση (1840-1909) και άλλες του Σπυρίδωνα Πελεκάση (1842-1916), δυτικής τεχνοτροπίας.

Χάθηκε η εικόνα που απεικόνιζε τον άγιο Τιμόθεο, η τοποθετημένη σε καλλιτεχνικότατη ασημένια θήκη, με  παραστάσεις από τη ζωή και το μαρτύριο των αγίων Τιμοθέου και Μαύρας, η οποία κατασκευάστηκε το 1897 με τη φροντίδα του  Άγγελου Μωρέττη.

Χάθηκε και το υπέροχο τέμπλο, έργο Διονυσίου Νικολάου Μπελέτη (1834-1902) και του γιου του Αντωνίου Μπελέτη (1865-1896). Ο Μπελέτης, μαθαίνουμε ίδρυσε μεγάλο κατάστημα εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής, στο οποίο είχε αρχιτεχνίτη τον Ιταλό σκαλιστή Φραγκίσκο Ντεφέο, ενώ αργότερα συνεργάστηκε με το λαμπρό ντόπιο ινταγιαδόρο, Σπύρο Θεοδόση. Μαζί δε με το γιο του, σκάλισαν τα ωραία τέμπλα της Παναγίας του Σκουλικάδου και του Αγίου Νικολάου στο Τραγάκι.


Είναι το ίδιο τέμπλο, που τύχη αγαθή έφερε το Γιάννη Τσολάκο, να φωτογραφίσει λίγες μέρες πριν την καταστροφή. Αυτές οι φωτογραφίες, μαζί με όσες φωτογραφίες έχουν δημοσιευτεί σε μελέτες επτανησιακής τέχνης και αρχιτεκτονικής (Ντίνου Κονόμου, Διονύση Ζήβα), αποτέλεσαν τον οδηγό για όσα βλέπετε απόψε να εκτίθενται.

Σήμερα, δέκα εννιά χρόνια μετά την πυρκαγιά του Δεκεμβρίου του 2005, ξαναθυμόμαστε τα ερωτήματα που είχαμε θέσει στο αφιέρωμα για το ναό, με αφορμή την καταστροφή του, στην τοπική εφημερίδα «ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΝΘΟΣ», σε ένα άρθρο, με τίτλο: Η καταστροφή της Αγίας Μαύρας: «Τι νά ΄γιναν οι τόσες προσευχές…»:

Είναι μόνο η καταστροφή ενός μνημείου-μουσείου για την ιστορία της τέχνης και της αρχιτεκτονικής, που κάνει τους Ζακυνθινούς να δακρύζουνε;

Είναι μόνο η απώλεια της εκκλησίας που χτυπούσε η καρδιά του χωριού του Μαχαιράδου για τους γάμους, τις κηδείες, τα βαφτίσια τους και τώρα σταμάτησε;

Είναι πάλι το πλήγμα στην οικονομική ζωή της περιοχής, που το αντέτι του προσκυνήματος στη Χάρη της είχε γίνει για ντόπιους και ξένους ένα εμπορικό πανηγύρι αντίστοιχο μ’ εκείνο που γίνεται τον Αύγουστο του Αγίου;

Είναι που το νυφοπάζαρο για τις νέες και τους νέους που κρατάνε ανά χείρας πια τα κινητά έβρισκε αφορμή να διαρκεί ολονυχτίς;

Είναι που ο tour operator θα κάνει μικρότερη τη διαδρομή στην τουριστική περιήγηση που έχει εντάξει στο πρόγραμμά του;

Ναι, είναι όλα αυτά, αλλά είναι και κάτι περισσότερο.

Είναι που χάθηκε ένα ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ, στην άσχημη ζωή μας, που ως τώρα στόλιζε ολόκληρη τη Ζάκυνθο…

Φίλες και Φίλοι,

Αυτό το ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ, ξαναχτίζεται. Χάρη στον δραστήριο ιερέα, τους Μαχαιραδιώτες συγχωριανούς, τον αείμνηστο Διονύση Τσουκαλά, τους αγαπητούς Διονύση Παπαδάτο και Νίκο Καραμαλίκη και το άοκνο χέρι του Γιάννη Τσολάκου, τον οποίο συγχαίρω για το πολύμοχθο έργο του, τον ίδιο, που φιλοτέχνησε και πριν λίγα χρόνια και την εικόνα της Αγίας,  και σήμερα συνεχίζει, έχοντας μπολιάσει με την ίδια αγάπη για την τέχνη και τον συνεχιστή του, επίσης ζωγράφο, ταλαντούχο Διονύση, μπορούμε να ελπίζουμε ότι η Ζάκυνθος του Καντούνη και του Κουτούζη δεν έχει χαθεί.

Αν σκύψουμε πάνω από τα σχέδια για τον ξυλόγλυπτο διάκοσμο της Αγίας Μαύρας, με τον ιδιότυπο ζακυνθινό εκλεκτικισμό, που διακατέχει κάθε έκφανση της ζακυνθινής ψυχής, δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε, πως σ’ αυτόν διακρίνονται τα ίδια χαρακτηριστικά, που ο αείμνηστος Καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης, Χρύσανθος Χρήστου, στο περίφημο βιβλίο του για «την Ευρωπαϊκή Ζωγραφική του 17ου αι. -Το Μπαρόκ», διακρίνει, δηλαδή: «όλη την πολυσημαντικότητα και την αντιφατικότητα της περιόδου,  όλη την έκταση των ανησυχιών και όλο το βάθος των αντιθέσεών της, όλο τον τραγικό διχασμό της μεταξύ του χθες και του αύριο».

Ας δούμε τα προσχέδια για τον ξύλινο γλυπτικό διάκοσμο της Αγίας Μαύρας ως έναν τέτοιο αγώνα και ας προσπαθήσουμε ο καθένας με τις δυνάμεις του να ενισχύσει το σπουδαίο έργο που επιτελείται.

Σας ευχαριστώ.

