
Αποχαιρετώντας τη Μαρία Ρουσέα, σκέφτομαι πως δεν θα μου λείψει η ζωγραφική της, καθώς είχε από χρόνια σταματήσει να ζωγραφίζει και τα έργα της στο Μουσείο, μέσα σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές, μέσα σε εκδόσεις και δημοσιεύσεις ανθρώπων του πνεύματος, μέσα σε αφίσες και εξώφυλλα βιβλίων, φτάνουν και περισσεύουν.
Φτάνουν γιατί η Μαρία πρόφτασε να μας χαρίσει τοπία, προσωπογραφίες, γυμνά, νεκρές φύσεις, παρουσιάζοντας μορφές ανθρώπων, σχήματα γης και θάλασσας, εφιάλτες, προσδοκίες, αγάπες, που ξυπνούν μέσα μας, θεάσεις της ιστορίας μας, εικόνες του νησιού μας, αναμνήσεις μας.
Φτάνουν για να καταλάβουμε ότι η Μαρία είτε δουλεύοντας το λάδι, είτε τη σινική, είτε τη σέπια, είτε το ακρυλικό, ήταν η εικαστικός που σε όλη τη ζωή της δεν εφησύχαζε, αλλά συνέχιζε να δοκιμάζει και να προσπαθεί να βρίσκει νέα εκφραστικά μέσα, για να αναδιατυπώνει τις ανησυχίες της, προσηλωμένη στις προσωπικές της αξίες.
Θα μου λείψει κυρίως η προσωπική μας επαφή.
Και όχι μόνο αυτή που είχαμε με αφορμή εκθέσεις της: Γκαλερί «Κρύπτη», Αύγουστος 2003, Έκθεση αφιερωμένη στους σεισμούς του 1953 / Γκαλερί «Μετόπη», Αθήνα Νοέμβριος 2004: «Πενήντα χρόνια στο μαύρο και στο άσπρο» / Γκαλερί «Κρύπτη», 10-31 Ιουλίου 2005: ίδιος τίτλος με την προηγούμενη / Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων, 8 – 18 Αυγούστου 2014: «Αποχαιρετισμός» και τις διάφορες, κατά καιρούς, δωρεές που είχε πραγματοποιήσει στο Μουσείο.
Θα μου λείψει η φιλία της, το τηλέφωνό της, η ορμήνια της και κυρίως το πρότυπο Γυναίκας που εξέφραζε, στις συζητήσεις μας, εκεί στο σπιτάκι του Ψηλώματος.
Θα μου λείψει και ο πιο ωραίος χαρακτηρισμός, που μου είχε κανείς κάνει: «Κατερίνα, είσαι Διάοτσος». Δεν ήξερε τότε πόσο με είχε βοηθήσει σε στιγμές ανείπωτου προσωπικού πόνου.
Την ευχαριστώ γι’ αυτό και θα την σκέφτομαι πάντα με ευγνωμοσύνη για την αγάπη που απλόχερα μου χάρισε.