Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περίπλους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περίπλους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Βιβλιοπαρουσίαση στο βιβλίο του Παύλου Φουρνογεράκη: «Στα μισά του Κάβου», εκδ. Περίπλους 2016.



Υποδεχόμενοι από τις εκδόσεις «Περίπλους» του Διονύση Βίτσου  την πρώτη ποιητική συλλογή του Παύλου Φουρνογεράκη, πρέπει να αποφασίσουμε από ποιο ύψος θα κοιτάξουμε το νέο του πόνημα.
Γιατί διαβάζοντάς τον ως επιφυλλιδογράφο, δοκιμιογράφο, αρθρογράφο, τρεις σχεδόν δεκαετίες, σε εφημερίδες, περιοδικά, εκπαιδευτικά και άλλα blogs, πιστεύαμε ότι αυτό που πρώτα θα έκανε, θα ήταν να συλλέξει το πλούσιο αυτό υλικό και να μας το προσφέρει, πολύτιμο οδηγό γραφής πνευματικής και καταγραφής τοπικού γίγνεσθαι.
Μας εξέπληξε όμως, επιλέγοντας το μικρό σε έκταση, μεστό σε περιεχόμενο, ποιητικό του απάνθισμα και μας υποχρέωσε ταυτόχρονα να αναστοχαστούμε τη σχέση μας μαζί του.
Γιατί η Ποίηση αυτό ακριβώς κάνει.
Τοποθετεί τα πράγματα και στη συνέχεια Ζητάει. Μας Ζητάει να Σκεφτούμε. Μας ζητάει να Προβληματιστούμε. Μας Ζητάει να Αποφασίσουμε.
Έτσι και ο ποιητικός λόγος του Π.Φ., μέσα από τα πενήντα δύο ποιήματα της συλλογής «Στα μισά του Κάβου», ζητάει να αποφασίσουμε την σημαντικότητα της μικρής σε έκταση ποιητικής εκφοράς λόγου, που συχνά χανόταν ανάμεσα σε άλλες «πεζές» ειδήσεις των εφημερίδων που τα δημοσίευε.
Στο σημείο αυτό όμως, δεν μπορώ ν’ αποφύγω από το να κάνω τη νοηματική σύνδεση με τα λόγια του σημειολόγου Ρολάν Μπαρτ και να βρεθώ αυτόματα στη δική του θέση: «Αν δεχτώ να κρίνω ένα κείμενο με βάση την απόλαυση, δεν μπορώ να παρασυρθώ και να πω: τούτο είναι καλό, εκείνο είναι κακό. Ούτε άξιο για βραβείο, ούτε να κάνω κριτική. Γιατί η κριτική ενέχει πάντα κάποια βλέψη τακτικής, κάποια κοινωνική χρήση και πολύ συχνά κάποιο φανταστικό κάλυμμα. Δεν μπορώ να καθορίσω αναλογίες, να φανταστώ κατά πόσο το κείμενο είναι τελειοποιήσιμο, έτοιμο να μπει σ’ ένα παιχνίδι κανονιστικών κατηγορημάτων: παραείναι τέτοιο, δεν είναι αρκετά αποκείνο× το κείμενο (όπως και η φωνή που τραγουδάει) δεν μπορεί να μου αποσπάσει παρά μονάχα τούτη την κρίση και κανένα επίθετο: αυτό είναι! Και μάλιστα: αυτό είναι για μένα! Τούτο το «για μένα» δεν είναι ούτε υποκειμενικό, ούτε υπαρξιακό, αλλά νιτσεϊκό («…κατά βάθος πρόκειται πάντα για το ίδιο ερώτημα: Τι είναι αυτό για μένα;…»)».
Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ μακριά από τη φιλολογική πολυπραγμοσύνη, ιδιότητα άλλωστε που ο Π.Φ. κατ’ επάγγελμα κατέχει άριστα, στέκομαι στην αιτιολόγηση του Μπαρτ: αυτό είναι για μένα .
Και αυτό το «για μένα» αφορά κυρίως στην Ηθική του περιεχομένου του.
Αυτή η Ηθική πηγάζει από ποιήματα που εμπνέονται από το σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι («Οξειδώσεις»: σελ. 17-18, «Δυσπνοές», σελ. 39, «Φαρμακωμένος αγέρας»: σελ. 48, «Γυμνή πολιτεία»: σελ. 54, «Υπηκοότητα ελληνική»: σελ. 67), με ερεθίσματα που έρχονται από τη Φύση («Προσμονή»: σελ. 22, «Περιτύλιγμα»: σελ. 25, «Νάματα»: σελ. 55) και τη Ζωή («Βογκητά τ’ ανέμου»: σελ. 49-50, «Δακρυσμένο καλοκαίρι»: σελ. 71).
Είναι η Ηθική που στηλιτεύει το άδικο, που συγκινείται από την προδοσία, που αισθάνεται ότι και η ίδια η Φύση αντιδρά στο παράλογο της εποχής μας.
Είναι η Ηθική που δίνει απάντηση στο ρόλο που παίζουν οι πνευματικοί άνθρωποι, καθώς ο εμπνευστής και συνθέτης τους, σηκώνει στους ώμους του το βάρος της απουσίας πολλών «πνευματικών» ανθρώπων.
Γιατί ο Π.Φ. είναι εδώ, γράφει για το παρόν, συγκινείται από το ανθρώπινο άλγος και παίρνει θέση. Αυτή την θέση που αρνούμαστε να πάρουμε οι περισσότεροι λόγω φόβου και βολέματος.
Είναι λοιπόν η πρώτη του ποιητική συλλογή μια κατάθεση Ηθικής και για αυτό είναι «για μένα».
Τον ευχαριστώ που το τόλμησε, αλλά ευχαριστώ επίσης και τον Νίκο Μπιάζη, που φιλοτέχνησε την εικονογράφησή της και τον Διονύση Βίτσο, που την συμπεριέλαβε στις εκδόσεις του και εύχομαι να συνεχίσει να δίνει τέτοιες μεστές ποιητικές εκφράσεις  γεμάτες Ηθική στην ανήθικη εποχή μας.