 


Ενδεικτική Βιβλιογραφία 

  • Κατερίνας Δεμέτη,  Από το Inlook στο Outlook, εκδ. Τρίμορφο, Ζάκυνθος 2012, σελ. 88. 
  • Ντίνου Κονόμου, «Αγία Μαύρα Μαχαιράδου», στο  ΗΩΣ, Μηνιαία εικονογραφημένη επιθεώρησις, περίοδος 3η, έτος 4ον, αριθ. 48/49 -αριθ. 7/8, εν Αθήναις, 1961, σελ. 78-79.
  •  Ντίνου Κονόμου, Εκκλησιές και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1967, σελ.89-90.·
  •  Ντίνου Κονόμου, Ζάκυνθος, Πεντακόσια χρόνια, τ. 5ος, Τέχνης Οδύσσεια, τεύχος Β΄, ΘρησκευτικήΤέχνη, Αρχιτεκτονική-Ξυλογλυπτική-Αργυρογλυπτική,  Αθήνα 1989, σελ. 69.
  • Παντελεήμονος Μπεζενίτη, «Ο Ναός των Αγίων στο Μαχαιράδο Ζακύνθου», στο: Επισκόπου Θεόφιλου Καναβού, Οι Θησαυροί του Μαχαιράδου Ζακύνθου. Οι Άγιοι Μάρτυρες Τιμόθεος & Μαύρα, έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, σ. 122-124. 
  • Χρύσανθου Χρήστου, Η Ευρωπαϊκή Ζωγραφική του 17ου αι. -Το Μπαρόκ, εκδόσεις Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα, 1986,  σελ. 14.


 

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΛΕΡΑΙΝΑ του Κωνσταντή…


  

      Μέσα  από μια νέα δεξιοτεχνική επεξεργασία, η Ομάδα Τέχνης ΖύμΩση, ανασυνθέτει το κλασικό έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου «Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας», στο οποίο ζωντάνεψε η δημοτική γλώσσα και η αξιακή βαρύτητα των θεατρικών προσώπων, χρησιμοποιώντας καινούργιες φόρμες και τεχνικές.

Η εμπνευσμένη καθοδήγηση του Κωνσταντή Μουζάκη, ο οποίος πειραματίζεται σκηνικά, ζωντανεύει ένα αγαπημένο  έργο, το οποίο έχει γράψει τη δική του ιστορία στο νεοελληνικό θέατρο και μάλιστα μέσα από ερμηνείες - σταθμούς, μετά το πρώτο του ανέβασμα, στις 30 Ιουλίου 1904, από τον θίασο της Νέας Σκηνής του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, με Βαλέραινα την Ευαγγελία Παρασκευοπούλου.

Το έργο περιλαμβάνεται στα «ζακυνθινά» έργα του Ξενόπουλου και ανασταίνεται με ενάργεια, μέσα από τις ερμηνείες των ηθοποιών, των οποίων οι χαρακτήρες ψυχογραφούνται από το χέρι του συγγραφέα και ξαναγεννιούνται από τη διδασκαλία του σκηνοθέτη.

Κάθε ήρωας αντιπροσωπεύει και διαφορετική εποχή και αντίληψη για τη ζωή και τις αξίες της: η Βαλέραινα, την εποχή της Αγγλοκρατίας με τους πλούσιους φεουδάρχες αφέντες, ο Μανώλης και η Τασία, την εποχή μετά την Ένωση με τις πρακτικές απόψεις για την ευμάρεια, ο Παυλάκης, την εποχή μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 με την παρακμή και τον ξεπεσμό των ευγενών και ο Πάπουζας, που στο ζακυνθινό γλωσσικό ιδίωμα ονομάζεται ο τσαλαπετεινός, το εμπορικό πνεύμα της νέας εποχής.[1]

Όλοι οι ηθοποιοί, διαλεγμένοι ένας-ένας και μία-μία από τον Κωνσταντή Μουζάκη, αποδίδουν αριστοτεχνικά και με ήθος την ατμόσφαιρα του έργου.

Μέσα από την εξέλιξη της υπόθεσης που διεξάγεται μέσα σε μια μέρα, με τα ίδια σκηνικά και τα ίδια λίγα πρόσωπα, ο συγγραφέας κατορθώνει με λιτότητα να παραδώσει στο σκηνοθέτη ένα μοναδικό δράμα, που πραγματεύεται την αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Παρ’ όλο ότι ο Ξενόπουλος δεν κέρδισε το «Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών» για το έργο αυτό το 1919, γεγονός που τον οδήγησε στην περίφημη «απεργία» του, δηλαδή στην αποχή από τη δημόσια εξάσκηση της φιλολογικής σταδιοδρομίας, η θύελλα που ξεσήκωσε αυτή η αδικία, απέδειξε ότι το έργο είχε ήδη κερδίσει την επιδοκιμασία της κοινής γνώμης. [2]

Το Δεκέμβρη του 2023, παρακολουθήσαμε την πρόδρομη παράσταση μέσα στο Σπίτι-Μουσείο του Γρηγορίου Ξενόπουλου, το οποίο περιμένει υπομονετικά να τύχει ευήκοους ακροατές για να ολοκληρώσει την ψηφιοποίηση του πολύτιμου αρχείου του.[3]

Η μουσική του Παύλου Καρρέρ, από το δεξιοτέχνη πιανίστα Διονύση Σεμιτέκολο, από τις παρτιτούρες της MARIA ANTONIETTA, που φυλάσσονται στο αρχείο του Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων, αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα χρήσης της ψηφιοποίησης.

Με την ευχή η παράσταση αυτή να αποτελέσει την αφορμή για να ανοίξει όπως πρέπει και το μοναδικό Δημοτικό Μουσείο του Δήμου Ζακύνθου, συγχαίρουμε την Ομάδα Τέχνης ΖύμΩση, για την άκρως διαπλαστική της θεατρική επιλογή, για τον τρόπο που την μελέτησε και μας την παρουσιάζει.

                      



 


 



[1] Σπύρος Αλ. Καββαδίας, «Γρηγορίου Ξενόπουλου Το Μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας, στο ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ, τόμος ΚΑ’, 3-4, Αφιέρωμα στον Γρηγόριο Ξενόπουλο (1867-1951), πενήντα χρόνια από τον θάνατό του, Ζάκυνθος, Φθινόπωρο - Χειμώνας 2001

[2] Διονύσης Η. Μουσμούτης, Ο Ξενόπουλος, το Αριστείον, η απεργία και ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΑΙ, εκδ. Τρίμορφο, Ζάκυνθος 2006.


Παρασκευή 18 Αυγούστου 2023

Ομιλία σε εκδήλωση Δήμου Ζακύνθου: «Χαίρε, ώ Χαίρε», Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο, 16-8-2023.

 


Κυρίες και Κύριοι,

Τιμώντας απόψε την επέτειο των 200 χρόνων από τη συγγραφή του Ύμνου εις την Ελευθερίαν, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι τιμάμε ένα ποιητικό έργο που γράφτηκε σε άλλη εποχή και υπηρετούσε έναν άλλο σκοπό. Ωστόσο η συγκίνηση κάθε φορά που τον ακούμε να παιανίζει στις επίσημες εορτές, μέσα στα γήπεδα, όταν η Εθνική Ελλάδος αγωνίζεται, όταν ένας αθλητής μας ανεβαίνει στο πιο ψηλό βάθρο, όταν συνοδεύει μαζί με την ελληνική σημαία νεκρούς ποιητές, σπουδαίους συνθέτες, μεγάλους πολιτικούς, μάς γεννά τη σκέψη ότι σημαίνει και πολλά άλλα για τη δική μας εποχή.

Η αποψινή εκδήλωση με το παλίμψηστο των καλλιτεχνικών εκφράσεων που θα απολαύσουμε (απαγγελίες, χορωδία, εικόνα), ξαναγράφει μέσα από τη δική της εκδοχή, θεάσεις του Ύμνου, που εμβολίζουν την παρελθοντική χρήση του και τον κάνουν οικείο, ζωντανό κι επιτρέψτε μου και χρήσιμο για τη δική μας και δική σας παρουσία, εδώ, στο Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο της πόλης.

Αυτή η οικειοποίηση, ωστόσο πρέπει να γίνει με γνώση και ιστορική ακρίβεια.

Γι' αυτό πρέπει όλοι να γνωρίζουμε ότι ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, γράφτηκε από τον 25χρονο Σολωμό, τον Μάιο του 1823, και τυπώθηκε τρεις φορές μέσα στο 1825.

Η ανάγκη της έκδοσης και κυρίως η φροντίδα της μετάφρασής του σε ξένες γλώσσες, αποδεικνύουν ότι ο Ύμνος γράφτηκε με σκοπό να συγκινήσει τους δυνατούς της Ευρώπης να σκύψουν πάνω στην υπόθεση της Ελλάδας για να την βοηθήσουν έμπρακτα.

Η πρώτη έκδοση έγινε στο Παρίσι, με αντικριστή γαλλική μετάφραση του Stanislas Julien, στο δεύτερο τόμο της συλλογής των δημοτικών τραγουδιών του Φοριέλ (Faurile) και η δεύτερη στο Λονδίνο, σε αγγλική μετάφραση του φιλέλληνα Charles Brinsley Sheridan, στον τόμο The Songs of Greece from the Romaic Text.

Επειδή όμως ο Σολωμός δεν έμεινε ευχαριστημένος με τις μεταφράσεις αυτές, αποφάσισε να επιμεληθεί ο ίδιος μια μετάφραση, η οποία δεν θα πρόδιδε το κείμενό του και θα λειτουργούσε ως βάση για να φιλοτεχνηθούν μελλοντικά καλύτερες μεταφράσεις, ενδεχομένως και έμμετρες, από άλλους ποιητές. Έτσι, την ίδια χρονιά, μέσα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, ο Ύμνος τυπώθηκε ξανά μαζί με μια πεζή ιταλική μετάφραση, την οποία υπογράφει ο φίλος του Γκαετάνο Γκρασέτι.

Πόσο συναισθηματικά μεγάλος ο συμβολισμός της μετάφρασης του Ύμνου στον ίδιο τόπο που ο Ποιητής εμπνέεται ένα από τα κορυφαία έργα του, το οποίο τον απασχόλησε σε όλη τη διάρκεια της ώριμης ποιητικής του περιόδου, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους!

Το χειρόγραφο του Ύμνου δεν σώζεται. Μόνον στο χειρόγραφο Ζακύνθου αρ. 12 βρίσκονται σκόρπιες επεξεργασίες μεμονωμένων στίχων.

Επειδή απόψε ανάμεσά μας, όμως, βρίσκονται και πολλοί νέοι και επισκέπτες του νησιού μας, αξίζει να σημειώσουμε ότι τα χειρόγραφα που περιέχουν τα έργα του Σολωμού βρίσκονται στη Ζάκυνθο, στο Μουσείο Σολωμού και επιφανών Ζακυνθίων και στην Αθήνα, σε τρία διαφορετικά σημεία: στην Ακαδημία Αθηνών, στην Εθνική Βιβλιοθήκη και στην ιδιωτική βιβλιοθήκη Σπυρίδωνος Λοβέρδου (ένα χειρόγραφο).

Η συλλογή του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων συγκροτήθηκε με την ευκαιρία του εορτασμού των εκατό χρόνων από τη γέννηση του Ποιητή. Τότε η Ασπασία Σορντίνα Ρίγκλερ, αδελφή της γυναίκας του Ιάκωβου Πολυλά, του φίλου και εκδότη των λογοτεχνικών καταλοίπων του ποιητή (Ευρισκόμενα), κατέθεσε στην Τεκτονική Στοά Ζακύνθου όσα σολωμικά χειρόγραφα είχαν μείνει στα χέρια του Πολυλά, ενόψει της νέας έκδοσης του σολωμικού έργου, που ετοίμαζε σε συνεργασία με τον Γεώργιο Καλοσγούρο.

Το 1953 η συλλογή χειρογράφων του Μουσείου κινδύνεψε και αυτή από τον καταστροφικό σεισμό και τη φωτιά, ωστόσο διασώθηκε χάρη στην επέμβαση του Νικολάου Βαρβιάνη, ο οποίος για δεύτερη φορά τα διασώζει μετά την ιταλική κατοχή, όταν οι Ιταλοί τα αναζητούσαν για να τα μεταφέρουν στην Ιταλία. Τότε ο Βαρβιάνης τα διέσωσε κρύβοντάς τα στο κτήμα του στο Καλουπάκι, μέσα σε δοχεία που φύλαγε στο φαρμακείο του το οινόπνευμα.