  


 Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τέχνης Λόγια", Νο 25 / 5255 / 27.07.2016, που διανέμεται  με την εφημερίδα "ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ".








Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Για το νέο βιβλίο της Διονυσίας Μούσουρα-Τσουκαλά: Δύο στεφάνια κι ένα δαχτυλίδι, εκδ. Περίπλους, 2014






Ξεσκονίζοντας τη λήθη από τη μικρή ζωή των ανθρώπων που ζουν στην πρώτη και τη δεύτερή της πατρίδα και φέρνοντας στη μνήμη πρόσωπα, γεγονότα, και καταστάσεις, η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά, στις ιστορίες που μας αφηγείται στο καινούργιο της βιβλίο, ανακαλύπτει η ίδια για πρώτη φορά την πικρή αλήθεια:  ο δρόμος για την επιστροφή έχει κλείσει.
Έτσι, απαλλαγμένη από τη μυθοποίηση στοιχείων, που μπορούν να δυσκολέψουν σε συναισθηματικό επίπεδο τη γραφή της, αφήνεται στη νοσταλγία της περιγραφής της «ζωής των μεταναστών», που την αφηγείται πάντα χωρίς να την ωραιοποιεί και της «άλλης ζωής», εκείνης των μακρινών συγγενών, πίσω στην πρώτη πατρίδα, και αποδέχεται την πραγματικότητα: η ονειρεμένη πατρίδα μας δεν έχει χωρικά σύνορα, η εστία μας είναι εκεί που καίει η φωτιά της καρδιάς μας.
Οι ιστορίες της, γραμμένες ισόρροπα, με νοσταλγία και ρεαλισμό, μας αγγίζουν, γιατί τελικά ανακαλύπτουμε ότι η Διονυσία δεν έφυγε ποτέ…