Σήμερα τα διασωσμένα χειρόγραφα μπορεί κανείς να τα δει στην Αίθουσα Σολωμού του Μουσείου, αλλά και να τα ξεφυλλίσει μέσα από την ιστοσελίδα του, στην οποία έχουν όλα αναρτηθεί και τεκμηριωθεί, μετά την ψηφιοποίησή τους.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Ύμνο.

Το 1828 ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος, προσωπικός φίλος του ποιητή, συνέθεσε τη μουσική για 24 στροφές πάνω σε λαϊκά μοτίβα για τετράφωνη ανδρική χορωδία και έκτοτε παιζόταν τακτικά σε εθνικές εορτές. Έτσι καθιερώθηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν κι άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο, μια εκ των οποίων υπέβαλε στον βασιλιά Όθωνα, η οποία και βραβεύτηκε.

Όταν ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την Κέρκυρα το 1865, αμέσως μετά την ενσωμάτωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της πρώτης μελοποίησης που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας και εντυπωσιάστηκε. Ακολούθησε Βασιλικό Διάταγμα που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα».

Έτσι από το 1856 οι δύο πρώτες στροφές υιοθετήθηκαν ως ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και από τις 18 Νοεμβρίου 1966 ως εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Είναι ένα ποίημα που συνδυάζει τον κλασικισμό και τον ρομαντισμό και αποτελείται από 158 στροφές (632 στίχους). Οι στροφές του είναι τετράστιχες, ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων μέτρων.

Ο Σολωμός στον Ύμνο ενσωματώνει την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού από τη μυθική αρχαιότητα έως την Επανάσταση με σύμβολο συνοχής την Ελευθερία ως μορφή και ως έννοια. Το αρχαίο κλέος, τα δεινά της σκλαβιάς, οι κορυφαίες στιγμές της Τριπολιτσάς και του Μεσολογγίου, οι νικηφόρες μάχες στη θάλασσα και τέλος η σπαρακτική έκκληση της Ελευθερίας προς τους Έλληνες για ομόνοια και αδελφοσύνη, ηχούν διαχρονικά, και απηχούν την οικουμενικότητα του έργου του.

Ωστόσο στοχεύει σ’ αυτό που προαναφέραμε: να ενεργοποιήσει όσους μπορεί για να βοηθήσουν στη μεγάλη υπόθεση της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους Τούρκους. Γι' αυτό και η πιστή αναφορά σε όλες τις νικηφόρες μάχες, που έδωσαν οι Έλληνες, από την αρχαιότητα έως τις μέρες του. Και οι μάχες είναι πολλές: εκτείνονται σε 158 στροφές! Έτσι αφού αυτός ο λαός από την αρχαιότητα έχει δώσει αίμα και κόκκαλα για να είναι ελεύθερος, πρέπει η Ελευθερία να επιστρέψει στη χώρα αυτή.

Με άριστη σκευή, ο ιταλοσπουδασμένος νεαρός Σολωμός, επιστρέφοντας το 1818, στη Ζάκυνθο, η οποία τότε ήταν αγγλικό προτεκτοράτο, σε ηλικία 20 χρόνων, έχει πρόθεση, να βοηθήσει στην απελευθέρωση της Ελλάδας.

Χαρακτηριστικό είναι εκείνο που του γράφει ο αγαπητότατος φίλος του Montani που βαθιά λυπήθηκε για το χωρισμό τους όταν αναχώρησε από την Ιταλία: «Στο καλό, λοιπόν, αγαπημένε μου Διονύσιε, στο καλό! Το πνεύμα των θαλασσών, το πνεύμα της αγνής φιλίας και το πνεύμα της ελευθερίας ας σε συντροφεύει…Για σε η φιλοπατρία θα είναι η υψηλότερη έμπνευσις, που μπορεί να γίνει. Και όσο καλύτερος ποιητής είσαι τόσο και καλύτερος πολίτης…».

Στα χρόνια εκείνα η Ζάκυνθος είχε μεγάλη πνευματική κίνηση. Ανοιχτά τα αρχοντικά του Μερκάτη, του Δε Ρώσση, του Γαλβάνη, του Στράνη, του Μάτεση, του Πελεκάση, του Δομενεγίνη, στα οποία συναντούσε λογίους της εποχής. Ανοιχτά και τα φιλολογικά σαλόνια του Τερτσέτη, του Μιχαλίτση, του Λούντζη, του Κομιώτη, του Κοκκίνη, του Διαμαντόπουλου, του Ταγιαπιέρα κ. ά., που οι περισσότεροι είχαν σπουδάσει στην Ευρώπη. Στους κύκλους αυτούς έγινε αμέσως αισθητή η πνευματική του υπεροχή.

Στη Ζάκυνθο εξακολουθεί να γράφει λυρικά ποιήματα και σονέτα στην ιταλική γλώσσα. Στα τέλη του 1822 κατά τον Πολυλά ή στις 15/1/1823 κατ’ άλλους, ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873), «Γενικός Γραμματεύς της Επικρατείας», δηλαδή Πρωθυπουργός της εποχής του και ιστορικός της Ελληνικής Επανάστασης, προσκεκλημένος στη Ζάκυνθο από το φιλέλληνα λόρδο κόμητα Νοrth του Ghilford, θέλησε να επισκεφτεί το Σολωμό, που η φήμη του ήταν απλωμένη στο νησί. Όταν εκείνος του διάβασε ποιήματά του στα Ιταλικά, σα να ήταν απεσταλμένος του Έθνους που ζητούσε τον αναμενόμενο Μεσσία του, του έδωσε την εξής απάντηση: «Το ποιητικό σας τάλαντο θα σας εξασφαλίσει καλή θέση στον ιταλικό Παρνασσό, αλλά οι πρώτες θέσεις εκεί είναι πιασμένες. Ο Παρνασσός της νεωτέρας Ελλάδος δεν απόκτησε ακόμη τον Dante της». Στη μετριόφρονα δικαιολογία του ποιητή: «Δεν ξέρω καλά τα ελληνικά και επομένως δεν μπορώ να γράψω κάτι καλό», ο Τρικούπης του είπε: «Η γλώσσα που βυζάξατε μαζί με το γάλα της μάνας σας είναι η ελληνική. Δεν έχετε παρά να την ξαναφέρετε στη μνήμη σας». Του έδωσε μάλιστα και τα «Λυρικά» του Αθ. Χριστόπουλου, για μελέτη.

Ύστερα από αυτές τις συστάσεις, αλλά προπάντων από εσωτερική παρόρμηση, ο Σολωμός άρχισε να καλλιεργεί και να προσέχει, με την ακοή ως αισθητήριο όργανο, την απλή γλώσσα του λαού και ιδίως τα δημοτικά τραγούδια. Σε άλλη συνάντηση με τον Τρικούπη ο Σολωμός του απήγγειλε την «Ξανθούλα».

Ωστόσο δεν ήξερε καλά τα ελληνικά. Αγωνίζεται να τα κατακτήσει μελετώντας, ακούγοντας, γράφοντας, διορθώνοντας. Στα χειρόγραφά του, όπως φαίνονται στο Μουσείο Σολωμού, διακρίνεται καθαρά αυτή η πάλη. Θα χρησιμοποιεί σπανιότατα τους τόνους, έστω και με την εσφαλμένη τοποθέτησή τους και μερικά μόνο σημεία στίξης. Στο «Διάλογο» γράφει στους Στοχασμούς του Ποιητή: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;».

Με τη βοήθεια του γιατρού Ταγιαπιέρα ήρθε σε επαφή με την ποίηση του Βηλαρά. Από τον ίδιο έμαθε και τις γλωσσικές αντιλήψεις του Κοραή, που τον γνώριζε στο Παρίσι. Ο καθηγητής Αναστάσιος Καραβίας που δίδασκε ελληνικά στο δημόσιο σχολείο τον μύησε στους Έλληνες κλασικούς: Όμηρο, Πλάτωνα, Θουκυδίδη. Επίσης στο Μέγα Βασίλειο και το Χρυσόστομο, στον Πίνδαρο και τον Αισχύλο. Επηρεάστηκε πολύ και από το κρητικό θέατρο, καθώς διάβαζε επίσης τον «Ερωτόκριτο», την «Ερωφίλη», τη «Βοσκοπούλα» και τη «Θυσία του Αβραάμ», που μαζί με το δημοτικό τραγούδι θα τον βοηθήσει στο μέτρο.

Από το 1818-1823 έγραψε ποιήματα ειδυλλιακής ή ελεγειακής πνοής μέσα στα οποία φαίνεται η πάλη να υποτάξει το γλωσσικό όργανο.

Μέσα του ήταν ζωντανή και η εκπαίδευση που έλαβε από τους πρώτους του δασκάλους πριν φύγει για την Ιταλία:

  • από τον ιερέα Νικόλαο Κασιμάτη, «άριστο παιδαγωγό» της εποχής του, ο οποίος τον δίδαξε τα πρώτα γράμματα και του «στάλαξε ευσέβεια εις την ψυχήν του», όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι ιστορικοί Χιώτης και Δεβιάζης,

  • από τον Αντώνιο Μαρτελάο, λόγιο ιεροδιάκονο, δεινό ιεροκήρυκα και φλογερό ριζοσπάστη, τον δάσκαλο του Ugo Foscolo, του Γεωργίου Τερτσέτη, του Αντωνίου Μάτεση, του Πάνου και του Γιάννη Κολοκοτρώνη, ο οποίος πρωτοστάτησε στο κάψιμο της “Χρυσής Βίβλου” των ευγενών (30/7/1797), στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου και στο φύτεμα του “Δέντρου της Ελευθερίας” και συμμετείχε στην απελευθέρωση των Εβραίων το 1799, που ήταν κλεισμένοι σε “γκέτο” από το 1712.

  • Τέλος από τον καθολικό ιερέα Don Santo Rossi, ο οποίος διωγμένος από την πατρίδα του την Κρεμόνα από τους Αυστριακούς, επειδή έτρεφε φιλελεύθερα φρονήματα και συμπαθούσε τη Γαλλική Επανάσταση, κατέφυγε στη Ζάκυνθο, όπου παρέδιδε μαθήματα για να ζει. Ο Rossi τον δίδαξε συστηματικά την ιταλική γλώσσα, τον μύησε στις εκκλησιαστικές ακολουθίες και φυσικό ήταν λόγω της εξορίας του, να του εμπνεύσει και αυτός την αγάπη προς την ελευθερία, την ισότητα και την αποστροφή προς κάθε τυραννικό πολίτευμα.

Σιγά σιγά άρχισε να έρχεται σε επαφή με την επαναστατημένη Ελλάδα και στη συνέχεια η επαφή αυτή γίνεται αδιάκοπη. Συγκεντρώνει μαρτυρίες προφορικές και γραπτές για τα πεδία των μαχών, για τα πολεμικά κατορθώματα των ηρώων, για τις πολιτικές ενέργειες των Φιλελλήνων. Και όταν βλέπει στους δρόμους τα τουρκοκυνηγημένα γυναικόπαιδα της προσφυγιάς ματώνει η καρδιά του. Με αγωνιώδη συναισθήματα και με σφιγμένη την καρδιά του, απομονωμένος στην έπαυλη του Στράνη, κάτω από ένα γέρικο πουρνάρι, γράφει τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν».

Μητρική γλώσσα του ποιητή, ήταν η Νεοελληνική Κοινή, όπως την άκουγε από τα χείλη της μητέρας του, με τα νανουρίσματα και τα παραμύθια. Στα πρώτα 10 χρόνια της ζωής του με τον προφορικό λόγο και το αισθητήριο όργανο της ακοής είχε αποκτήσει εμπειρίες στη νεοελληνική γλωσσική ύλη. Αυτές οι λανθάνουσες καταβολές κοιμήθηκαν, αλλά δεν πέθαναν με τις δεκάχρονες σπουδές του στην Ιταλία, όπου φοίτησε ως οικότροφος στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης της Βενετίας και στη συνέχεια ακολούθησε νομικές σπουδές στο αρχαίο και ονομαστό Πανεπιστήμιο της Παβία, (1815 – 1818).

Αρχίζει να διαβάζει με πάθος τον Όμηρο από το πρωτότυπο. Μελετάει επίσης Δάντη, Πετράρχη, Μόντι, Παρίνι, Αλφιέρι, Λεοπάρντι, Πιντεμόντι, Μεταστάσιο, Φώσκολο. Το πιστοποιούν τα βιβλία της Βιβλιοθήκης του, που φυλάσσονται στο Μουσείο Σολωμού, δωρεά Αγγελικής Ζώη.

Δεν εντρυφούσε μόνο στην ιταλική λογοτεχνία, αλλά και στην αγγλική (Shakespeare, Milton, Byron). Την επαφή με τη γερμανική λογοτεχνία, θα αποκτήσει πολύ αργότερα στην Κέρκυρα, όχι από άμεση μελέτη, αλλά από μεταφράσεις στην ιταλική, που του έκαναν οι γερμανομαθείς φίλοι του. Στο Μουσείο Σολωμού σώζονται οι 24 κώδικες του Νικολάου Λούντζη. Πρόκειται για 24 δεμένους τόμους με χειρόγραφες μεταφράσεις γερμανικής λογοτεχνίας και φιλοσοφίας στα ιταλικά, τις οποίες έκανε για λογαριασμό του Διονυσίου Σολωμού ο συνομήλικος και φίλος του Νικόλαος Λούντζης.

Κυρίες και Κύριοι,

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο Άξιον Εστί, προέτρεψε:

«Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».

Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

Οι πολλαπλές αναγνώσεις του έργου του Σολωμού, κάποιες από τις οποίες είχαμε και θα έχουμε τη χαρά να παρακολουθήσουμε απόψε, μέσα από τις καλλιτεχνικές εκφράσεις των αφηγητών, των χορωδών, της Φιλαρμονικής και της ίδιας της εκλεκτής επιμελήτριας της αποψινής εκδήλωσης για τα 200 χρόνια από τη συγγραφή του Ύμνου εις την Ελευθερίαν, αλλά και του Αντιδήμαρχου κ. Δημ. Κάνδηλα, τον οποίο ευχαριστώ για την τιμητική πρόσκληση, αποδεικνύουν ότι το έργο του, ανεξάρτητα από το αν γράφτηκε σε άλλη εποχή και για άλλο σκοπό, εξακολουθεί να μας συγκινεί και να μας εμπνέει.

Ίσως, γιατί οι προκλήσεις για την επίκληση να επιστρέψει η Ελευθερία σε διάφορους τομείς της ανθρώπινης ζωής, είναι πάντα επίκαιρες.

Ίσως πάλι γιατί μας έδειξε ότι παρ’ όλο που και η δική του διαδρομή του βίου δοκιμάστηκε από γεγονότα που βασανίζουν τις μικρές ζωές όλων μας, μπορεί κανείς να καταφέρει μέσα από τιτάνια προσπάθεια να τα χρησιμοποιήσει σαν εφαλτήριο για να αναπτύξει ένα αξεπέραστο πνευματικό έργο.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε!

Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

Συναντώντας τη Χαρακτική στο Μορφωτικό Κέντρο Λόγου Ενορίας Μπανάτου ΑΛΗΘΩΣ.



Είναι γεγονός ότι η παρουσίαση της Σύγχρονης Eλληνικής Τέχνης στο νησί μας απουσιάζει πανηγυρικά και όσες προσπάθειες τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει, αφορούν σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες, στις οποίες οι ρέκτες της παλεύουν να καλύψουν ένα δυσθεώρητο κενό.
Μία τέτοια προσπάθεια, που ξεκίνησε δυναμικά το περσινό καλοκαίρι, στο Μορφωτικό Κέντρο Λόγου Ενορίας Μπανάτου ΑΛΗΘΩΣ, και έχει δώσει ήδη τρεις εκθέσεις και τώρα την τέταρτη,  αποδεικνύει ότι η αποκεντρωμένη αισθητική μύηση είναι όχι μόνο ψυχωφελής, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και ως ο αντίποδας για μία σειρά αποπροσανατολιστικές φιέστες, των οποίων η αμφίβολη αισθητική τείνει να γίνει κομμάτι της ζωής μας.
Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι προερχόμενες και οι τέσσερις από διαφορετικούς χώρους, ακολούθησαν πολύ επιτυχημένη πορεία, αποκαλύπτοντας τη δίψα του κοινού για τη γνωριμία του με ποικίλες εκφάνσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Για την ιστορία αξίζει ν' αναφέρουμε την Έκθεση Φωτογραφίας “10+10” των Καλλιόπη Ζιάκα και Λουκίας Καποδίστρια (9 έως 15/8/2019), την Έκθεση Χειροτεχνίας “Εθνικές Φορεσιές σε κούκλες” της Σοφίας Τσιάρα (3 έως 9/9/2019) και την Έκθεση Αγιογραφίας και Ζωγραφικής “Εικονίζοντας το αθέατο” του Νίκου Μπιάζη Σεντή (14 έως 29/12/2019).
    
Τώρα, με αφορμή τα πέντε χρόνια από το θάνατο της χαράκτριας Άριας Κομιανού (1938-2015), από 15/6 έως 15/8/2020, παρουσιάζονται 25 ξυλογραφίες με συνθέσεις, πορτραίτα, εικονογραφήσεις βιβλίων και ex libris, καθώς επίσης και κατάλογοι εκθέσεων, λευκώματα και επιστημονικά συγγράμματα για το έργο της και εκδόσεις στις οποίες συμμετείχε ως εικονογράφος.

Έτσι μας δίνεται η δυνατότητα να δούμε από κοντά αυτήν την μοναδική εικαστική κατηγορία, που μπορεί να τέρπει αισθητικά, αλλά και να γίνεται προσιτή.

Αναφορικά με την τεχνική της αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι με τον όρο Χαρακτική εννοούμε τις διαδικασίες -τεχνικές και μεθόδους-, με τις οποίες ένα έργο μεταφέρεται από τον καλλιτέχνη - χαράκτη πάνω σε μια πλάκα ξύλου, χαλκού, πέτρας ή άλλου υλικού και από εκεί τυπώνεται συνήθως σε χαρτί. Έτσι η Χαρακτική διακρίνεται για τη δυνατότητα αναπαραγωγής ενός έργου σε αντίτυπα, που ο αριθμός τους καθορίζεται από τον ίδιο το χαράκτη, που τον υποσημειώνει στην επιφάνεια του αντιτύπου, μαζί με τον αύξοντα αριθμό του τυπώματος. Οι δύο αριθμοί συνιστούν ένα κλάσμα, κατά το οποίο, αριθμητής του είναι ο αύξων αριθμός του τυπώματος και παρονομαστής ο συνολικός αριθμός των αντιτύπων. Έτσι, 5/20 σημαίνει ότι ο κάτοχος του έργου έχει το πέμπτο αντίτυπο από τα είκοσι που τυπώθηκαν.
Από το 1815 που ιδρύθηκε στην Κέρκυρα η πρώτη σχολή Καλών Τεχνών, το «Κατάστημα Ωραίων Τεχνών», στην οποία  διδάχτηκε η χαρακτική στο χαλκό, μέχρι τον 20ο αι, που η χαρακτική και οι γραφικές τέχνες διδάσκονται συστηματικά στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, η Χαρακτική έχει διανύσει μεγάλο δρόμο.
Η τεχνική της ξυλογραφίας διδάσκεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας το 1843 από τον ιεροδιάκονο Αγαθάγγελο Τριανταφύλλου.
Το 1938 οργανώνεται από την «Ομάδα Ελλήνων Ζωγράφων-Χαρακτών», η πρώτη Πανελλήνια Έκθεση Χαρακτικής, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών της Αθήνας.
Πολύ σημαντικός σταθμός της η περίοδος της Κατοχής και της Αντίστασης, όπου η Χαρακτική κλήθηκε να υπηρετήσει τα ιδανικά του χειμαζόμενου ελληνικού λαού. Τότε με πρωτοπόρο στη διδασκαλία το Ζακυνθινό ζωγράφο και χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνό (1894-1957), παράνομα συνεργεία νέων καλλιτεχνών έβγαζαν προπαγανδιστικό υλικό σε χαρακτικά –λινόλαια και ξυλογραφίες.
Το 1959 εκλέγεται καθηγητής της Χαρακτικής στην ΑΣΚΤ ο μαθητής του Κεφαλληνού, Κώστας Γραμματόπουλος (1916-2003), ο οποίος συνέβαλε με τη διδασκαλία του στον αναπροσανατολισμό των στόχων της Χαρακτικής σε μοντέρνες τάσεις. Από τότε νέος αέρας έπνευσε στο Εργαστήριο Χαρακτικής.  Ο Γραμματόπουλος επινόησε από το 1960 τη μέθοδο συνδυασμού της ξυλογραφίας με τη χαλκογραφία και τυπώνοντας μια λευκή ζώνη πάνω από τα χρώματα, έφτασε στις ποιητικές εικόνες των ακρογιαλιών του Αιγαίου.

Μαθήτρια του Γραμματόπουλου είναι η Άρια Κομιανού. Μαζί του θα σπουδάσει επίσης τυπογραφία και την τέχνη του βιβλίου (1960-65). Αρχικός προορισμός της χαρακτικής άλλωστε ήταν η εικονογράφηση κειμένων, και τα πρωιμότερα χαρακτικά στην Ευρώπη είναι ξυλογραφίες, που χαράζονταν, όπως και τα ίδια τα γράμματα για να τυπωθούν. Η ίδια δίδαξε χαρακτική και γραφικές τέχνες σε ιδιωτικά και δημόσια σχολεία και σε τεχνικές σχολές. Έχει εικονογραφήσει διάφορα βιβλία.

Τα έργα της Άριας Κομιανού χαρακτηρίζονται από μια ποιητική ατμόσφαιρα, η οποία κινείται σε έναν  ακαθόριστο χώρο με πολλαπλούς συμβολισμούς. Με τη χρήση πολλών υπαινικτικών στοιχείων, καταλήγει σε σύνολα με πλούσιες, εκφραστικές προεκτάσεις. Ειδικά στις προσωπογραφίες της, υπογραμμίζει τον εξπρεσιονισμό των μορφών, ενώ στις συνθέσεις της, πρωταγωνιστικό  ρόλο παίζει το χρώμα. Το κόκκινο χρώμα, το μαύρο και το άσπρο, συνομιλούν μέσα από τις αντιθέσεις τους. Με αφετηρία της την αντικειμενική πραγματικότητα δεν περιορίζεται ποτέ στη ρεαλιστική αναφορά της, αλλά περνάει στο συνδυασμό γραμμών και χρωματικών αξιών.

Στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου Ενορίας Μπανάτου ΑΛΗΘΩΣ, μέσα από μία βιντεοπροβολή, η ίδια μας παρουσιάζει τη δουλειά της.

Η συνάντησή μας με αυτή τη σπουδαία μορφή τέχνης στην έκθεση που επιμελήθηκε άρτια ο Ιωάννης –Πορφύριος Καποδίστριας, με επιστημονική σύμβουλο τη Δέσποινα Καποδίστρια, σε έργα προσφερμένα από το Διονύση Σέρρα και τον π. Παναγιώτη Καποδίστρια,  ψυχή και αυτουργού όλης της πνευματικής προσπάθειας, που συντελείται στο ΑΛΗΘΩΣ, είναι μία μοναδική ευκαιρία να την γνωρίσουμε και να την αγαπήσουμε. Σίγουρα θα ωφεληθούμε.




Βιβλιογραφία
Δημήτρη Παυλόπουλου, Χαρακτική. Γραφικές Τέχνης. Ιστορία-Τεχνικές-Μέθοδοι, Εταιρεία Εικαστικών τεχνών “Α.Τάσσος”, Αθήνα 1995.
Χρύσανθου Χρήστου, Νεοελληνική Χαρακτική, Σειρά Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1994.


Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

«Για την παράσταση του Θοδωρή Καμπίτση στον ΑΥΡΙΑΚΟ ».

Έκπληξη για τα θεατρικά δεδομένα του νησιού μας, που πάντα ευλογεί τα ξένα γένια -τα αθηναϊκά κυρίως-, η παράσταση της θεατρικής διασκευής του έργου του Philippe Blasband: «Μια πορνογραφική σχέση», σε σκηνοθεσία του δικού μας Θοδωρή Καμπίτση, σκηνικά/κοστούμια της φίλης Θάλειας Ξενάκη, μουσική του Διονύση Μπουκουβάλα, και στη διανομή ρόλων το Θοδωρή Καμπίτση, την Τασία Παπαδημητρίου και τη Ζωή Παπαργύρη.
Έκπληξη ευχάριστη, αφού μέσα σε πολύ αντίξοες για την θεατρική ζωή του νησιού μας παραγωγή, παρακολουθήσαμε μία υποδειγματική παράσταση, που ξέφυγε από το συνήθη μέτριας αισθητικής και κουλτούρας ερασιτεχνισμό και με επαγγελματική ποιότητα, μάς κράτησε για μία ώρα κι ένα τέταρτο περίπου, καρφωμένους στην καρέκλα, να παρακολουθούμε χωρίς ανάσα μία ανθρώπινη ιστορία αγάπης, κρυμμένη πίσω από την αρχική προδήλωση μίας πορνογραφικής επαφής.
Και παρηγοριά επίσης, γιατί διαπιστώσαμε ότι, βάζοντας τον πήχη ψηλότερα κι αναζητώντας ρεπερτόριο σύγχρονο και εξω-ζακυνθινό, είμαστε ικανοί να πραγματοποιήσουμε καλύτερες δουλειές, απελευθερωμένοι από τους συνήθεις γραφικούς τύπους, εστιάζοντας στη δύναμη της υποκριτικής τέχνης και λιγότερο στα βλαχομπαρόκ σκηνικά στοιχεία.
Γιατί η παράσταση του Θοδωρή, με μινιμαλιστική αισθητική και ρεαλιστική έκφραση, απογύμνωσε από το συγκεκριμένο χώρο και το χρόνο, μίλησε κατ΄ ευθείαν στην καρδιά κι έδωσε άφεση στην Αγάπη, με όποιον τρόπο κι αν γεννιέται κι όποιαν έκφανση κι αν ενδύεται.
Τελευταία εβδομάδα τώρα και προτροπή μας να σπεύσετε να την απολαύσετε στον ΑΥΡΙΑΚΟ, ευχόμενοι να τη συνεχίσουν.
Γιατί «κάνουνε θέατρο για την Ψυχή μας»…

Εφημερίδα ΗΜΕΡΑ, 12-2-2020, αρ. φύλλου 6087

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

"Τρεις νέες ποιητικές συλλογές στο κατώφλι του Νέου Χρόνου."

Πώς μία χρονιά ξεκινάει ελπιδοφόρα;
Μα όταν ξεχειλίζει από τη συμπύκνωση της ανθρώπινης σκέψης και των αισθήσεων.
Όταν παντρεύει γόνιμα το παλιό με το καινούργιο.
Όταν καταργεί χωρικά σύνορα και τοπικιστικές προσεγγίσεις.
Όταν το νέο προβάλλει φωτεινό κι αντλεί από το έμπειρο παρόν.
Και για να γίνω πιο συγκεκριμένη: η χρονιά ξεκινάει ελπιδοφόρα όταν λαβαίνουμε τρεις νέες ποιητικές συλλογές μέσα σε διάστημα μιας εβδομάδας.
Την πρώτη, από μια νέα ποιήτρια, την πτυχιούχο του Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Παν/μίου Πατρών, Άννα Πατρινού, και τις άλλες δύο από το βαρύ πυροβολικό των σύγχρονων Ποιητών μας:  τον Γενικό Αχιερατικό Επίτροπο της Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου π. Παναγιώτη Καποδίστρια και το Φιλόλογο Διονύση Σέρρα.
Η σύμπτωση της χρονικής στιγμής στην έκδοσή τους και η ποιότητα των τριών γραφών, στήνουν ανάχωμα στην πνευματική ένδεια της καθημερινότητας και μάς παρηγορούν για τη φτήνια της πολιτικής και για την τουριστική εκπόρνευση του όμορφου νησιού μας.
Η πολύ νέα Άννα Πατρινού, με την πρώτη της ποιητική συλλογή “Θα φυτρώσει το φως”, έκδοση του Κέντρου Ευρωπαϊκών Εκδόσεων “Χάρη Πάτση”, έρχεται να καταθέσει σε ελεύθερο στίχο, την ποιητική της αναζήτηση, με λόγο ανοιχτό, εικονοποιητικό, γεμάτο λυρισμό και με πλούσιο λεξιλόγιο. Ένα τρυφερό κι ευαίσθητο παιδί, που  έχει μεγάλες δυνατότητες να αναπτύξει την ποιητική του διάθεση και που τολμά να εκθέσει τον εαυτό του μέσα από το λόγο.
Ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας με το ώριμο "Λευκότερος καίγεσαι", μία έκδοση του Κέντρου Λόγου ΑΛΗΘΩΣ, κοινωνεί στο Φως, που η Άννα έχει ξεκινήσει ν' αναζητά, και μέσα από τη δική του ολόφωτη διαδρομή, σπέρνει στο ποιητικό στερέωμα "μικρά διαμαντάκια γλωσσικής ουτοπίας", αφού στα δικά του ποιήματα ο Τόπος ο Υπόγειος, ο Επίγειος και ο Υπέργειος επικοινωνούν, συλλειτουργούν και συνθέτουν μελωδικά άσματα πολυτονικής έμπνευσης.
Ο Διονύσης Σέρρας με τον "Άκλειστο κύκλο -Ταξιδιωτικά Ποιήματα (2007-2012)", εκδόσεις Κουκκίδα, σε επιμέλεια Θεοδόση Πυλαρινού, καταγράφει τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες σε στακάτους στίχους, χαρτογραφεί τις εντυπώσεις που προκαλούν οι αισθήσεις όταν αντικρύζουν νέους τόπους και ρυθμολογεί απέριττα τις εικόνες που βλέπει με την εσωτερική και εξωτερική του θέαση για τον περιβάλλοντα κόσμο. 
Και οι τρεις ποιητικές συλλογές, τόσο οι συνθέσεις των ωρίμων Ποιητών μας, με το ειδικό βάρος που φέρουν, όσο και το ελπιδοφόρο ξεκίνημα της νεαρής Ζακυνθινής, υψώνουν ανάχωμα σε όλα τα "δήθεν" πολιτιστικά υποπροϊόντα, που υποχρεούμαστε ν' ανεχόμαστε καθημερινά, που συνθλίβουν σιγά σιγά τις αντιστάσεις μας και δυστυχώς παρασέρνουν τους ήχους, τις εικόνες και τελικά το λόγο μας.
Στο κατώφλι του Νέου Χρόνου, επιβάλλεται να τις αναζητήσετε.  Το μόνο σίγουρο πως δεν θα χάσετε το χρόνο σας διαβάζοντάς τες...